
03.06.2013
Πόπη Βακή
Ρίχνει το κεφάλι του πίσω χαλαρά, πάνω στην κοκκινωπή μαξιλάρα του μπαρμπέρη… Κλείνει τα μάτια, αφήνει έναν αναστεναγμό να φύγει -μισός από το στόμα, μισός από τα ρουθούνια- και περιμένει.
Σε λίγο τον καλύπτει ο αφρός, όπως η ομίχλη κάλυψε εκείνο το πρωινό τα σπίτια της γειτονιάς του. Ζοφερές οι μέρες και οι νύχτες του… Θολές όπως και η ψυχή του. Η ανεργία ισοπέδωσε την κάθε προοπτική του και το μόνο που του έμεινε, είναι να περιμένει...
Νιώθει τη λεπίδα να τον προσεγγίζει με μεγαλοψυχία! Οργώνει το μάγουλό του και κατεβαίνει μέχρι το λαιμό. ‘Έλα… κόψε μου την καρωτίδα’, του λέει ξαφνικά με θυμό. Ή μήπως με απελπισία;
Τα ακίνητα της εβδομάδας




