Σενάρια βαθύτερης ύφεσης, υψηλότερης ανεργίας αλλά και χαμηλότερου Euribor και πληθωρισμού δόθηκαν στην KPMG για να διενεργήσει την αποτίμηση στην Τράπεζα Κύπρου σε σχέση με αυτά που δόθηκαν στην Pimco. Πάντως, εκείνη η στήριξη του 1.8δις ευρώ που ενέκρινε τις πρώτες πρωινές ώρες τις 18 Μαΐου 2012 η βουλή προς την τότε Λαϊκή τράπεζα θα παίξει καθοριστικό ρόλο και στην πορεία της νέας Τράπεζας Κύπρου.
Σύμφωνα με στοιχεία που περιλαμβάνονται στην έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για την Κύπρο, σχετική διαφορά μεταξύ των ευρημάτων της KPMG και της Pimco καταγράφεται σχετικά με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια όπως φαίνεται και στον πίνακα πιο κάτω. Η Pimco στηρίχθηκε σε στοιχεία Ιουνίου του 2012 ενώ η KPMG σε στοιχεία Μαρτίου του 2013 εξαιρουμένων των ελληνικών εργασιών.
Το αποτέλεσμα του ελέγχου της KPMG ανέδειξε/αποκάλυψε διαφορετικές κεφαλαιακές δυναμικές και κάπως μεγαλύτερες κεφαλαιακές ανάγκες στα αρχικά στάδια. Και οι δύο ασκήσεις υπολόγισαν τις πιθανότητες αποτυχίας ή ζημιών σε περίπτωση αποτυχίας ικανοποίησης συγκεκριμένων υποχρεώσεων. Ενώ οι δύο ασκήσεις δεν είναι άμεσα συγκρίσιμες, δεδομένων των διαφορών όπως καταγράφονται πιο πάνω, οι προκαταρτικοί υπολογισμοί υποδεικνύουν ότι οι συνολικές ζημιές στο χαρτοφυλάκιο στα τέλη Μαρτίου είναι παρόμοιες, παρά το ότι η KPMG προέβλεψε κάπως χαμηλότερη κορύφωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (Peak NPLs, βλ. πίνακα).
Εντούτοις, η αξιολόγηση της KPMG απέδωσε μεγαλύτερες αρχικές απώλειες στα κρατικά κυπριακά ομόλογα. Πιο σημαντικά, ενώ η PIMCO θεώρησε ως δεδομένο ότι οι δύο τράπεζες θα συνεχίσουν ως δρώσες επιχειρήσεις, και συνεπώς υπολόγισε ότι οι ζημιές θα καταχωρηθούν σε διάρκεια χρόνου, η KPMG υπολόγισε ότι τα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου σε εύλογη/ δίκαιη αξία (fair value) με τις ζημιές να αποκρυσταλλώνονται στην αρχή ενώ, τα «παλιά» περιουσιακά στοιχεία της Τράπεζας Κύπρου ως δρώσα επιχείρηση. Αυτό σημαίνει ότι με βάση τη μεταχείριση που επιβάλλουν τα διεθνή λογιστικά πρότυπα (International Financial Reporting Standards), η λογιστική αξία των «παλιών» περιουσιακών στοιχείων της Τρ. Κύπρου υπολογίζεται ότι θα μειωθεί με την πάροδο του χρόνου (μέχρι τη λήξη του Προγράμματος) – καθώς οι ζημιές θα πραγματοποιούνται – ενώ, η αξία των περιουσιακών στοιχείων της πρώην Λαϊκής θα αυξάνεται με την πάροδο του χρόνου καθώς σημαντικές ζημιές στη δίκαιη αξία, οι οποίες έχουν υπολογιστεί για τα κυπριακά ομόλογα, θα αντιστρέφονται.
Οι διαφορές στη μεταχείριση των προ-προβλέψεων κερδών επίσης οδήγησαν σε μεγαλύτερες ανάγκες κεφαλαίου στην αξιολόγηση της KPMG.
Όπως αναφέρει η έκθεση, το τελικό κούρεμα στην Τράπεζα Κύπρου έφτασε τα 3.9δις και οδήγησε την Τράπεζα σε Κύρια Βασικά Ίδια Κεφάλαια (Core Tier 1) 12%. Το κούρεμα του 47.5% των μη εξασφαλισμένων καταθέσεων στην Τράπεζα Κύπρου ισοδυναμεί σχεδόν με το κούρεμα 100% που έγινε στους μη εξασφαλισμένους καταθέτες της Λαϊκής από το οποίο χάθηκε ποσό 4δις ευρώ.
Πάντως, ο όρος για διατήρηση του Core Tier 1 πάνω από 9% καθ’ όλη τη διάρκεια του προγράμματος, θα επιτευχθεί με δυσκολία. Σημαντικό ρόλο θα παίξει το κρατικό ομόλογο του 1.8δις ευρώ που είχε δοθεί στη Λαϊκή και το οποίο όπως αναφέρεται πιο πάνω υπολογίστηκε σε fair value. Υπολογίζεται ότι μέχρι το 2016 η τράπεζα θα χάσει 5.7% των πρωτοβάθμιων κεφαλαίων της αλλά η αύξηση της αξίας του ομολόγου της Λαϊκής θα της προσφέρει επιπρόσθετα 2.7% ανεβάζοντας τον δείκτη στο όριο του 9%. Η συγκεκριμένη φόρμουλα πάντως, γίνεται με ιδιαίτερα συντηρητικές εκτιμήσεις κατά το ΔΝΤ.
Στον πίνακα καταγράφεται η πορεία του δείκτη Core Tier 1 μέχρι το 2016.




