Ανήσυχη ηρεμία επικρατεί στους ημικρατικούς οργανισμούς οι οποίοι αναμένουν επίσημης ενημέρωσης για τις εξελίξεις των διαβουλεύσεων με την τρόικα.

Οι εργαζόμενοι στους ημικρατικούς βλέπουν πληροφορίες να έρχονται στο φως της δημοσιότητας που θέλουν το υφιστάμενο καθεστώς να μεταβάλλεται συνέχεια.

Από τη μία, το θέμα των ιδιωτικοποιήσεων ή μετοχοποιήσεων φαίνεται να υιοθετείται ενώ τις τελευταίες μέρες οι πληροφορίες μιλούν για τεχνική κρατικοποίηση μέσω κρατικών ομολόγων των Ταμείων Προνοίας των ημικρατικών. Αν εφαρμοστούν και τα δύο σενάρια, τότε η στροφή στο εργασιακό καθεστώς θα είναι 180 μοιρών.
Ειδικά για τα Ταμεία προνοίας η ανησυχία είναι πολύ έντονη αφού, αν υλοποιηθεί, τότε οι συντάξεις των υπαλλήλων των ημικρατικών οργανισμών θα τεθούν εν αμφιβόλω ειδικά σε μερικά χρόνια που θα ωριμάσουν οι συντάξεις.

Για κάποιους οργανισμούς υπολογίζεται πως για να είναι πλεονάζον τα Ταμεία Προνοίας πρέπει να έχουν απόδοση πέραν του 6%. Θεωρείται σχεδόν βέβαιο πως αποκλείεται η απόδοση των κρατικών ομολόγων να φτάνει το 6%.

Ήδη οι εργαζόμενοι εκφράζουν ανησυχίες και για πιθανή ανανέωση του πρόσφατου δανεισμού που έγινε προς το κράτος από τα Ταμεία Προνοίας.
Στη Cyta, πέραν της απογραφής και αξιολόγησης των περιουσιακών στοιχείων ο οργανισμός ετοιμάζεται να αναθέσει ακόμα μία προσφορά.

Ο οργανισμός θα ζητήσει από εξειδικευμένο οίκο συμβουλές για τρόπους μείωσης του κόστους αλλά και μεγιστοποίησης της αξίας του μέσα από ένα business plan σε βάθος τριετίας. Ο οργανισμός θα αποταθεί σε συγκεκριμένους οίκους για το διαγωνισμό με επικρατέστερους για να αναλάβουν το έργο τους οίκους: Boston Consulting Group και McKinsey.

Οι ημικρατικοί εκφράζουν ανησυχία και για τις πληροφορίες που θέλουν το ποσό που θα δαπανήσει η κυβέρνηση για αξιολόγηση της αξίας των ημικρατικών να είναι πολύ χαμηλό. Θεωρούν πως αν ευσταθούν οι πληροφορίες που θέλουν το σχετικό κονδύλι στις 30χιλ. ευρώ, τότε η εκτίμηση που θα γίνει θα είναι πρόχειρη και χωρίς να εισέρχεται στο απαιτούμενο βάθος που χρειάζονται κάποιοι ημικρατικοί οργανισμοί. Όπως έγινε γνωστό τη μελέτη τελικά ανέλαβε ο οίκος KPMG.