Ένα από τα θέματα με τα οποία ασχολείται εκτεταμένα στις διαπιστώσεις της για την κατάρρευση της οικονομίας η Επιτροπή Θεσμών της Βουλής είναι αυτό της εξαγοράς της Uniastrum από την Τράπεζα Κύπρου.
Η ρωσική τράπεζα, που βρίσκεται στη λίστα με τα στοιχεία προς πώληση της Τράπεζας Κύπρου αλλά όχι άμεσα και την οποία επισκέφθηκε πρόσφατα το Διοικητικό Συμβούλιο της τράπεζας,  αποτέλεσε το τελευταίο διάστημα ένα από τα πλέον συζητημένα θέματα. 
 
Στην έκθεση της Επιτροπής Θεσμών γίνονται αρκετές αναφορές στην τελική έκθεση δέουσας επιμέλειας του οίκου EY (Ernst & Young) σε σχέση με την εξαγορά της Uniastrum.
Όπως αναφέρεται, ο οίκος είχε καταγράψει σειρά αρνητικών στοιχείων στην έκθεσή του. Ένα από ατυτά αφορούσε το γεγονός πως οι μέτοχοι της Uniastrum έλεγχαν σημαντικό αριθμό άλλων εταιρειών, ανάμεσα τους και η εταιρεία μεταφοράς χρημάτων Unistream η οποία είχε ανεξαρτητοποιηθεί από την τράπεζα. Παράλληλα, σημειώνεται πως μεγάλο μέρος των κερδών της τράπεζας για το 2007 προήλθε από πώληση μετοχών της LLC Unistream Properties.
 
Σύμφωνα με την έκθεση, ο οίκος κατέγραφε το γεγονός πως οι μέτοχοι της τράπεζας ήταν ταυτόχρονα και ανώτερα στελέχη με αποτέλεσμα να μπορούν να επηρεάζουν τη λειτουργία ειδικά σε σχέση με χορήγηση δανείων.
 
Άλλο σημείο που εντοπιζόταν αφορούσε το δανειακό χαρτοφυλάκιο της τράπεζας το οποίο περιλάμβανε σημαντική συγκέντρωση χορηγήσεων σε οντότητες ειδικού σκοπού (Special Purpose Entities) με ασαφή ή μη δηλωμένο σκοπό.
Στην τελευταία παρουσίαση της Τράπεζας Κύπρου, αναφέρεται πως στο τέλος του 2013, το 54% των δανείων της τράπεζας ήταν επιχειρηματικά, το 18% προς Μικρομεσαίες και το 25% καταναλωτικά.
Σύμφωνα πάντα με τα όσα αναφέρονται στην έκθεση, ο οίκος σημείωνε επίσης το 2007 το κενό στη βραχυπρόθεσμη ρευστότητα της τράπεζας στο τέλος του 2007 ανερχόταν σε 177εκ. ευρώ σε σύγκριση με 42εκ. στο τέλος του 2006.
 
Ο οίκος κατέγραφε επίσης πως η αύξηση στην αξία της Uniastrum to 2006 οφειλόταν σε επανεκτίμηση ακινήτων συνδεδεμένου μέλους. Μία άλλη διαπίστωση, ήταν πως ο οίκος κατέβαλε μέχρι το 2007 ανεπίσημα το 40% των μισθών του προσωπικού της ώστε να μην επωμίζεται ανάλογη φορολογία.
 
Αναφορά γινόταν στο Due Diligence, σύμφωνα πάντα με την Επιτροπή Θεσμών της Βουλής και στο γεγονός πως τα αμοιβαία κεφάλαια της ρωσικής τράπεζας σημείωσαν πτώση 659% μεταξύ Δεκεμβρίου 2007 και Σεπτεμβρίου 2008. Η τιμή μονάδας για κάθε ένα από τα 14 ταμεία αμοιβαίων κεφαλαίων μειώθηκε κατά 85%.
 
Σημειώνονταν παράλληλα, εκκρεμότητες αναφορικά με τις συμφωνίες επαναγοράς (repo transactions) και σε σχέση με τα γραμμάτια της Utrade LLC. 
 
H επιτροπή αναφέρει πως φαίνεται να μην τέθηκαν, τότε, ενώπιον του συμβουλίου συγκεκριμένα ευρήματα της έκθεσης δέουσας επιμέλειας. Αυτά ήταν:
 
1. Το 1/3 των συνολικών εισπράξεων από προμήθειες και δικαιώματα της τράπεζας προέρχονταν από συναλλαγές μέσω της εταιρείας Unistream.
2. Οι ΕΥ πρότειναν να υπογραφούν επίσημες συμφωνίες με την Unistream προς διασφάλιση των συμφερόντων της τράπεζας.
3. Οι μέτοχοι της Uniastrum έλεγχαν ή είχαν στην ιδιοκτησία τους πολλές άλλες εταιρείες και συνεπώς είχαν τη δυνατότητα να επηρεάσουν τις αποφάσεις της τράπεζας ειδικά σε σχέση με τις χορηγήσεις.
 
White & Chase
 
Στην έκθεση αναφέρεται επίσης πως ο νομικός οίκος White & Chase που ήταν σύμβουλος της Τράπεζας Κύπρου για τη συγκεκριμένη πράξη, πρότεινε τη λήψη κι άλλης γνωμάτευσης αναφορικά με το δικαίωμα υπαναχώρησης ή επαναδιαπραγμάτευσης της συμφωνίας επικαλούμενη την πραγματική δυσμενή αλλαγή στα καθαρά περιουσιακά στοιχεία της Uniastrum και την παροχή παραπλανητικής εγγύησης από τους πωλητές. Οι νομικοί σύμβουλοι της τράπεζας, αναφέρεται, θεωρούσαν πως δεν επήλθαν ουσιαστικές αλλαγές στη Uniastrum.
 
Ευθύνες θεωρεί η Επιτροπή πως είχε και η Κεντρική Τράπεζα η οποία ενέκρινε την εξαγορά αν και γνώριζε τα δυσμενή δεδομένα. Προσθέτει χαρακτηριστικά πως η εξαγορά εγκρίθηκε πριν καν ολοκληρωθεί η τελική έκθεση δέουσας επιμέλειας.