Τα αποτελέσματα της 13ης έκδοσης του Δείκτη Τιμών Ακινήτων του RICS καταγράφουν σημαντικές μειώσεις παγκυπρια σε όλες τις μεγάλες αστικές περιοχές, με τις τιμές πώλησης και ενοικίων να εμφανίζουν πτώση. Η Λευκωσία και η Λεμεσός βρέθηκαν στη δυσμενέστερη θέση, καθώς ήταν οι λιγότερο επηρεαζόμενες περιοχές μέχρι και το δεύτερο εξάμηνο του 2011. Παγκύπρια, οι τιμές για κατοικίες, τόσο για σπίτια, όσο και για διαμερίσματα, παρουσίασαν τριμηνιαία πτώση της τάξης του 1.1% και 3.1% αντίστοιχα, με τη μεγαλύτερη μείωση να καταγράφεται στην Αμμόχωστο (7.0% για τα διαμερίσματα) και στη Λεμεσό (2.5% για τα σπίτια). Παγκύπρια, οι τιμές των καταστημάτων μειώθηκαν κατά μέσο όρο 3.8%, των γραφείων κατά 1.8% και των αποθηκών κατά 1.6%. Σε σύγκριση με το αντίστοιχο τέταρτο τρίμηνο του 2011, οι τιμές των διαμερισμάτων μειώθηκαν κατά 7.9%, των σπιτιών κατά 5.7%, των καταστημάτων κατά 15.5%, των γραφείων 10.0% και των αποθηκών κατά 9.3%.

Η μέση τιμή ενοικίασης σε ολόκληρη την Κύπρο παρουσίασε τριμηνιαία πτώση 3.3% στα διαμερίσματα, 2.6% στα σπίτια, στα καταστήματα 5,5%, στις αποθήκες 4.3% και στα γραφεία 2.5%. Συγκρίνοντας τα ενοίκια με εκείνα του τέταρτου τριμήνου του 2011, οι τιμές ενοικίασης υποχώρησαν κατά 7.6% για τα διαμερίσματα, 8.1% για σπίτια, 14.4% για καταστήματα, 11.8% για γραφεία και 9.1% για αποθήκες. Όλες οι κατηγορίες σε όλες τις γεωγραφικές περιοχές εξακολουθούν να επηρεάζονται, με αυτές που κατέγραψαν πρώτες τη μεγαλύτερη πτώση, τώρα να έχουν τον χαμηλότερο ρυθμό μείωσης.

Σε ότι αφορά την απόδοση των επενδύσεων, στο τέλος του τέταρτου τριμήνου του 2012, οι αποδόσεις βρίσκονται στο 3.8% για διαμερίσματα, 2,0% για σπίτια, 6.0% για καταστήματα, 4.7% για αποθήκες και 4.6% για γραφεία. Η παράλληλη μείωση των τιμών αλλά και των ενοικίων, έχει ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση ενός σκηνικού σχετικής σταθερότητας και μειωμένων αποδόσεων. Αυτό υποδεικνύει πως υπάρχει ακόμη περιθώριο για περαιτέρω διακυμάνσεις αφού υπάρχει σημαντική διαφορά μεταξύ της απόδοσης και του επενδυτικού ρίσκου.

Σύμφωνα με τον Παύλο Λοΐζου, MRICS, «Κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2012, η κυπριακή οικονομία επηρεάστηκε από την περαιτέρω επιβράδυνση που καταγράφηκε (ετήσια μείωση του ΑΕΠ κατά 3.3%), την αύξηση της ανεργίας (ανήλθε στο 14,7% στο τέλος του έτους), τη συνεχόμενη αναταραχή στον εγχώριο τραπεζικό και οικονομικό τομέα, καθώς επίσης και από τις συνέπειες της πολιτικής αβεβαιότητας που προκαλεί η μη κατάληξη στις παραμέτρους του Μνημονίου  για την οικονομική εξυγίανση της χώρας. Η διαρκής επιβράδυνση της κατάστασης της κυπριακής οικονομίας και η καλλιέργεια κλίματος πολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας, οδήγησε σε περαιτέρω κάμψη του στεγαστικού και επιχειρηματικού δανεισμού αυξάνοντας παράλληλα το ποσοστό της ανεργίας. Έχει καταγραφεί μια ανασταλτική τάση για επενδυτικές συναλλαγές κατά τη διάρκεια του δεύτερου εξαμήνου του 2012. Τόσο τα εμπορικά όσο και τα οικιστικά ακίνητα, χαρακτηρίζονται από αυξημένο ρίσκο με αρνητικές προοπτικές στο άμεσο και μεσοπρόθεσμο διάστημα. Οι αγοραστές, ιδιαίτερα οι εγχώριοι, κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, παρουσίασαν τη χαμηλότερη επενδυτική δραστηριότητα μια τάση που αναμένεται να συνεχιστεί κατά το 2013».

Σύμφωνα με τον Χαράλαμπο Πετρίδη, MRICS, Πρόεδρο του ΣΕΕΑΚ, «Το ασταθές οικονομικό περιβάλλον και οι έντονες ανησυχίες τόσο στο οικονομικό, όσο και στο πολιτικό επίπεδο είχαν ως αποτέλεσμα την περαιτέρω μείωση της ζήτησης με επακόλουθο οι καθοδικές πιέσεις να συνεχισθούν με αρνητικό βραχυπρόθεσμο ορίζοντα. Τα ψηλά επιτόκια και η έντονη έλλειψη ρευστότητας σε συνδυασμό με την μεγάλη ανησυχία του επενδυτικού κοινού αντικατοπτρίζονται στις μειωμένες συναλλαγές /αγοραπωλησίες γεγονός το οποίο αναμένεται να συνεχισθεί».