Σημαντικές παραμένουν οι προκλήσεις για την Τράπεζα Κύπρου με το μέλλον της να εξαρτάται από πολλούς παράγοντες.
Σύμφωνα με τον οίκο αξιολόγησης Capital Intelligence, που έχει τη βάση του στην Κύπρο, το μέλλον της τράπεζας επηρεάζουν τόσο εσωτερικά θέματα, όσο και οι εξελίξεις στο ευρύτερο περιβάλλον που δραστηριοποιείται.
Πάντως, ο CI αναβάθμισε την αξιολόγηση της τράπεζας σε C+ από C ενώ οι προοπτικές μεταβλήθηκαν από «αρνητικές» σε «σταθερές». Αντίθετα, η διαβάθμιση για Foreign Currency, διατηρήθηκε σε καθεστώς «Επιλεκτικής Χρεοκοπίας» αντανακλώντας τους περιορισμούς που υπάρχουν στην απόσυρση καταθέσεων. Πάντως, οι προοπτικές και σ’ αυτήν την περίπτωση αναβαθμίστηκαν από «αρνητικές», σε «σταθερές» λόγω των χαλαρώσεων που επήλθαν το τελευταίο διάστημα για εμπορικούς και επαγγελματικούς σκοπούς. Εάν δεν υπήρχαν οι περιορισμοί στην απόσυρση καταθέσεων, η διαβάθμιση θα ήταν στο C+.
Σε σχέση με το Support Rating, αυτό διατηρήθηκε στο «4» αφού ο CI θεωρεί πως το επίπεδο στήριξης που πρέπει να αναμένεται είναι περιορισμένο. Σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα κεφάλαια από τον ιδιωτικό τομέα θα είναι περιορισμένα μέχρι η θέση της τράπεζας να βελτιωθεί, προστίθεται. Την ίδια ώρα, το Μνημόνιο απαγορεύει κρατική στήριξη προς την τράπεζα ενώ και σε ευρωπαϊκό επίπεδο η όποια στήριξη φαντάζει περιορισμένη και αβέβαιη.
Σύμφωνα με τον οίκο, περιορισμένη είναι και η στήριξη του ευρωσυστήματος προς την τράπεζα σε σχέση με τη ρευστότητα λόγω έλλειψης αποδεκτών εξασφαλίσεων. Ο οίκος αφήνει ανοικτό παράθυρο για περαιτέρω ρευστό μέσω ομολόγων με κρατική εγγύηση. Η καλύτερη αξιολόγηση, προστίθεται, οφείλεται στα κεφάλαια που προήλθαν από το κούρεμα καταθέσεων και από τη μείωση του κόστους. Από την άλλη αρνητικά λειτούργησε το δημοσιονομικό ρίσκο και η συνεχής συρρίκνωση της οικονομίας.
Ο οίκος αναμένει πως η νέα διεύθυνση της τράπεζας θα βελτιώσει την ποιότητα ενεργητικού επιτυγχάνοντας αποπληρωμή δανείων και επαναδιαπραγμάτευσή τους και επαναφέροντας την εμπιστοσύνη των καταθετών.
«Πρόκειται για δύο τρομακτικά καθήκοντα δεδομένης της κατάστασης που βρίσκεται η δανειακή βάση και της ζημιάς που προκλήθηκε στο κυπριακό τραπεζικό σύστημα και στην τράπεζα από τη συμφωνία της 25 Μαρτίου στο Eurogroup».
Η ρευστότητα, παραμένει πολύ στενή και η σχετική δομή δεν είναι ισορροπημένη λόγω της φυγής καταθέσεων και της μετατροπής άλλων σε κεφάλαιο, σημειώνεται. Αναμένεται πως η τράπεζα θα συνεχίσει να αντικαθιστά ELA με φθηνότερο δανεισμό από την ΕΚΤ. Ο οίκος σημειώνει και τη θέση που υπάρχει στο πλάνο αναδιάρθρωσης της τράπεζας για μείωση του δανεισμού από το ευρωσύστημα. Κάτι τέτοιο θα μειώσει τη δυνατότητες της τράπεζας μέχρι να επιστρέψουν οι καταθέσεις, αναφέρεται στην αξιολόγηση. «Μέχρι τότε η καταθετική βάση της τράπεζας παραμένει ευάλωτη και εξαρτημένη σε μεγάλο βαθμό από την απόδοση της τράπεζας και την πρόοδο του σχεδίου αναδιάρθρωσης, όσο και από την απόδοση της Κυπριακής Δημοκρατίας στα πλαίσια του προγράμματος οικονομικής στήριξης». Επομένως, προστίθεται, η ρευστότητα υπόκειται σε συστημικούς κινδύνους οι οποίοι μπορεί να κορυφωθούν όταν οι περιορισμοί για απόσυρση καταθέσεων αρθούν.
Η δυναμικότερη στάση που τηρεί η τράπεζα έναντι απείθαρχων δανειζόμενων, σημειώνεται, αναμένεται να οδηγήσει σε βελτίωση των εισπράξεων ειδικά αν αλλάξουν σύντομα οι νομικές ρυθμίσεις για κατασχέσεις. «Πάντως, δεδομένης της έκτασης του προβλήματος που υπάρχει στην ποιότητα ενεργητικού, η ανάκτηση δανείων θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό και σε επιτυχημένες αναδιαρθρώσεις βιώσιμων δανείων και στο ρυθμό που αυτά θα επανέλθουν σε καθεστώς εξυπηρετούμενων».
Ο οίκος, λαμβάνοντας υπόψη τη συρρίκνωση της οικονομίας που υπολογίζεται μέχρι το 2015 και το μεγάλο χρέος νοικοκυριών και επιχειρήσεων, θεωρεί πως η λειτουργική κερδοφορία της τράπεζας δεν θα είναι ικανή να απορροφήσει τις προβλέψεις, οδηγώντας σε συνεχόμενες καθαρές ζημιές και συνεχή πίεση στην κεφαλαιακή επάρκεια.
Η αξιολόγηση της τράπεζας, θα μπορούσε να βελτιωθεί αν υπάρξει αναβάθμιση της Κυπριακής Δημοκρατίας ή αν η οικονομία ανακάμψει ταχύτερα από το αναμενόμενο.




