Στην αναγκαιότητα δημιουργίας μεγαλύτερων τραπεζικών σχημάτων στην Ελλάδα αναφέρθηκε ο οικονομικός σύμβουλος και επικεφαλής της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών του ομίλου Eurobank, Γκίκας Χαρδούβελης, τονίζοντας ότι με αυτόν τον τρόπο δημιουργούνται σημαντικές συνέργειες, που τροφοδοτούν τη δημιουργία εσωτερικού πλεονάσματος κεφαλαίων (internal capital generation), με τα οποία οι τράπεζες θα επιταχύνουν την αποπληρωμή της κρατικής βοήθειας. Ταυτόχρονα, πρόσθεσε πως τα ισχυρότερα και μεγαλύτερα τραπεζικά σχήματα, εκτιμάται ότι θα έχουν ευκολότερη και ταχύτερη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές χρήματος και κεφαλαίου και θα μπορέσουν να αξιοποιήσουν καλύτερα, πιθανές οικονομίες κλίμακος και σκοπού. Αυτά δήλωσε ο κ. Χαρδούβελης σε εκδήλωση που διοργάνωσε η Eurobank Κύπρου στη Λεμεσό με τη συμμετοχή 150 πελατών καθώς και υψηλόβαθμων στελεχών της Eurobank Κύπρου και του ομίλου Eurobank.

«Η μοναδική αξιόπιστη διέξοδος της Ελλάδας από την κρίση είναι η παραμονή μας στην Ευρωζώνη και η ταυτόχρονη υλοποίηση ενός επιτυχούς προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, παραγωγικής ανάπτυξης και μεταρρυθμιστικής ανασυγκρότησης της οικονομίας και των θεσμών, στο πλαίσιο πάντα της ευρωπαϊκής οικογένειας. Οποιαδήποτε άλλη εναλλακτική εγκυμονεί υψηλότερο κόστος και σοβαρούς και, πιθανά, μη διαχειρίσιμους οικονομικούς, κοινωνικούς, πολιτικούς και εθνικούς κινδύνους, που θα ήταν ολέθριο για όλους μας να υποτιμηθούν. Άρα, η μάχη για τη δημιουργία μιας παραγωγικής και ανταγωνιστικής ελληνικής οικονομίας πρέπει να δοθεί μέσα και όχι έξω από την Ευρωζώνη». Τα παραπάνω τόνισε ο αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος της Eurobank Νικόλαος Καραμούζης

Από την πλευρά του ο διευθύνων σύμβουλος της Eurobank Κύπρου Μιχάλης Λούης, αναφέρθηκε στη δύσκολη συγκυρία για την κυπριακή οικονομία τονίζοντας μεταξύ άλλων πως η Κύπρος πρέπει να αξιοποιήσει την εμπειρία της Ελλάδας «ως μια ευκαιρία ώστε να γίνουμε, σαν χώρα, πιο ανταγωνιστικοί, παραγωγικοί και εξωστρεφείς και οι πόροι της οικονομίας να κατευθύνονται προς την ανάπτυξη, παρά στη συντήρηση ενός υπερμεγέθους και πολυέξοδου δημόσιου τομέα. Σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία, ο Όμιλός μας και
ιδιαίτερα η Τράπεζά μας είναι περήφανη για όσα έχουν επιτευχθεί στην Κύπρο τα τελευταία πέντε χρόνια».

Με αφορμή τις εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα, ο κ. Χαρδούβελης, επεσήμανε ότι οι δύο μεγάλες προκλήσεις για τις ελληνικές τράπεζες είναι, αφενός η διαδικασία ανακεφαλαιοποίησής τους και αφετέρου η διαδικασία δημιουργίας ισχυρότερων τραπεζικών σχημάτων, μέσω συγχωνεύσεων και εξαγορών.

Αναφερόμενος στην πρόσφατη δημόσια πρόταση της Εθνικής Τράπεζας προς τους μετόχους της Eurobank, ο κ. Καραμούζης επεσήμανε ότι η ολοκλήρωση της συγχώνευσης των δύο τραπεζών «δημιουργεί μία μεγάλη και ισχυρή τράπεζα, ανάμεσα στις 20 μεγαλύτερες της Ευρώπης,  με ενεργητικό κοντά στα 180 δις Ευρώ, 53.000 εργαζόμενους σημαντική παρουσία σε πολλές χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και ηγετική παρουσία σε όλες τις χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες στην Ελλάδα. Θα συνδυάζει την παράδοση με το δυναμισμό, την πελατοκεντρική προσέγγιση με την εμπιστοσύνη, το σύγχρονο προσανατολισμό με την ιστορία και τις αξίες της χώρας». Ο κ. Καραμούζης κατέληξε «είμαι βέβαιος ότι η νέα Τράπεζα θα πρωταγωνιστήσει στην επανεκκίνηση  της ελληνικής οικονομίας, στη χρηματοδότηση των πελατών  και στην έξοδο της Ελλάδας από την κρίση». 
Από την πλευρά του ο κ. Λούης, αναφερόμενος στην πορεία της Τράπεζας στην Κύπρο υπογράμμισε ότι «σήμερα, η Τράπεζά μας είναι θωρακισμένη ώστε να αντιμετωπίσει επιτυχώς τις δυσμενείς συνθήκες αλλά και να στηρίξει τους πελάτες μας και την κυπριακή οικονομία από θέση ισχύος. Διαθέτοντας πολύ υψηλό δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας, ο οποίος ξεπερνά το 25%, με εκπαιδευμένο και πιστό προσωπικό, σύγχρονη τεχνολογική υποδομή, σημαντική πλεονάζουσα ρευστότητα, ικανοποιητική κερδοφορία και χωρίς δανειακή έκθεση σε χώρες με ομόλογα υψηλού κινδύνου, κοιτάμε μπροστά και είμαστε έτοιμοι να συνεχίσουμε να αποτελούμε αρωγό στις αναπτυξιακές προσπάθειες και πρωτοβουλίες των πελατών μας».

Σύμφωνα με την παρουσίαση του κ. Χαρδούβελη με θέμα «Η κρίση στην Ελλάδα και την Ευρωζώνη και ο Δρόμος της Ανάπτυξης» η περιοριστική δημοσιονομική πολιτική που οι διαδοχικές κυβερνήσεις ακολούθησαν από το 2010 οδήγησε στην μείωση του ελλείμματος από -15,5% του ΑΕΠ το 2009 σε -9,2% του ΑΕΠ το 2011 ενώ για το 2012 αναμένεται στα επίπεδα του -6,6% του ΑΕΠ. Με δεδομένο ότι θα ληφθούν τα μέτρα των €13,5 δισ. για την περίοδο 2013-14 το έλλειμμα του ΑΕΠ αναμένεται να φτάσει το -4.2% του ΑΕΠ το 2013 και στο -2,1% του ΑΕΠ το 2014. Το πρωτογενές έλλειμμα του 2009 (-10,6% του ΑΕΠ) θα αντιστραφεί σε πλεόνασμα 1,1% το 2013. Η συγκεκριμένη περιοριστική πολιτική όμως είχε σημαντικό κόστος για την ελληνική οικονομία που ήδη διανύει την πέμπτη συνεχόμενη χρονιά με αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης, ενώ οι προοπτικές για το μέλλον δεν είναι ευοίωνες. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Eurobank Research και με δεδομένη την εφαρμογή των μέτρων ύψους €13,5 δισ. για την περίοδο 2013-14, ο ρυθμός ανάπτυξης για το 2012 και το 2013 αναμένεται στο -6.7% και -3.7% αντίστοιχα.
 

Σε αυτό πλαίσιο η ελληνική κυβέρνηση είναι αναγκαίο να αναλάβει μια σειρά από πρωτοβουλίες για να βελτιώσει την αξιοπιστία της χώρας, να αυξήσει την ρευστότητα της οικονομίας και τελικά να βελτιώσει το οικονομικό κλίμα. Για να επιτύχει κάτι τέτοιο πρέπει άμεσα να ολοκληρώσει τις διαπραγματεύσεις για τα μέτρα των €13,5 δισ. για την περίοδο 2013-14 και να προωθήσει μια σειρά από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις όπως, η αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος, η αναμόρφωση της δημόσιας διοίκησης, η προώθηση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και η απελευθέρωση των αγορών προϊόντων και υπηρεσιών. Η πορεία της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας δεν αναμένεται εύκολη, όμως υπάρχουν εκείνες οι προϋποθέσεις που θα επιτρέψουν την επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και συγκεκριμένα: η διαφαινόμενη στροφή της οικονομίας σε ένα εξωστρεφές αναπτυξιακό υπόδειγμα, η αναμενόμενη λύση των προβλημάτων του τραπεζικού τομέα μέσω της ανακεφαλαιοποίησης και η παροχή της αναγκαίας ρευστότητας στην αγορά, η δημιουργία του κατάλληλου επιχειρηματικού περιβάλλοντος μετά την εφαρμογή των διορθωτικών μεταρρυθμίσεων και η αναγκαία και μέχρι σήμερα πολλές φορές εξαγγειλθήσα  αναδιοργάνωση του Ελληνικού Δημοσίου.