Σε δύο μέρη μπορεί να διαχωριστεί η κατάθεση που έδωσε  την Τετάρτη στην ερευνητική επιτροπή για την οικονομία ο πρώην πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας Κύπρου Αντρέας Αρτέμη.

Στην περίοδο πριν η τράπεζα ζητήσει κρατική στήριξη αφού απέτυχε να καλύψει τις κεφαλαιακές τις ανάγκες και στην περίοδο μετά τον Ιούνιο του 2012. Οι ερωτήσεις της Επιτροπής επικεντρώθηκαν στα πρόσφατα χρόνια λειτουργία της τράπεζας ενώ στη δήλωση του κ. Α. Αρτέμη επικεντρώθηκε κυρίως στους τελευταίους μήνες μετά το κεφαλαιακό κενό στην τράπεζα.

Απαντώντας σε ερωτήσεις της επιτροπής, επέρριψε ευθύνες στους εσωτερικούς ελεγκτές του Συγκροτήματος αλλά και στην Κεντρική Τράπεζα για το γεγονός ότι τα μέλη του Συμβουλίου δεν γνώριζαν το ύψος των ελληνικών ομολόγων που κατείχε η Τράπεζα Κύπρου παρά μόνο μέχρι που πάρθηκε η πρώτη απόφαση για κούρεμα των ελληνικών ομολόγων τον Ιούνιο του 2011.

Σημείωσε μάλιστα πως την ευθύνη για τη διάθεση των διαθέσιμων ρευστών έχει εξειδικευμένη ομάδα της τράπεζας που εποπτεύεται από δύο Επιτροπές, την εκτελεστική ALCO και την διοικητική επιτροπή διαχείρισης κινδύνων. Το διοικητικό Συμβούλιο, πρόσθεσε, δεν εμπλέκεται εκτός κι αν υπάρχουν παρεκκλίσεις από την πολιτική που ορίστηκε.

Σε σχέση με επιστολή Μαρτίου 2010 της Κεντρικής, κατά τον κ. Αρτέμη, περιήλθε σε γνώση του ΔΣ τον Μάρτιο του 2012 μετά από σχετική δήλωση του Μιχάλη Σαρρή. Πρόσθεσε μάλιστα πως τον Μάρτιο του 2010 συνεδρίασε η Επιτροπή Διαχείρισης Κινδύνων του ΔΣ στην οποία καταγράφηκε η απόφαση της ALCO για μείωση των ορίων για ελληνικά ομόλογα στα 2δις. «Τότε δεν έγινε καμία αναφορά στην επαναγορά ελληνικών ομολόγων. Οποιεσδήποτε νέες αγορές έπρεπε να επανέλθουν στο Διοικητικό Συμβούλιο μετά τις δηλώσεις Κυπρή σε Μέσα Ενημέρωσης και Καρυδά στο ΔΣ», πρόσθεσε. Οι δηλώσεις στις οποίες αναφερόταν έγιναν τον Δεκέμβριο του 2009 και μιλούσαν για πώληση των ελληνικών ομολόγων που κατείχε η τράπεζα.

Εκ των υστέρων, ανέφερε ο πρώην πρόεδρος του ΔΣ, κρίνουμε εκείνους που έλαβαν αποφάσεις για τα ελληνικά ομόλογα. «Την εποχή εκείνη κανένας δεν μπορούσε να προβλέψει πως μία ευρωπαϊκή χώρα θα αθετούσε τις υποχρεώσεις της. Αν η Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή δεν μπορούσε να προβλέψει ότι θα γίνει κούρεμα και στα stress tests ασχολήθηκε μόνο με αυξομείωση της τιμής των ελληνικών ομολόγων δείχνοντας ζημιά για την τράπεζα μόλις 71εκ., τότε πως ένα Διοικητικό Συμβούλιο θα έκανε κάτι τέτοιο»;, διερωτήθηκε. Πρόσθεσε δε, πως δεν απαλλάσσει κανένα από τις ευθύνες του. «Η παραίτηση Αντρέα Ηλιάδη δεν νομίζω να είναι άσχετη», πρόσθεσε με νόημα.

Ερωτούμενος για τις ευθύνες του Διοικητικού Συμβουλίου στο θέμα, απάντησε πως ένα Συμβούλιο που αποτελείται από μη εκτελεστικούς, στηρίζεται στους εσωτερικούς μηχανισμούς της τράπεζας. «Που ήταν ο εσωτερικός έλεγχος να κτυπήσει το καμπανάκι;. Πιστεύω πως το ΔΣ με βάση την πληροφόρηση που είχε λειτουργούσε. Σίγουρα υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης».

Εξαγορά  Uniastrum

Σύμφωνα με τον πρώην πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου, το ποσό της εξαγοράς της Uniastrum ήταν  371εκ. ευρώ και ήταν η ισοτιμία των 565εκ. δολαρίων.
Εξήγησε επίσης,, πως στην τράπεζα δόθηκε συνολικό δάνειο γύρω στα 300εκ. δεν έχει καμία σχέση με την τιμή αγοράς.  Τα 300εκ. ευρώ δόθηκαν γιατί οι καταθέσεις που είχε ήταν περισσότερες από τα δάνεια. Στη συνέχεια, πρόσθεσε, μετά τις υποβαθμίσεις της Τράπεζας Κύπρου, υποβαθμίστηκε και η Uniastrum και γι’ αυτό οι καταθέσεις μειώθηκαν.
Σε σχέση με αναφορά του Νικόλα Καρυδά  σε πληροφορίες για περισσότερα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στη ρωσική τράπεζα, ο Α. Αρτέμη ανέφερε πως αν ο κ. Καρυδάς τέσσερα χρόνια μετά έχει σε γνώση του θέματα σε σχέση με μη εξυπηρετούμενα δάνεια της Uniastrum υπάρχει θέμα για τον ίδιο που δεν τα έθεσε τότε ενώπιον του ΔΣ αλλά ψήφισε υπέρ της εξαγοράς.

Στη συνέχεια αναφέρθηκε σε εκθέσεις ξένων οίκων για την εξαγορά στις οποίες γίνονται ιδιαίτερα θετικές αναφορές.
Εξήγησε επίσης πως αυξήθηκαν τα ποσά που θα έμπαιναν σε escrow account από 90εκ. σε 190εκ. για μεγαλύτερη προστασία της τράπεζας. Ερωτηθείς αν το 2008 κατά την απόφαση για εξαγορά της τράπεζας τους προβλημάτισε η κατάρρευση της Lehman Brothers και η κρίση που ξεσπούσε, ανέφερε πως όντως τους προβλημάτισε αλλά η απόσυρση από τη συμφωνία θα ήταν πολύ δύσκολη γιατί θα μειωνόταν η αξιοπιστία έναντι θεσμικών επενδυτών που επένδυσαν στην τράπεζα επειδή θα επένδυε στη ρωσική αγορά.

Στη δήλωση του που ετοίμασε για την Επιτροπή, ο Αντρέας Αρτέμη έκανε μία αναδρομή στα γεγονότα των τελευταίων ετών από τη δική του σκοπιά. Ξεκίνησε λέγοντας πως καίριο πλήγμα για το τραπεζικό σύστημα της Κύπρου ήταν η πολιτική απόφαση των αρχηγών κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) συμπεριλαμβανομένου και του τέως Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας στις 26 Οκτωβρίου 2011 για απομείωση του Ελληνικού Χρέους (το γνωστό PSI) χωρίς να ληφθεί υπόψη το τρομακτικό μέγεθος των επιπτώσεων που η απόφαση αυτή θα επέφερε στην κυπριακή οικονομία αλλά και χωρίς να εξασφαλισθεί αντίστοιχη βοήθεια για ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών μας όπως είχε εξασφαλίσει η Ελλάδα.

Η δεύτερη κύρια πηγή ζημιών για τις τράπεζες προήλθε από την έντονη και συνεχή πολεμική που κήρυξε η προηγούμενη Κυβέρνηση εναντίον του τραπεζικού συστήματος και η οποία απέβηκε μοιραία για τον τόπο, ανέφερε. «Ταυτόχρονα η επίμονη άρνηση της τότε Κυβέρνησης να προχωρήσει στη λήψη άμεσων δημοσιονομικών μέτρων δεδομένου και του γεγονότος ότι από τον Μάιο 2011 βρέθηκε εκτός αγορών, οδήγησε την οικονομία του τόπου σε βαθειά ύφεση και κατ’ επέκταση σε ραγδαία αύξηση των Μη Εξυπηρετουμένων Δανείων (ΜΕΔ) και συνεπακόλουθα στην ανάγκη για δημιουργία συνεχώς αυξανόμενων προβλέψεων από τις τράπεζες». Ακόμη και ο Διοικητής της ΚΤΚ κ. Πανίκος Δημητριάδης, ο οποίος ανέλαβε καθήκοντα τον Μάιο 2012, παρόλο που ορθά είχε θέσει ως στόχο του να διορθώσει τις όποιες αδυναμίες υπήρχαν στο τραπεζικό σύστημα, δεν συνέβαλε στην προστασία του συστήματος αλλά τουναντίον προωθούσε την άποψη ότι οι δυο μεγάλες τράπεζες ήταν προβληματικές, αφερέγγυες και μη βιώσιμες, πρόσθεσε.

Καταστροφική η Pimco

Η PIMCO αρνήθηκε επίμονα να συζητήσει τόσο τις παραδοχές (assumptions) όσο και τα ευρήματα της με τις τράπεζες παρ’ όλες τις επανειλημμένες γραπτές εκκλήσεις μας προς τον Διοικητή και τις προειδοποιήσεις μας ότι οι τότε φημολογούμενες υπερβολικές εκτιμήσεις της  θα απέβαιναν καταστροφικές για τις τράπεζες και την οικονομία.

Μετά τις έντονες παραστάσεις και κινητοποιήσεις όλων των τραπεζών, η ΚΤΚ ανακοίνωσε ότι και αυτή διαφωνεί με τα ευρήματα της PIMCO και προχώρησε στο διορισμό της Blackrock για να ελέγξει τα ευρήματα της πρώτης. «Εξ’ όσων γνωρίζω, η έκθεση της Blackrock δεν έχει δημοσιοποιηθεί», ανέφερε. Τον Φεβρουάριο 2013, η ΤΚ διόρισε από μόνη της άλλο οίκο, την Clayton, να διεξαγάγει δικό της έλεγχο επί του δανειακού χαρτοφυλακίου της, τα αποτελέσματα του οποίου υποθέτω έχουν υποβληθεί στη νέα διοίκηση της ΤΚ. Θα ήταν χρήσιμο, οι εκθέσεις των δυο αυτών οίκων να κατατεθούν στην Επιτροπή ώστε να διαφανεί αν όντως οι προβλέψεις της PIMCO ήταν ρεαλιστικές ή υπερβολικές, ανέφερε ο Α. Αρτέμη.

Από την άνοιξη του 2012, ανέφερε ο κ. Αρτέμη, το ΔΣ της ΤΚ είχε αποφασίσει τη διάθεση των ασφαλιστικών εταιριών της ή τη σύναψη στρατηγικών συνεργασιών στον τομέα με στόχο να ενισχύσει τα κεφάλαια της, κάτι που δυστυχώς δεν τελεσφόρησε μέσα στα στενά χρονικά πλαίσια του τεστ κεφαλαιακής αντοχής της ΕΤΑ. Το καλοκαίρι του 2012 αποφάσισε να τροχοδρομήσει την πώληση των εργασιών της στο εξωτερικό αρχίζοντας από τη Ρωσία, την Ουκρανία και τη Ρουμανία.

Το Δεκέμβριο 2012 η ΤΚ διόρισε τη PWC Ηνωμένου Βασιλείου και την Deutsche Bank ως συμβούλους της για την ετοιμασία του σχεδίου αναδιάρθρωσης οι οποίοι, δυστυχώς, ήταν αναγκασμένοι να εργάζονται χωρίς να έχουν υπ’ όψη τους τον στόχο, δηλ. το ποσό ανακεφαλαιοποίησης που είχε προκύψει από το διαγνωστικό έλεγχο της PIMCO και το οποίο μέχρι τις 26 Μαρτίου 2013, ημέρα της παραίτησης μου, δεν είχε δοθεί επίσημα στην τράπεζα από την ΚΤΚ!.

Καταστροφή η πώληση στην Ελλάδα

Καταστροφικό πλήγμα για την Τράπεζα Κύπρου, κατά τον πρώην πρόεδρο της, ήταν η καταναγκαστική πώληση των εργασιών της στην Ελλάδα η οποία της επιβλήθηκε. «Άποψη του Συμβουλίου, ήταν ότι θα έπρεπε να προχωρήσουμε σε μετατροπή της παρουσίας μας σε θυγατρική ώστε να περιορισθεί ο κίνδυνος από τυχόν έξοδο της Ελλάδας από τη ζώνη του Ευρώ και στη συνέχεια και σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα να αποφασισθεί το μέλλον της». Αν δηλαδή, θα προχωρούσαμε στον εξορθολογισμό και τον περιορισμό του μεγέθους του ή στην πώληση του. Είχαμε μεταφέρει την θέση μας αυτή στον Διοικητή της ΚΤΚ υποδεικνύοντας μάλιστα ότι θα έπρεπε να αποφεύγονται δημόσιες αναφορές περί αποχώρησης των κυπριακών τραπεζών από την Ελλάδα διότι κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε απώλεια εμπιστοσύνης, φυγή καταθέσεων και εκμηδενισμό της αξίας του ελληνικού παραρτήματος μας. Για αυτό ακριβώς το λόγο, εμείς στις λιγοστές δημόσιες τοποθετήσεις μας τονίζαμε ότι δεν είχαμε πρόθεση να αποχωρήσουμε από την Ελλάδα, αλλά να περιορίσουμε και να εξορθολογήσουμε την εκεί παρουσία μας.
Δυστυχώς, ανέφερε, εν αγνοία της τράπεζας και παρά τις δραματικές εκκλήσεις μας, γραπτές και προφορικές, να ενημερωθούμε για τα τεκταινόμενα που έβλεπαν το φως της δημοσιότητας και που αφορούσαν το μέλλον του τραπεζικού τομέα, συμφωνήθηκε μεταξύ των αρχών των δυο χωρών, η πώληση των ελληνικών εργασιών μας με καταστροφικούς όρους που επέφεραν ζημιά στην ΤΚ της τάξης των €2,0 δις και οδήγησαν τα ίδια κεφάλαια της σε αρνητικά.

«Αξίζει να σημειωθεί ότι πέραν του ότι η πώληση των ελληνικών εργασιών μας στην Ελλάδα έγινε με βάση αποτίμησης, το ακραίο σενάριο της PIMCO (άρα η ΤΚ διέγραψε προκαταβολικά τις τεράστιες προβλέψεις οι οποίες πολύ πιθανό να μην επιβεβαιωθούν ποτέ), αφέθηκαν εκτός συμφωνίας, ενδεχόμενες υποχρεώσεις της τράπεζας όπως εγγυητικές κ.α. χωρίς τις αντίστοιχες εξασφαλίσεις, οι οποίες εξασφαλίσεις μεταφέρθηκαν στον αγοραστή μαζί με τα δάνεια. Για τις ενδεχόμενες αυτές υποχρεώσεις, η ΤΚ παραμένει υπεύθυνη, με κίνδυνο να επωμισθεί στο μέλλον επιπρόσθετες ζημιές μερικών εκατοντάδων εκατομμυρίων Ευρώ. Εκτός συμφωνίας πώλησης παρέμειναν επίσης θυγατρικές εταιρίες της τράπεζας στην Ελλάδα όπως οι ασφαλιστικές, η χρηματιστηριακή, η εταιρία διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων και άλλες οι οποίες χωρίς τον διοικητικό κορμό της τράπεζας, το δίκτυό της αλλά και το πελατολόγιό της δεν μπορούν να λειτουργήσουν, ενώ έχει εκμηδενισθεί η αξία τους!

Επιπρόσθετα, οι όροι πώλησης έδωσαν στην Τράπεζα Πειραιώς μια επί πλέον χαριστική μείωση της αξίας ύψους €450 εκ. καθώς και το δικαίωμα να επαναξιολογήσει και ενδεχόμενα να αμφισβητήσει κάποια δάνεια της Λαϊκής ύψους άλλων €600 εκ. περίπου. Σε τέτοια περίπτωση το επιπρόσθετο αυτό κόστος θα φορτωθεί και αυτό στη νέα ΤΚ! Τέλος, θεωρώ εξωφρενικό ότι, κατά τον υπολογισμό του τιμήματος της πώλησης, η εκτίμηση για τα προβλεπόμενα προ-προβλέψεων κέρδη τριετίας της ΤΚ Ελλάδας τα οποία θα έπρεπε να ήταν της τάξης των €500εκ υπολογίσθηκαν στα €20εκ!», σημείωσε ο κ. Αρτέμη.

Είναι αξιοσημείωτο, πρόσθεσε, το γεγονός ότι στις 4 Ιουνίου 2013, ο Διοικητής της ΚΤΚ παραδέχτηκε ενώπιον της Επιτροπής Θεσμών της Βουλής ότι η ΤΚ ήταν φερέγγυα μέχρι που έλαβε χώρα η καταναγκαστική πώληση των ελληνικών παραρτημάτων της. Άρα τίθεται το ερώτημα αν παράνομα τέθηκε σε καθεστώς εξυγίανσης εφόσον κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν φερέγγυα για να της επιβληθεί στη συνέχεια η πώληση των ελληνικών της παραρτημάτων.

Κόβουν και ράβουν οι Alvarez & Marsal

Τον Ιούλιο 2012 η ΚΤΚ διόρισε τον οίκο Alvarez & Marsal (A&M) για να διερευνήσει τους λόγους που οδήγησαν τις τράπεζες Κύπρου και Λαϊκή στην ανάγκη να αποταθούν στο κράτος για κεφαλαιακή στήριξη με ιδιαίτερη έμφαση στην αγορά ελληνικών ομολόγων και την επέκταση τους στο εξωτερικό. «Δυστυχώς, τα αποτελέσματα της αφέθηκαν για πολλούς μήνες να πλανώνται πάνω από τις τράπεζες κάνοντας τη δική τους ζημιά στην αξιοπιστία των τραπεζών ανάμεσα στην κοινή γνώμη και δίνοντας τροφή για υπόσκαψη και συκοφαντίες. Το πόρισμα παραδόθηκε στο Γενικό Εισαγγελέα μόλις στο τέλος Μαρτίου 2013».

Τον Ιανουάριο 2013, ανέφερε, η Α&Μ μας πληροφόρησε ότι διορίστηκε από την ΚΤΚ και ως σύμβουλος της σε σχέση με τα σχέδια αναδιάρθρωσης των τραπεζών. Μετά από γραπτό αίτημα μας και συναντήσεις μας με τον Υπουργό Οικονομικών και τον Διοικητή της ΚΤΚ, η ΚΤΚ μας πληροφόρησε ότι όντως η Α&Μ διορίστηκε από την ΚΤΚ και ως σύμβουλος της για «εκπόνηση σχεδίου αναδιάρθρωσης του τραπεζικού συστήματος της Κύπρου σε συστημικό επίπεδο». Με ποια διαδικασία, με ποιο κόστος και με ποιους όρους εντολής ο οίκος αυτός απέσπασε νέο συμβόλαιο από την ΚΤΚ ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η έρευνα, μου είναι άγνωστο, ανέφερε με νόημα ο . Αρτέμη.
«Με αυτή τη νέα ανάθεση, φαίνεται ότι η Α&Μ πήρε στα χέρια της την απόλυτη εξουσία να σχεδιάσει το μέλλον του τραπεζικού μας τομέα».
Τελικό κτύπημα η συγχώνευση

Τελειωτικό πλήγμα για την ΤΚ ήταν η απόφαση που υιοθετήθηκε από το Eurogroup στις 25 Μαρτίου 2013 το οποίο προνοεί μεταξύ άλλων, τη συγχώνευση της κατ’ ευφημισμό «καλής» Λαϊκής με την Τράπεζα Κύπρου.

Η πρόταση για αυτή τη λύση, σύμφωνα με τον πρώην πρόεδρο του ΔΣ, παρουσιάσθηκε από τον Διοικητή της ΚΤΚ μέσω εγγράφου της Α&Μ το οποίο κατέθεσε σε σύσκεψη στο Προεδρικό Μέγαρο το βράδυ της 23ης Μαρτίου 2013.