Πάει σε τρίτους το ποσοστό, φωνάζουν οι υπόλοιποι

Το μισό ποσοστό το διεκδικούν οι μέτοχοι της Τράπεζας Κύπρου, ενώ οι καταθέτες της Λαϊκής επιμένουν ότι τους ανήκει όχι μόνον το 9% αλλά ολόκληρο το ποσοστό…

ΤΟ ΚΟΥΡΕΜΑ δανείων θα είναι το έσχατο μέτρο που θα χρησιμοποιηθεί, ώστε μια τράπεζα να μη χάσει ολόκληρο το ποσόν που της οφείλει κάποιος


Μήλον της Έριδος έχει καταστεί το 18% της Τράπεζας Κύπρου, ποσοστό που δόθηκε στους καταθέτες της Λαϊκής Τράπεζας, ως αντίτιμο για την εξαγορά της τον περασμένο Απρίλιο. Το μισό ποσοστό, κάπου 9%, το διεκδικούν οι μέτοχοι της Τράπεζας Κύπρου, ενώ οι καταθέτες της Λαϊκής επιμένουν ότι τους ανήκει όχι μόνον το 9% αλλά ολόκληρο το ποσοστό, δηλαδή το 18%. Κανείς όμως, φαίνεται, δεν ενέκυψε στο μνημόνιο που υπογράψαμε με την Τρόικα για να δει ότι το ποσοστό αυτό πρέπει να διατεθεί μέχρι το τέλος του Γενάρη του 2014 σε επενδυτή ή επενδυτές, τους οποίους σύντομα θα αρχίσει να ψάχνει η Αρχή Εξυγίανσης.

Την περασμένη εβδομάδα η πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Δήμητρα Καλογήρου δήλωσε πως η Αρχή Εξυγίανσης -δηλαδή η Κεντρική Τράπεζα, το Υπουργείο Οικονομικών και η Κεφαλαιαγορά- προχωρά με υλοποίηση της πρόνοιας του μνημονίου για εξεύρεση αγοραστή για το 18% που κατέχει η Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου. Αυτό πρέπει να γίνει, όπως προβλέπει το μνημόνιο, μέχρι τις 30 Ιανουαρίου.

Προκηρύσσεται διαγωνισμός

Για συμμόρφωση προς την πρόνοια αυτή άρχισαν ήδη οι προετοιμασίες για τη διεξαγωγή διαγωνισμού προς εξεύρεση διεθνούς οίκου ο οποίος θα αναλάβει να βρει τον καταλληλότερο αγοραστή για το ποσοστό αυτό, το 18%.

Η δήλωση της κ. Καλογήρου προκάλεσε την άμεση αντίδραση των καταθετών της Λαϊκής, οι οποίοι μάλιστα έχουν ιδρύσει και σύνδεσμο, τον γνωστό ΣΥΚΑΛΑ (Σύνδεσμος Καταθετών Λαϊκής), που έσπευσαν αμέσως μετά τη δήλωση της προέδρου της Κεφαλαιαγοράς να τονίσουν προς κάθε κατεύθυνση ότι:

«Τα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας ανήκουν στους καταθέτες-πιστωτές τής υπό εξυγίανση τράπεζας και η διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων της θα έπρεπε προ πολλού να δοθεί στους πιστωτές της Λαϊκής».

Προχώρησαν, μάλιστα, αφού σημείωσαν ότι είναι κάθετα αντίθετοι στη διάθεση του 18% που θεωρούν ότι τους ανήκει, και δήλωσαν ότι «η συνέχιση της εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας δεν εξυπηρετεί κανέναν απολύτως νόμιμο σκοπό στο παρόν στάδιο, αφού δεν υφίστανται οποιεσδήποτε συνθήκες που να δικαιολογούν εξυγίανση της τράπεζας, αντί κανονικής διαδικασίας διαχείρισης ή και εκκαθάρισης».

Τα μέλη του ΣΥΚΑΛΑ απαίτησαν επίσης από την Αρχή Εξυγίανσης άμεση ενημέρωσή τους σε σχέση με τα πεπραγμένα της, καθώς και μεταβίβαση του ελέγχου της διαχείρισης της Λαϊκής σε νομίμως εκλελεγμένη επιτροπή των πιστωτών-καταθετών της.

Οι παλαιοί της Τράπεζας Κύπρου

Στην αντίπερα όχθη, οι παλαιοί μέτοχοι της Τράπεζας Κύπρου διεκδικούν και αυτοί το μισό -τουλάχιστον- ποσοστό αφού θεωρούν ότι αυθαίρετα η μονομελής, μέχρι το καλοκαίρι, Αρχή Εξυγίανσης, δηλαδή ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας, αποφάσισε να παραχωρήσει μετοχές αξίας 850 εκατομμυρίων περίπου στους μετόχους της Λαϊκής. Οι παλαιοί μέτοχοι, όπως επανειλημμένα έγραψε η εφημερίδα μας, λένε ότι στη Λαϊκή Τράπεζα θα έπρεπε να δοθούν 424,550 εκατομμύρια αντί 844,014 εκ. που της δόθηκαν ως αντίτιμο για την εξαγορά της από την Τράπεζα Κύπρου.

Το επιχείρημά τους αυτό φαίνεται άλλωστε ξεκάθαρα και στον ισολογισμό της Τράπεζας Κύπρου που είναι αναρτημένος στην ιστοσελίδα της. Συγκεκριμένα στη σελίδα 17 των λογαριασμών, φαίνεται ότι η Τράπεζα Κύπρου πλήρωσε στη Λαϊκή 844,014 εκατομμύρια για να την αγοράσει, ενώ κανονικά θα έπρεπε να πληρώσει 424,5 εκ. Αυτή, σύμφωνα με τους λογαριασμούς, ήταν η αξία ενεργητικού και υποχρεώσεων, της Λαϊκής, που πουλήθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου, η οποία, ως αποτέλεσμα αυτής της πράξης, υπέστη ζημιά ύψους 420 εκατομμυρίων, ζημιά την οποία επωμίσθηκαν οι μέτοχοι της Τράπεζας Κύπρου προς όφελος της Λαϊκής.

Οι ελεγκτές της Τράπεζας Κύπρου, ο οίκος Ernst & Young, από τη δική τους πλευρά, δηλώνουν ότι δεν είναι σε θέση να εκφράσουν άποψη για την προσέγγιση της τράπεζας σε σχέση με τον τρόπο που επιμετρήθηκε η εύλογη αξία της τιμής της Λαϊκής την ώρα της εξαγοράς της. Η ίδια η Τράπεζα Κύπρου στις σημειώσεις των εξαμηνιαίων αποτελεσμάτων, τα οποία δημοσιοποίησε τον περασμένο μήνα, δηλώνει ότι τα ποσά που αναφέρει σε σχέση με την εύλογη αξία του τιμήματος εξαγοράς της Λαϊκής είναι προσωρινά «και τυχόν προσαρμογές που θα προκύψουν, θα αναγνωριστούν αναδρομικά αργότερα, ως εάν η λογιστικοποίηση της συνένωσης επιχειρήσεων να ολοκληρώθηκε κατά την ημερομηνία εξαγοράς».

Η δήλωση αυτή καθώς και η απόφαση των Ernst & Young να μην εκφράσουν γνώμη, αποτελεί όπως είναι αναμενόμενο ισχυρό όπλο στα χέρια των παλαιών μετόχων της Τράπεζας Κύπρου οι οποίοι, πάντως, μέχρι και την Παρασκευή δεν είχαν ανακοινώσει οτιδήποτε για τη δική τους θέση ενόψει της αναζήτησης τρίτου αγοραστή, σύμφωνα και με το μνημόνιο.

Η Αρχή Εξυγίανσης όμως προχωρεί, όπως δήλωσε και πηγή από την Κεντρική Τράπεζα, με τους δικούς της σχεδιασμούς: Να βρει αγοραστή για το 18%. Θεωρείται μάλιστα ότι το ιδανικότερο θα είναι να ενδιαφερθεί μεγάλη ξένη τράπεζα, μια και κάτι τέτοιο θα βοηθήσει να αποκατασταθεί η αξιοπιστία της Τράπεζας Κύπρου αλλά και της οικονομίας του τόπου γενικότερα.

Κυνηγά τους μεγάλους οφειλέτες

Η ΤΡΑΠΕΖΑ Κύπρου προχωρεί και αυτή με τους δικούς της σχεδιασμούς σε σχέση κυρίως με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, ώστε να καταστεί περισσότερο ελκυστική σε τυχόν ξένους επενδυτές, σύμφωνα με τα όσα ανέφερε πηγή στην εφημερίδα μας. Η δημιουργία ειδικής μονάδας εντός της τράπεζας, η οποία άρχισε ήδη να εργάζεται πυρετωδώς προς την κατεύθυνση των μεγάλων οφειλετών, που είναι κυρίως επιχειρηματίες ανάπτυξης γης, χωρίς φυσικά να αφήνει πίσω και τους μικρότερους οφειλέτες.

«Υπάρχουν οφειλέτες», ανέφερε η ίδια πηγή, «που αποφάσισαν ότι δεν θα πληρώνουν τα δάνειά τους, όχι επειδή δεν μπορούν αλλά επειδή δεν θέλουν, με την ελπίδα ότι στο τέλος ''κάτι θα γλιτώσουν''. Αυτό όμως δεν πρόκειται να γίνει, όλοι θα πρέπει να αντιληφθούν πως οι εποχές που υπήρχε ανοχή, έχουν παρέλθει. Μεγάλοι και μικροί πρέπει να αποπληρώσουν τα δάνειά τους με τον άλφα ή τον βήτα τρόπο. Είτε καταβάλλοντας, δηλαδή, κανονικά τις δόσεις τους εφόσον είναι σε θέση να το κάμουν, είτε μέσω διακανονισμού με τρόπο που να βοηθούνται να αποπληρώσουν το δάνειό τους».

Σε παρατήρησή μας ότι κυκλοφορεί τις τελευταίες εβδομάδες, και δεν έχει διαψευστεί, ότι είναι δυνατόν να υπάρξει και κούρεμα δανείων, μας ελέχθη ότι αυτό δεν αποκλείεται, είναι όμως το έσχατο μέτρο που θα χρησιμοποιηθεί ώστε μια τράπεζα να μη χάσει ολόκληρο το ποσόν που της οφείλει κάποιος. Κατ΄ αρχήν, μας ελέχθη, θα γίνεται αξιολόγηση της δυνατότητας αποπληρωμής ενός δανείου με μείωση της δόσης, αναδιάρθρωση κτλ. Στις περιπτώσεις εκείνες που θα διαπιστωθεί ότι υπάρχει ο κίνδυνος η τράπεζα να χάσει ολόκληρο το ποσόν που της οφείλεται, τότε το δάνειο θα χωριστεί στα δύο, με το ένα μέρος να είναι πληρωτέο και το υπόλοιπο να διαγραφεί. Αυτό όμως πρέπει να επανατονισθεί πως θα είναι το έσχατο μέτρο και θα χρησιμοποιηθεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.