Στην αποκάλυψη ότι όσο ο ίδιος ήταν επικεφαλής της Τράπεζας Κύπρου υπήρξαν προτάσεις για εξαγορά της Uniastrum προχώρησε ο Γιάννης Κυπρή ενώπιον της ερευνητικής επιτροπής για την οικονομία.

Ερωτούμενος για τη ζημιά από την εξαγορά της τράπεζας σήμερα, ανέφερε πως αυτό θα διαφανεί από την ενδεχόμενη τιμή πώλησης της. Σημείωσε πάντως πως η εκτίμηση σήμερα είναι κατά πολύ χαμηλότερη από το τίμημα καταβολής. Ανέφερε χαρακτηριστικά πως δόθηκε ένα ποσό κοντά στα 500εκ. ευρώ περίπου που ήταν τρεις φορές το καθαρό ενεργητικό της τράπεζας. «Προσπαθήσαμε να την πουλήσουμε, αλλά οι ενδιαφερόμενοι πλήρωναν λιγότερα από μία φορά το ενεργητικό δηλαδή περίπου 150εκ. ευρώ», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Κάνοντας μία αναδρομή στο ιστορικό της εξαγοράς, ανέφερε πως όταν αυξάνονταν οι εργασίες στη Ρωσία  έπρεπε να επεκταθούν και αποφάσισαν πως ήταν καλύτερα να γίνει με εξαγορά μίας έτοιμης τράπεζας παρά να ξεκινούσαν μία τράπεζα από την αρχή. «Αναθέσαμε στην JP Morgan να μας βοηθήσει και καταλήξαμε στην Uniastrum».

Αρκετά καταστήματα της Uniastrum, από τα 200 στο σύνολο, δεν ήταν κερδοφόρα, σχολίασε απαντώντας σε ερώτηση, υπό την έννοια ότι αρκετά ήταν καινούργια και χρειαζόταν μία περίοδος 2-3 ετών για να δείξουν κερδοφορία.

«Πιστεύω ότι έγιναν όσες μελέτες και έρευνες έπρεπε πριν της εξαγορά.  Τόσο από τους εξωτερικούς συμβούλους όσο και από τους διευθυντές που μετέβησαν στη Ρωσία για ελέγχους.  Η απόφαση για την εξαγορά στο ΔΣ ήταν ομόφωνη», υποστήριξε ο Γ. Κυπρή. 

Ερωτηθείς αν η κατάρρευση της Lehman Brothers δεν τους προκάλεσε ανησυχία για να προχωρήσουν σε μία τόσο μεγάλη εξαγορά, ανέφερε πως ζήτησαν γνωμάτευση της White & Case Ρωσίας, οι οποίοι τους πρότειναν να αποταθούν στο αγγλικό Τμήμα του οίκου, γιατί η συμφωνία έγινε με βάση το αγγλικό δίκαιο. Το θέμα συζητήθηκε στο Διοικητικό Συμβούλιο, πρόσθεσε, και αποφασίστηκε να προχωρήσει η εξαγορά για διάφορους λόγους όπως οι γενικότερες σχέσεις με τη Ρωσία. Παράλληλα, πρόσθεσε πως εκείνη τη περίοδο δεν υπήρχε μαρτυρία ότι δόθηκαν παραπλανητικά στοιχεία.