Εδώ και χρόνια, οι δυτικές κοινωνίες -και όχι μόνο- έχουν κηρύξει «πόλεμο» στο κάπνισμα. Λογικό αφού κάθε χρόνο χάνουν τη ζωή τους εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο από ασθένειες που σχετίζονται με το κάπνισμα. Κυβερνήσεις, διεθνείς και υπερεθνικοί οργανισμοί όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας και η Ευρωπαϊκή Ένωση, ΜΚΟ και κινήσεις πολιτών επιδίδονται σε μια κούρσα συνεχών απαγορεύσεων με σκοπό την εξάλειψη του καπνίσματος στις οργανωμένες κοινωνίες.
Οι βιομηχανίες των τσιγάρων φαίνεται ότι το κατάλαβαν πρώτες και περνούν σιγά – σιγά στην άλλη όχθη του ποταμού. Πώς; Επενδύοντας τεράστια ποσά στην έρευνα και την ανάπτυξη «λιγότερο βλαβερών προϊόντων καπνού».
Τι είναι αυτά τα «λιγότερο βλαβερά προϊόντα καπνού», τα οποία μάλιστα θα κυκλοφορήσουν σύντομα στην αγορά και κάτω από παγκοσμίως δημοφιλή εμπορικά σήματα; Κάποιοι τα συγχέουν με τα περίφημα «ηλεκτρονικά τσιγάρα». Δεν είναι, όμως, ηλεκτρονικά τσιγάρα. Είναι κανονικά τσιγάρα, τα οποία περιέχουν καπνό και νικοτίνη, με τη διαφορά ότι δεν καίγονται σε υψηλές θερμοκρασίες όπως τα συμβατικά τσιγάρα, αλλά σε πολύ χαμηλότερες θερμοκρασίες, με αποτέλεσμα να παράγονται πολύ λιγότερες τοξικές και καρκινογόνες ουσίες.
Τα προϊόντα αυτά αναμένεται να είναι στην αγορά τα αμέσως επόμενα χρόνια και ήδη αναπτύσσεται εκτεταμένος διεθνής διάλογος για το ρυθμιστικό πλαίσιο που θα τα διέπει. Στις ΗΠΑ, η πανίσχυρη ρυθμιστική αρχή FDA διαβουλεύεται με τη βιομηχανία, τις καταναλωτικές ενώσεις και την επιστημονική κοινότητα για τα επόμενα βήματα που θα ακολουθήσει.
Η Ε.Ε., επίσης, αναμένεται να αποφασίσει αν θα συμπεριλάβει τα προϊόντα αυτά, των ηλεκτρονικών τσιγάρων συμπεριλαμβανομένων, στην υπό αναθεώρηση Οδηγία για τα προϊόντα καπνού. Η δε Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα στον κόσμο, μαζί με τις ΗΠΑ, όπου υπάρχει ήδη ένα πρόπλασμα σχετικής νομοθεσίας. Και στη μέση, ο εθισμένος καπνιστής, ο οποίος προσπαθεί εναγωνίως να κόψει την κακή του συνήθεια, αλλά δεν τα καταφέρνει, γιατί απλούστατα τα υποκατάστατα νικοτίνης που κυκλοφορούν στην αγορά δεν ικανοποιούν τον εθισμό του.
Το ευτυχές είναι ότι δεν είναι λίγοι οι ορθολογιστές της Ιατρικής επιστήμης, που θέτουν το ζήτημα στις ρεαλιστικές του διαστάσεις. Ο John Britton, για παράδειγμα, καθηγητής Επιδημιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Nottingham, επισημαίνει με πολύ εύστοχο και γλαφυρό τρόπο σε πρόσφατο άρθρο του: «Η απουσία αποτελεσματικών επιλογών, που θα είχαν μειωμένες επιβλαβείς συνέπειες, για τους καπνιστές είναι παράλογη, άδικη και εναντιώνεται στα δικαιώματα των καπνιστών, αλλά και στο συμφέρον της δημόσιας υγείας. Οι εθισμένοι καπνιστές έχουν δικαίωμα στην επιλογή των ασφαλέστερων προϊόντων νικοτίνης, καθώς και στην ακριβή και αντικειμενική πληροφόρηση, που θα τους επιτρέψει να κάνουν μία τέτοια επιλογή». Η σχετική απόφαση από το 2007 της Συμβουλευτικής Ομάδας Καπνού του Βασιλικού Κολλεγίου Ιατρών του Ηνωμένου Βασιλείου είναι επίσης καταφατική, λέγοντας ότι «αν ήταν δυνατή η διάθεση της νικοτίνης σε τέτοια μορφή που να ήταν αποδεκτή και αποτελεσματική ως υποκατάστατο του τσιγάρου θα μπορούσαν να σωθούν εκατομμύρια ζωές».
Και εδώ, ακριβώς, βρίσκεται η ουσία του ζητήματος. Θα ακολουθήσουν οι ρυθμιστικές αρχές, σε εθνικό ή ευρωπαϊκό επίπεδο, τις τεχνολογικές εξελίξεις και θα προσφέρουν, χωρίς στερεότυπα και δογματισμούς, στους εθισμένους ενήλικους καπνιστές τη δυνατότητα να καπνίζουν ένα λιγότερο βλαβερό τσιγάρο, ικανοποιώντας τον εθισμό τους, αλλά αρρωσταίνοντας – ή και πεθαίνοντας – λιγότερο σε σχέση με το αν συνέχιζαν να καπνίζουν ένα συμβατικό τσιγάρο; Μήπως, δηλαδή, εν τέλει, πρόκειται για μια ηθική και πολιτική υποχρέωση των αρχών έναντι των εθισμένων καπνιστών και προς όφελος της δημόσιας υγείας; Γιατί, για σκεφθείτε, τι θα ήταν προτιμότερο να υπάρχει στην αγορά : ένα τσιγάρο απολύτως αβλαβές το οποίο όμως θα το κάπνιζε το 1% των καπνιστών ή ένα τσιγάρο λιγότερο βλαβερό – όχι όμως ασφαλές – το οποίο θα το κάπνιζε το 30 – 40% των καπνιστών; Προφανώς, η δεύτερη εκδοχή θα ήταν αυτή που θα συνιστούσε απτό και σημαντικό όφελος σε όρους δημόσιας υγείας.
Ανάλογες συζητήσεις διεξάγονται και για τα ηλεκτρονικά τσιγάρα, δηλαδή αν αποτελούν κίνδυνο για τη δημόσια υγεία ή όχι. Οι απόψεις είναι πολλές και διίστανται. Επιπλέον, δεν υπάρχει κάποια τοποθέτηση ή πιστοποίηση από επίσημο φορέα ως προς το εν λόγω ζήτημα. Ελλείψει λοιπόν ενός σαφούς ρυθμιστικού πλαισίου και νομοθεσίας ακόμη και σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά και ελλείψει επαρκούς επιστημονικής τεκμηρίωσης, επικρατεί σύγχυση τόσο στην αγορά όσο και ανάμεσα στους καταναλωτές. Η λύση και εδώ θα ήταν να υπάρξει ρυθμιστικό πλαίσιο, είτε σε εθνικό είτε σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Ένα τέτοιο ρυθμιστικό πλαίσιο θα πρέπει πρωτίστως να κάνει σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στα φαρμακευτικά προϊόντα και στα προϊόντα μειωμένου κινδύνου. Η Ολλανδία και η Γερμανία αποτελούν σημαντικά παραδείγματα χωρών όπου τα δικαστήρια προχώρησαν σε αυτή την αποσαφήνιση μη κατατάσσοντας, όπως είναι λογικό, το ηλεκτρονικό τσιγάρο στα φαρμακευτικά προϊόντα.
Εν κατακλείδι, η δημιουργία ρυθμιστικού πλαισίου για τα προϊόντα καπνού με νικοτίνη, τα οποία προβάλλουν ισχυρισμούς ότι είναι λιγότερο βλαβερά, θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση ενίσχυσης της καινοτομίας στην οικονομία, σημαίνοντας τη γέννηση ενός νέου κλάδου προϊόντων και συνεπώς μία διέξοδο σε επενδύσεις τέτοιου τύπου που είναι πολύ σημαντικές στη σημερινή δεινή οικονομική κατάσταση.
Λιγότερο βλαβερά προϊόντα καπνού;
SigmaLive




