To γεγονός ότι οι εκτελεστικοί διευθυντές του συγκροτήματος ήταν και μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, ενδεχομένως να ήταν λάθος, ανέφερε ο πρώην διοικητικός σύμβουλος της Τράπεζας Κύπρου Μάνθος Μαυρομμάτης.

Μιλώντας ενώπιον της ερευνητικής επιτροπής για την οικονομία υπό τον Γ. Πική, ανέφερε πως το γεγονός πως δεν υπάρχει μεγάλος ιδιώτης μέτοχος στην τράπεζα για να λειτουργήσει ως αντίβαρο στη δύναμη των εκτελεστικών διευθυντών, ενδεχομένως να ήταν μειονέκτημα. «Δεν είναι θέμα χαλαρότητας αλλά ισορροπίας στο ΔΣ ώστε οι εκτελεστικοί να μην έχουν υπερβολική δύναμη αλλά ούτε και να μην ακούγονται».
Αρκετές ερωτήσεις που υποβλήθηκαν στον Μάνθο Μαυρομμάτη αφορούσα τις αμοιβές στην τράπεζα, καθώς από το 2010 μέχρι το 2012 υπήρξε πρόεδρος της σχετικής επιτροπής του ΔΣ. Όπως εξήγησε, το 2010 άλλαξε ο τρόπος παροχής των φιλοδωρημάτων ώστε να δίδεται το μισό σε μετοχές ενώ το 2011 αποφασίστηκε να δίδεται όλο το μπόνους σε μετοχές με στόχο να μην λαμβάνονται υπέρμετρα ρίσκα.

Εκ των υστέρων, πρόσθεσε, μπορώ να πω πως η πολιτική φιλοδωρημάτων πρέπει να βασίζεται σε πιο μακροχρόνια βάση. «Ενδεχομένως σε περίοδο τριετίας ή ακόμα και πενταετίας. Τα μπόνους θα πρέπει να είναι υπό τη μορφή μετοχών και όχι μετρητών για να διασφαλίζεται η απόδοση σε σχέση με την πορεία της τράπεζας».

«Πιστεύω πως από πλευράς διαδικασιών η Τράπεζα Κύπρου πληρούσε τους όρους εταιρικής διακυβέρνησης. Αλλά, είναι ένα θέμα η εφαρμογή των κανονισμών και άλλο η έλλειψη κουλτούρας», απάντησε σχολιάζοντας ερώτηση που αφορούσε θέματα εταιρικής διακυβέρνησης και κουλτούρας.

Κατά τον κ. Μαυρομμάτη, η τοποθέτηση σε ελληνικά ομόλογα στα τέλη του 2009 αρχές του 2010, αν και νομότυπη ήταν σίγουρα ριψοκίνδυνη έστω και αν τότε θεωρούνταν από την ΕΚΤ ως ακίνδυνα. «Κανείς δεν πίστευε πως θα προχωρούσε το κούρεμα σε τέτοιο βαθμό και δεν θα προστατεύονταν οι τράπεζες», πρόσθεσε.

Η αγορά των ελληνικών ομολόγων, ανέφερε, έγινε από την δευτερογενή αγορά γιατί πρωτογενώς δόθηκαν σε ξένες τράπεζες. «Και στη δευτερογενή αγορά υπήρχε ζήτηση για τα ελληνικά ομόλογα, κάτι που δείχνει πως υπήρχε στήριξη στην ελληνική οικονομία από τις αγορές», πρόσθεσε.

Διογένους: Προσεκτικοί σύμβουλοι και διευθυντές

Σε σχέση με τις αμοιβές των στελεχών κινήθηκε και μεγάλο μέρος της κατάθεσης της Άννας Διογένους, μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της τράπεζας και προέδρου της Επιτροπής Αμοιβών από το 2008 ως το 2010.

Σύμφωνα με την κ. Διογένους, ο οίκος Μακκίνζι που προσλήφθηκε το 2004 ακριβώς για το συγκεκριμένο θέμα, πρότεινε μείωση μισθού για Ηλιάδη και αύξηση για Σταυράκη-Κυπρή αλλά δόθηκε ψηλό κίνητρο φιλοδωρήματος ώστε να αυξηθεί και η κερδοφορία της τράπεζας. Ο Α. Ηλιάδης αμοιβόταν με αρκετά ψηλό μισθό καθώς ως υπεύθυνος των εργασιών της τράπεζας στην Ελλάδα, που πήγαιναν πολύ καλά τότε, λάμβανε και ανάλογη αμοιβή.

Η κ. Διογένους, απέρριψε τη θέση ότι η πολιτική αμοιβών ενθάρρυνε τη λήψη κινδύνου. «Τόσο οι εκτελεστικοί όσο και οι σύμβουλοι ήταν πολύ προσεκτικοί», πρόσθεσε.
Όταν αγοράστηκαν, σημείωσε για το θέμα, τα ελληνικά ομόλογα ήταν ασφαλής επένδυση και η χώρα είχε καλό rating. Απαντώντας σε ερώτηση για το ποιος έλαβε την τελική απόφαση για την επένδυση στα ελληνικά ομόλογα, ανέφερε πως οι επενδύσεις γίνονταν από τα ανάλογα τμήματα. «Δεν μπορώ να ξέρω ποιος έλαβε την απόφαση αλλά τον τελικό λόγο είχε ο ανώτατος διευθυντής και το Συμβούλιο».

Τέλος, η κ. Διογένους εξέφρασε την άποψη πως η Τράπεζα Κύπρου θα μπορούσε να εξέλθει της κρίσης καθώς είχε και ρευστότητα και κερδοφορία και αν δεν δεχόταν κτυπήματα θα επιβίωνε.