
27.09.2015
Χρύσανθος Τσουρούλλης
Ο διάδοχός του στην ηγεσία του κόμματος έκανε αυτές τις μέρες ένα βήμα παραπάνω από εκείνον. Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης είχε μιλήσει πιο παλιά κατ' επανάληψιν για το «οικονομικό μπουμ» που θα έρθει με τη λύση. Ο Αβέρωφ Νεοφύτου αναφέρθηκε στα μεγάλα οφέλη που θα έρθουν από τις οικονομικές σχέσεις με την Τουρκία. Προβάλλεται με απλά λόγια και όχι αδίκως, ότι η μεγάλη και αναπτυσσόμενη τουρκική οικονομία μπορεί να φέρει οικονομικό όφελος για τους Κυπρίους. Ταυτόχρονα, όμως, είναι ήδη φανερό ότι και το ΚΕΒΕ έχει ξεκινήσει μια εκστρατεία... «οικονομικής γοητείας».
Βουλευτής της αντιπολίτευσης θεωρεί, όμως, ότι αυτή η «εκστρατεία οικονομικού οφέλους» δείχνει αδυναμία. Η εκτίμησή του είναι ότι επειδή οι συνομιλίες «κολλούν» στα ακανθώδη, οι συναγερμικοί στρέφουν την προσοχή στο οικονομικό δέλεαρ...
Τι λέει η Ιστορία
Όταν όμως μιλούμε για το μεγάλο όφελος από μελλοντικές συναλλαγές με τον... παραδοσιακή εχθρό του Ελληνισμού, κάποιος καθηγητής Ιστορίας θα θύμιζε την τύχη που είχαν οι μεγάλες ελληνικές επενδύσεις στην Τουρκία στο παρελθόν. Τότε, με το περίφημο σύμφωνο ελληνοτουρκικής φιλίας Βενιζέλου-Ινονού στα χρόνια του 1930. Παίρνοντας θάρρος από την πολιτική Βενιζέλου, Έλληνες επιχειρηματίες έκαναν μεγάλες επενδύσεις και συνεργασίες με τουρκικά συμφέροντα. Η Τουρκία προσφερόταν, γιατί ήταν μια μεγάλη υποανάπτυκτη χώρα με δυναμικό. Αλλά μετά δεν άργησε η ώρα που εκείνες οι επενδύσεις έγιναν «καπνός», όταν γύρισε το πολιτικό ρολόι και η Τουρκία αποφάσισε να προβάλει ξανά τα... δόντια της.
Σ’ αυτήν τη συζήτηση η ηγεσία του ΔΗΣΥ θα απαντούσε ότι «η Τουρκία άλλαξε». Στην αντίπερα όχθη το βλέπουν όμως εντελώς διαφορετικά: «εάν το κυβερνών κόμμα θεωρεί πρόοδο τη νεοσουλτανική εποχή του Ταγίπ Ερντογάν και τα ερωτοτροπήματα του με τον ISIS, τότε έχουμε πρόβλημα...».
Μια εκστρατεία «οικονομικής γοητείας»;
Σε γενικές γραμμές η αντιπολίτευση του Κυπριακού απαντά στο οικονομικό δέλεαρ, ότι «μια χαρά τα καταφέρνει η Κύπρος από το 1960 μέχρι σήμερα και δεν χρειάζεται τουρκικά οικονομικά δεκανίκια, που μόνο μπελάδες και περιπέτειες μπορεί να σημαίνουν». Όπως τόνιζε νεαρό ανερχόμενο ΔΗΚΟϊκό στέλεχος, «βρίσκονται σε μεγάλη αντίφαση, γιατί από τη μια μας λένε ότι ο Αναστασιάδης έκανε ένα μικρό θαύμα και η οικονομία διορθώνεται, και από την άλλη ότι τώρα έχουμε ανάγκη για σπρώξιμο μιας λύσης». Αλλά και από την πλευρά του «συνοδοιπόρου» ΑΚΕΛ μπορεί να σωπαίνουν σε αυτό το ζήτημα, αλλά δεν βλέπουν πάντα με καλό μάτι αυτήν την «οικονομικίστικη ανάγνωση». Παλιό αριστερό στέλεχος σχολίαζε τη «λάθος τακτική» και τόνιζε ότι «αυτό που κάνουν ο Αβέρωφ και οι φίλοι του βάζει την ειρήνη σε δεύτερη μοίρα και θυμίζει απλά φιλαργυρία...».
Στα επιτελεία προεδρικού-Πινδάρου παρουσιάζονται αισιόδοξοι ότι «ο κόσμος θα σκεφτεί οπωσδήποτε και το φανερό οικονομικό όφελος που μας περιμένει». Είναι η προσφιλής τακτική βρετανικής εμπνεύσεως «μαστίγιο-καρότο». Από τη μια προβάλλεται ο φόβος της «διχοτόμησης-αναγνώρισης-τουρκοποίησης» και από την άλλη το καρότο του... οικονομικού οφέλους και του πλούτου.
Ποια είναι όμως στ’ αλήθεια τα «συν» και τα «πλην» μιας ενδεχόμενης λύσης όπως γνωρίζουμε τα πράγματα;
Θα είναι κέρδος που θα μεγαλώσει η οικονομία;
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αν η Κύπρος γίνει ξανά μια ενιαία οικονομία και προσθέσει τους πλουτοπαραγωγικούς πόρους στα κατεχόμενα, θα υπάρξουν σημαντικές προοπτικές. Με δυο λόγια θα γίνει πιο πλούσια. Αυτήν την προοπτική τονίζει αρκετά πιο συγκρατημένα σε συνεντεύξεις του και ο Υπουργός Οικονομικών. Εξάλλου, στον σημερινό πληθυσμό των περίπου 800 χιλιάδων, θα προστεθεί πληθυσμός περίπου 300-400 χιλιάδων.
Οικονομολόγοι σχολιάζουν, πάντως, το «κόστος της ενσωμάτωσης». Μπορεί να μην είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα με τη συνένωση της Γερμανίας, λέει καθηγητής ιδιωτικού πανεπιστημίου, αλλά θα υπάρχουν ανάλογα φαινόμενα. Άλλος συμπληρώνει ότι σημασία θα έχει και πώς θα μοιραστεί αυτός ο «πρόσθετος πλούτος». Θα έχουμε κερδοσκοπία, που συχνά ευνοείται σε τέτοιες «μεταβατικές συνθήκες» ή κάποια συνολική οικονομική δυναμική;
Πάντως, ορισμένα στελέχη στο Υπουργείο Οικονομικών ήδη ανησυχούν «σιωπηρά» για το «πώς θα ενσωματωθεί αυτός ο πληθυσμός σε μια ενιαία οικονομία». Παλιά σχετική μελέτη είχε δείξει ότι «ιστορικά οι Τουρκοκύπριοι έχουν συνηθίσει να επιβιώνουν οικονομικά επειδή ήταν συνδεδεμένοι με την εξουσία, ενώ την τελευταία περίοδο οικονομικά επιβιώνουν μέσα σε ένα σχήμα κρατικής οικονομίας με επιχορηγήσεις».
Αυτό, μας λέει καθηγητής-ερευνητής του ιδιωτικού τομέα, είναι ακριβώς το αντίθετο από εκείνο που εδώ και μερικά χρόνια προσπαθούμε να κάνουμε με το Μνημόνιο και ρωτά: «μπορεί να συνεννοηθούμε για την οικονομική διαχείριση;». Υπάρχει κι ένα επίκαιρο, παράπλευρο θα πουν κάποιοι, ερώτημα: Η «μεγάλη μεταρρύθμιση του δημόσιου τομέα», που προωθείται αυτόν τον καιρό και στη Βουλή, έχει άραγε λάβει καθόλου υπ' όψιν το ενδεχόμενο μιας λύσης; Δηλαδή, με άλλα λόγια, αυτά που αποφασίζονται με τόσες προσπάθειες, θα ισχύουν μόνο για τους Ελληνοκυπρίους;
Οικονομικές σχέσεις με Τουρκία, αλλά ανεξέλεγκτος λογαριασμός γραφειοκρατίας;
Αν έρθει η ώρα που θα αναπτυχθούν διεθνείς εμπορικές σχέσεις και με την Τουρκία, μπορεί κανένας να καταλάβει τα οφέλη. Ειδικότερα μάλιστα, τονίζουν επαΐοντες, στον τομέα της ναυτιλίας.
Για πολλούς, όμως, παραμένει μεγάλο ερωτηματικό το κόστος της ομοσπονδιακής γραφειοκρατίας. Ενώ πιο εξειδικευμένα, κάποιοι είναι επιφυλακτικοί για να δουν τις ίδιες τις διαδικασίες λήψεως αποφάσεων, ρυθμίσεων, αλλά και απονομής δικαιοσύνης σε «ομοσπονδιακό σενάριο».
Πράγματι, όπως όλοι γνωρίζουν, η Κύπρος δεν θα έχει μια, αλλά τρεις κυβερνήσεις. Όποιες και αν είναι οι πολιτικές και νομικές ρυθμίσεις, αλλά και αν αποφευχθούν σκόπελοι «χωριστής οντότητας», δεν θα παύει στην πράξη να υπάρχει ένα τρικέφαλο κράτος. Σίγουρα θα υπάρχει διπλή-τριπλή αστυνομία, διπλό-τριπλό δικαστικό σώμα, εκπαίδευση και διάφορα άλλα. Ενώ στους μηχανισμούς νομοθέτησης και λήψης αποφάσεων, θα λειτουργούν τέσσερα κοινοβουλευτικά σώματα!
Η πρόσφατη εμπειρία 2008-12, όταν η διακυβέρνηση πτώχευσε την Κύπρο, όπως δεν παύει να υπενθυμίζει ο ΔΗΣΥ εκνευρίζοντας το ΑΚΕΛ, δείχνει ότι το διοικητικό κόστος και η επιβάρυνση της οικονομίας από την πολιτική διαχείριση μόνο αστείο δεν είναι. Το περίεργο με τις διαπραγματεύσεις, έλεγε γνώστης των εξελίξεων, είναι ότι «στην Κύπρο των μνημονίων, των μελετών και των προβλέψεων δεν έγινε ούτε και παρουσιάζεται καμία σοβαρή μελέτη με αριθμούς για την περίπτωση μιας λύσης». Πληροφορίες επιμένουν ότι στα κρατικά συρτάρια υπάρχει ένα «shadow paper», που βάζει κάτω τα πράγματα με αριθμούς και σενάρια, αλλά «δεν είναι επικαιροποιημένο». Δεδομένο είναι πως γύρω από το ζήτημα υπάρχει αδικαιολόγητα ένα μεγάλο πέπλο μυστηρίου...
Ο ΔΗΣΥ, από τα όσα κατά καιρούς λέει και ο Πρόεδρός του, αν κόστος της λύσης θεωρούνται τα χρήματα που θα χρειαστούν στην Αμμόχωστο και αλλού, δεν τα θεωρεί κόστος, αλλά επένδυση. Δεν είναι λανθασμένη η σκέψη. Αλλά, προσθέτει κάποιος ακαδημαϊκός, «αν μιλάμε για επένδυση, το ερώτημα είναι και πού πάει το κέρδος...». «Σίγουρα δεν θα κάνει αυτές τις επενδύσεις το κυπριακό κράτος», προσθέτει. «Πού θα πάνε, για ποιον είναι και τι θα γίνουν αυτά τα κέρδη, είναι το ερώτημα...».
Φυσικό αέριο και νερό
Αν το φυσικό αέριο θεωρείται «δεδομένο» ότι θα είναι ομοσπονδιακή αρμοδιότητα, για να επωφεληθούν και οι Τουρκοκύπριοι, δεν έχουν ξεκαθαρίσει το ίδιο όλα τα θέματα. Τι θα γίνει με το νερό, μας έλεγε τεχνοκράτης με ειδικότητα στην αγροτική οικονομία. Υπάρχουν, υπενθυμίζει, μέχρι τώρα «συμφωνίες» ανάμεσα στην Τουρκία και το ψευδοκράτος, και αυτές δεν προβλέπουν ότι θα έρθει νερό για όλη την Κύπρο.
Τέτοιες συμφωνίες θα καταργηθούν; Το προβλέπουν οι διαπραγματεύσεις; Θα μπορεί κάτι να εμποδίζει στο μέλλον το ομόσπονδο τουρκοκυπριακό κρατίδιο να κάνει τέτοιες κινήσεις; Γιατί, «αν φτάσει τουρκικό νερό μόνο στη μια πλευρά», καταλήγει, «θα αλλάξουν αμέσως οι ισορροπίες στον γεωργοκτηνοτροφικό τομέα, τον τουρισμό και την οικονομία ολόκληρη».
Πράγματι, δεν πάνε πολλά χρόνια που λέγαμε ότι «οι πόλεμοι του μέλλοντος θα γίνουν για το νερό». Αλλά και αν δεν γίνει κάποιος «πόλεμος», με μια τέτοια ανισορροπία υδάτινων πόρων, ουσιαστικά οι «εταίροι» μας στον Βορρά θα μας κρατούν στο χέρι!
Από τον αντίποδα, όταν γίνεται αυτή η συζήτηση, ακούει κανείς το αντεπιχείρημα. «Εντάξει, και αν δεν υπάρξει συμφωνία και λύση, τι θα γίνει άμα φέρουν το νερό;».
Άρα αυτές οι συζητήσεις περισσότερο δημιουργούν παρά απαντούν σε απορίες. Όταν δεν υπάρχουν απαντήσεις για γνωστά θέματα, πολύ περισσότερο δεν αντιμετωπίζονται μελλοντικά ζητήματα. Όπως τόνιζε άλλος ερευνητής, «μιλάμε για το νερό που κάτι μάθαμε, αλλά τι θα γίνει αν σε κάποιο μέλλον αποφασίσουν στην άλλη πλευρά να φέρνουν ηλεκτρικό ρεύμα από... πυρηνική ενέργεια; Απέναντι κτίζουν πυρηνικό εργοστάσιο...».
Κλειδί η διακυβέρνηση;
Πολιτικός αναλυτής, με έντονες νεοφιλελεύθερες απόψεις, επιμένει ότι το κλειδί για πολλά από αυτά θα είναι το πώς θα κυβερνηθεί η ομόσπονδη Κύπρος.
Αν έχουμε το ανεπιθύμητο μοντέλο «εκ περιτροπής προεδρίας», τότε θα υπάρχει κίνδυνος σε κάποιες στιγμές να λαμβάνονται πολύ καθοριστικές αποφάσεις τις οποίες δεν θα μπορούμε να ελέγξουμε. Θα μπορεί σε μια-δυο δεκαετίες να έχει επικρατήσει πλήρως ένα «κρατοκεντρικό μοντέλο», το οποίο υποτίθεται τώρα προσπαθούν να αλλάξουν με το Μνημόνιο.
Από αυτήν την άποψη, καταλήγει, «οι αριστεροί πρέπει να εμπνέονται από μια λύση που θα βάλει στο παιχνίδι και τουρκοκυπριακές πολιτικές δυνάμεις, που συνήθισαν και θέλουν περισσότερο κράτος. Αλλά οι φιλελεύθεροι θα έπρεπε να είναι προσεκτικοί, γιατί κινδυνεύουν να συμβεί εκείνο που λένε ότι είναι πηγή καταστροφής». Στα τουρκοκυπριακά πολιτικά πράγματα, εξηγεί, σχεδόν ολόκληρο το φάσμα, από τα αριστερά μέχρι τα δεξιά, έχει μια πολιτική κουλτούρα «της κοινωνίας που τη φροντίζει το κράτος».
Υπάρχουν, επομένως, δυο ενδεχόμενα, σύμφωνα με τον ίδιο συνομιλητή μας. Είτε θα έχουμε περιόδους που θα κυβερνά απ’ ευθείας, με τη λογική της εκ περιτροπής, η τουρκοκυπριακή κοινότητα και τότε η Κύπρος θα γέρνει σε επιλογές «κρατικοδίαιτης πολιτικής», είτε και χωρίς «εκ περιτροπής» η τουρκοκυπριακή πλευρά θα έχει αποφασιστικό ρόλο για τον σχηματισμό κυβερνήσεων. Δηλαδή, είτε το ΑΚΕΛ και οι πολιτικές του θα έχουν τον πρώτο λόγο, είτε και άλλοι μαζί με τους Τουρκοκυπρίους που προωθούν ανάλογες πολιτικές θα επικρατούν.
Σίγουρα επιδιώκουμε να είμαστε μαζί και να συμμετέχουν και οι Τουρκοκύπριοι, καταλήγει, αλλά θα πρέπει να ξέρουμε ότι από τη στιγμή που θα ενσωματωθούν στο πολιτικό σύστημα, θα είναι σαν να παίρνει το ΑΚΕΛ ένα... «μπόνους»! Ακόμα και αν η διακυβέρνηση είναι ένα «ανοικτό πολιτικό μοντέλο», θα χρειάζονται οπωσδήποτε συνεργασίες «across the line». Αυτό όμως σημαίνει ότι θα ενισχύονται αμέσως πολιτικές για «περισσότερο κράτος». Με την ευκαιρία, μας θυμίζει την «οξύτατη σύγκρουση του Ερντογάν με τους Τουρκοκυπρίους, όταν εκείνος τους εξηγούσε ότι δεν μπορεί να τους ταΐζει αιώνια το κράτος...».
Άγνωστος «Χ» η συνένωση των οικονομιών
Ένα άλλο πιο μεγάλο κεφάλαιο, που επίσης φαίνεται να μένει στο περιθώριο, είναι εκείνο της προσαρμογής. Μια συμφωνία για λύση, μας έλεγε γνωστός οικονομολόγος, δεν θα φτιάξει την οικονομία από την αρχή. Ένα από τα κλειδιά, σημειώνει, που μπορεί είτε να δώσει δύναμη είτε να δημιουργήσει προβλήματα και στρεβλώσεις, είναι η ομαλή ενσωμάτωση των κατεχομένων και η συνένωση των δυο κομματιών. Υπάρχουν και εδώ όμως αρκετοί «πονοκέφαλοι».
«Πού στηρίζεται η οικονομία στα κατεχόμενα; Μια από τις πιο γνωστές 'μπίζνες' είναι η βιομηχανία τυχερών παιγνίων και καζίνων. Αν δούμε τη νομοθεσία, που τόσο προσεκτικά, με τόσες ασφαλιστικές δικλίδες, έφτιαξε πρόσφατα η δική μας Βουλή, διερωτάται κανένας πώς θα χωρούσαν τα καζίνα που ανθούν στα κατεχόμενα σε μια τέτοια νομοθεσία. Μήπως θα έχουμε άλλους κανονισμούς από τη μια και άλλους από την άλλη; Αυτό είναι αδύνατο...».
Και δεν είναι μόνο τα καζίνα. Άλλη γνωστή δραστηριότητα στα κατεχόμενα είναι και τα κάθε είδους πανεπιστήμια. Κάποια είναι και πολύ καλά και σωστά οργανωμένα, μας έλεγε πανεπιστημιακός που τους γνωρίζει από πρώτο χέρι, όμως ορισμένα άλλα δύσκολα θα ονομάζονταν πανεπιστήμια. Ποιος θα εφαρμόσει ενιαίους κανόνες; Και τι θα γινόταν τότε, θα ήταν αποδεκτό να κλείσουν καζίνα, πανεπιστήμια και άλλα;
Ακόμα πιο ανησυχητικές είναι εκτιμήσεις για την κατάσταση στο real estate. Αν εδώ μιλούσαμε για «φούσκα», όταν το άφθονο τραπεζικό χρήμα έκανε την αξία μακρινών χωραφιών να ξεπεράσει σε ύψος «φιλέτα» στο κέντρο της πόλης, στην άλλη πλευρά στήθηκαν επιχειρήσεις από κάποιους που είχαν μηδενικό κόστος γης, αφού έχτισαν πάνω σε κατεχόμενη γη! Τι θα γίνει με τέτοιες εταιρείες και συμφέροντα, και πώς θα επιβιώσουν;
Παρόμοια ερωτήματα έβαλαν και γνώστες του τραπεζικού συστήματος. Πώς θα ενταχθούν τραπεζικά ιδρύματα που λειτουργούν στην κατεχόμενη πλευρά; Θα πρέπει να είναι μέρος της Τραπεζικής Ένωσης, τώρα, διευκρίνιζε μέλος συμβουλίου τράπεζας και διερωτάται αν θα περάσουν «stress test», τονίζοντας περισσότερο το αρνητικό ενδεχόμενο: «και τι θα γίνει αν δεν περνούν και χρειάζονται μεγάλες αλλαγές και κεφάλαια; Φαντάζεστε ένα... 'κούρεμα' στα κατεχόμενα;»
Ένα... Μνημόνιο για τους Τουρκοκυπρίους;
Το πιο σοβαρό ζήτημα, που το θέτει όμως οικονομολόγος του δημόσιου τομέα, μιλά για προσαρμογή και εφαρμογή των ευρωπαϊκών κανόνων στα κατεχόμενα. Τι θα γίνει, ρωτά, θα έρθουμε αύριο μια μέρα με την υπογραφή της λύσης και θα πούμε ότι οι Τουρκοκύπριοι πληρώνουν ξαφνικά 19% ΦΠΑ; Πώς θα γίνει αυτό; Θα είναι ασύλληπτο, πιο σκληρό και από Μνημόνιο! Θα είναι, προσθέτει, σαν να μας έλεγαν εμάς, αντί να πάρουμε τον ΦΠΑ από 17% σε 19% λόγω Μνημονίου, να τον ανεβάζαμε στο 35%! Γίνεται κάτι τέτοιο; Αλλά, καταλήγει, ούτε γίνεται στη μια πλευρά να έχουμε 19% ΦΠΑ και στην άλλη κάτι διαφορετικό. Είτε έτσι είτε αλλιώς, θα πρέπει να υπάρξει ένα «σοκ». Το ζήτημα είναι ποιος θα το υποστεί...
Το ίδιο λέει ότι ισχύει γενικά με τα φορολογικά. Διότι δεν έχει μελετηθεί αρκετά το τι ισχύει στην «άλλη πλευρά» και πώς μπορεί να γίνει μια τόσο μεγάλη προσαρμογή. Αλλά είναι κατηγορηματικός, ότι προσαρμογή και εξομοίωση πρέπει να γίνει. Διαφορετικά δεν ενώνεται η οικονομία, θα είναι σαν να έχουμε «σύνορα». Για να γίνει κάτι τέτοιο, θα έπρεπε να υπάρχει μεταβατική περίοδος αρκετών ετών, αλλά αυτό δεν φαίνεται για την ώρα να το σκέφτηκε κανένας. Πρέπει όμως και από την άλλη να διερωτηθούμε. Αν τα τελευταία μερικά χρόνια υπήρχε μια «μεταβατική περίοδος προσαρμογής» με αλλαγές, φορολογίες και διάφορες επιβαρύνσεις για τους Τουρκοκυπρίους και την οικονομία των κατεχομένων, πόσοι Τουρκοκύπριοι θα συνέχιζαν να θέλουν λύση;
Τα ακίνητα της εβδομάδας




