Sigmalive

Όλες οι ηλικίες του Διονύση


Όλες οι ηλικίες του Διονύση
Πρεμιέρα του τροβαδούρου στο Λονδίνο
 Τίτος Χριστοδούλου, Παροικιακή, Λονδίνο 2001


«Συνήθως η Ελλάδα στέλνει τους νέους της εδώ στην Αγγλία για να σπουδάσουν, κι η Αγγλία στέλνει στην Ελλάδα τους ηλικιωμένους της για να λιαστούν στο ζεστό της κλίμα. Αυτή την φορά όμως, φαίνεται πως η Ελλάδα σας στέλνει ένα παππού που ήλθατε εδώ να ακούσετε».


Με τον αιφνιδιαστικό αυτό αυτοσαρκασμό, με τον οποίο συστήθηκε τόσο στα δύο βράδυα των συναυλιών γνωριμίας του στο κοινό του Λονδίνου (επιτέλους!) όσο και στην συνέντευξη τύπου στο Ελληνικό Κέντρο το πρωϊνό του Σαββάτου ο 54άρης Διονύσης Σαββόπουλος κατώρθωσε εκ προοιμίου να ανατρέψει την προσεκτικά και εμβριθώς, εις πλάτος και εις βάθος (μας) μελετημένη διαπίστωσή μας ότι ο αιώνιος έφηβος αλλά και πατέρας των παιδιών της γενιάς του Διονύσης Σαββόπουλος έχει πάρει μια δόση από στοχαστικός «πατέρας».


Ένας πιο αναπαυμένος με τους (όσο αιχμηρούς) συμπερασμούς του και πιο «γλυκούτσικος», χαδιάρης σχεδόν μέσα στον εκκεντρισμό του μεσήλικας γκουρού, μιλώντας - και πάλι διστάζοντας να μιλήσει - στα παιδιά (που «έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα») με μια αιωρούμενη στάση «κατανόησης» δια της ταύτισης («κι εγώ μαζί, αγέραστος ή ξανανεάζων») και παράλληλα «συμπαθούσας πείρας» που προικοδοτεί η ηλικιακή απόσταση -εκείνο το «κι εγώ ήμουν εκεί που είστε τώρα» του πατέρα. Πατέρας; Ο Διονύσης μας αφοπλίζει υπερακοντίζοντας. «Όχι, πιάσατε την μισή αλήθεια: ήλθατε να ακούσετε ένα παππού»


Ναι, βέβαια, παππούς. Η ηλικία που περιέχει όλες τις άλλες, που έχοντας τες όλες ξεπεράσει, δεν αρνιέται πια καμμία, αλλά και δεν περιχαρακώνονται και (περι)ορίζεται από καμμιά στιγμή της. Ο Διονύσης στην τελική συνάντηση και αναγνώριση του εαυτού του σαν ιστόρησης πάνω από όλα στο πρώτο ενικό, σαν χάρτη μιας προσωπικής διαδρομής όπου και οι πιο ιστορικές αμφισβητήσεις εκείνου και της γενιάς του, τα 114, και η αντιχουντική εξέγερση και οι καταλήψεις ήταν εκφράσεις του προσώπου και της ατομικής συνείδησης σε διάλογο και αμάχη - κι απορία - με τον κόσμο γύρω της («Δεν περιγράφω την πραγματικότητα, δεν την αναπαριστώ, δεν θέλω να την φέρω στα μέτρα μου. Θέλω να της απαντώ μονάχα, αδέξια έστω…
Για μένα η αμφισβήτησή μας ήταν ένα αίτημα του προσώπου. Η εξουσία, η κοινωνία, είναι πράγματα απρόσωπα, ορθολογιστικά και απάνθρωπα. Το ότι αυτή μου η μικρή ιστορία της αμφισβήτησης με οδηγεί τώρα σε ένα πλησίασμα των κοντινών μου προσώπων, του τόπου μου και της πνευματικής του παράδοσης το θεωρώ απόλυτα φυσιολογικό»).


Ένας πρωτεϊκός παρωδός των εμπνεύσεων του, υιοθετώντας και υπομεύοντας ταυτόχρονα με τον ανατρεπτικό μιμητισμό του σύμβολα και κυρίαρχες φιγούρες στο πολιτιστικό του σύμπαν για να φτάσει τώρα στην συνολική του ηλικία σαν το κρεμμύδι να ξεφλουδίζεται από τις στολές του ώστε να οριστεί σε συνάντηση και συνάρτηση με το άμεσα δοσμένο γύρω του: «τους κοντινούς του, τα αγαπημένα του πρόσωπα, τον τόπο του και τα παιδιά του». Και να ζητεί την ελπίδα της ανταρσίας πια όχι στις οικουμενικές ουτοπίες αλλά στους οικείους τόπους, στο άμεσο μας (δι)άνυσμα μετρώντας το πρωταρχικό μας όρισμα.
«Τι καταπληκτικό πράγμα αυτοί οι καλόγεροι. Ο τόπος που θέλουν να φθάσουν είναι ο δρόμος που περπατούν». Η επίσκεψή του προ ετών στο ‘Αγιο Όρος (όπου όπως δήλωσε σε συνέντευξή του «την έκανε λαχείο») τον κληροδότησε με το νεο-ορθόδοξο λεξιλόγιο του «προσώπου», της «συνάντησης», των «κοινοτήτων» «του τόπου του»: σαν χωρίου, σαν βιωμένου χώρου και σαν σταδιακής οικείωσης του «εμείς» από το κλειστό κι αόριστο εγώ που έτσι σηματοδοτείται κι ολοκληρώνεται: Οι Έλληνες αεί παίδες εστέ.
Ο άπειρος γερο-παππούς Δινούσης μαθαίνοντας τις έσχατες αλήθειες του στην αγάπη του τόπου του και των πλησίον του. Αλλά κι αν κατηγορήθηκε στη βάση αυτή για στροφή στον «συντηρητισμό» έχει δικαίωμα να του συγχωρηθεί οπωσδήποτε η χωρίς κλισέ αναγνώριση κι εδώ μιας προσωπικής πορείας αυτοαναδίφησης που τον φέρνει στα πρωταρχικά συστατικά του και επανερμηνεύει με αυτά το όλον του, ως «αρχές» του αναγνωρίζοντας τα ουσιώδη του «στοιχεία».


Ο μοναχικός τραγουδιστής του προσωπικού πόνου στο «Φορτηγό» αγκαλιάζει πια, στο πλουτισμένο με το «εμείς» εγώ του, όλα τα «παιδιά μας», τους ομηλίκους του «και τα παιδιά των ομηλίκων του», ξεφαντώνοντας τώρα στους «χορούς κυκλωτικούς» της φυλής, και δίνοντας μια θετικότερη οπωσδήποτε χροιά στον θλιβερό απολογισμό του «εμείς, εμείς, εμείς» «της δύστυχης» «Γενιάς του ‘60», τον επώδυνο αυτό χαμηλότονο «εις εαυτόν διάλογο αλλά και με τους εαυτούς και των ομηλίκων» για να υπερασπίζεται τώρα ό,τι σε μάς προσδιορίζουν οι δεσμοί μας: «ο Θεός να φυλάει τους δεσμούς μας».


Είναι ήδη φανερό, στον υποψιασμένο αναγνώστη, ότι κάθε προσπάθεια ανάγνωσης του Σαββόπουλου παραπαίει ανάμεσα στις συμπληγάδες μιας ανειλικρινώς αποστασιοποιημένης κι ασύμμετρης ακαδημαϊκής εμβρίθειας και στην αυταπάτη της αυτοκατοχύρωσης των όποιων προσωπικών εξεγέρσεων - οπότε ενοχοποιείται χωρίς χρονοτριβή και ζητείται άμεσα η κεφαλή του τραγουδιστή επί πίνακι, σε οποιαδήποτε διάγνωση απόκλισής του από την παντιέρα στην οποία τον έχουμε σταμπάρει.


Κι είναι ακόμα φανερώτερο ότι όλες τούτες, οι αδέξιες ούτως ή άλλως χρονολογήσεις του Διονύση Σαββόπουλου μέσα από την ιστορία των στίχων του, καταλήγουν να μην είναι τίποτα άλλο από μια ετοιμόρροπη κατασκευή. Ο «αντιφατικός» και «ανοργάνωτος» Διονύσης περιέχει όλες τις ηλικίες και όλες τις στιγμές του, και σαν τις άπειρες σελίδες του βιβλίου του Μπόρχες δεν δέχεται την σημασιολόγηση μιας σειράς, μιας τάξης, πραγματικής ή θεωρητικά στηριγμένης - όσο ευφάνταστης και παρακινδυνευμένης.
Γεγονός που αντικατοπτρίσθηκε άλλωστε στο πρόγραμμα της «Unplugged», χωρίς play back συναυλίας του Ελληνικού Κέντρου, που θα μπορούσε να ονομαστεί και με μια επέκταση του τίτλου του δίσκου του σε «Τριάντα χρόνια (36!) κομμάτια».


Τριακόσια άτομα σε ένα γεμάτο μέχρι τα μπούνια, από τοίχο σε τοίχο και από πάτωμα μέχρι ταβάνι - πρωτόγνωρα υπερχειλίζων ήταν και ο εξώστης - στο Ελληνικό Κέντρο, από κάθε ηλικία και επαγγελματική τάξη ή κοινωνικο-πολιτιστικό στίγμα, όλοι αναγνώριζαν ένα κομμάτι εαυτού στα «άπειρα κομμάτια» των τριάντα χρόνων Σαββόπουλου, και είτε ίσάριθμων είτε μισών ή και λιγότερο ακόμα χρόνων της συμπόρευσης των ακροατών του με τα τραγούδια του «εθνικού τροβαδούρου, παλιού φίλου, πατέρα, γκουρού ή φίλου».
Με την είσοδο του τραγουδοποιού στο πάλκο η απορία απαντάται με ερώτηση: «Γιατί δεν έχει ποτέ μέχρι τώρα εμφανισθεί στο Λονδίνο;». «Αλήθεια, γιατί; Δεν έτυχε;». Εκείνο που θέτει παράδοξα η περίσταση αυτή της πρώτης εμφάνισης είναι ότι ο τραγουδιστής της νιότης του ακροατηρίου, είτε της παλαιάς νιότης των ανθρώπων της γενιάς του ‘’60, και λίγοι δεν ήσαν ανάμεσα στους επαγγελματίες εφοπλιστές, καπεταίους και τραπεζίτες στο πολυσυλλεκτικό ακροατήριο, είτε της τρέχουσας νιότης των όχι ολίγων φοιτητών, «τα παιδιά των ομηλίκων μου» - άρα παιδιά μου ή σαν παιδιά μου», έχει έλθει πια παππούς.


Κερδίζεται έτσι και μια ανώτερης τάξης κατανόηση από την τρίτη ηλικία που ξεπερνά το χάσμα των δύο προηγουμένων γενεών και κάθε αντιπαλότητά τους, είναι η τρίτη κίνηση της εγελιανής διαλεκτικής, που ξεπερνά την αντίθεση σε μια καινούρια σύνθεση.


Μετά τους πρώτους αστεϊσμούς των συστάσεων, το κοινό καλείται να θυμηθεί θρηνητικά «Την θανάσιμη μοναξιά του Αλέξη Ασλάνογλου» («Αυτή η νύχτα η καρδιά μου είναι βαριά / δεν υπάρχει ούτε μια λέξη να μου δώσεις / αλλά εσύ που μ’ αγαπούσες μια φορά / όπως πριν και τώρα θα με νιώσεις» - κι ο καθένας να τολμά να νιώσει στο δεύτερο πρόσωπο πως είναι αποδέκτης.


Στους ίδιους πονεμένα εκμυστηρευτικούς τόνους το «Μυστικό τοπίο» από το «Τραπεζάκια έξω» και η αναπόφευκτη κι εδώ υποψία ενός υπόγειου διαλόγου με το κοινό του «Κι όπως σ’ ένα τοπίο μυστικό / αντικρυστά στο κήτος / έτσι μια ευλογία που αγνοώ / με κρατάει / στο δικό σου μήκος». Ακολουθεί η απόλυτη μπαλάντα «Δημοσθένους Λέξις» από το Βρώμικο Ψωμί, και το κοινό κατανυκτικά σιγοψιθυρίζει τους στίχους του Σαββοπουλικού Ακάθιστου ύμνου.


Αισθάνεται να θέλει κανείς να σηκωθεί από σεβασμό ενώ η ορχήστρα (Βασίλης Πιερακέας: κιθάρα, φωνητικά, Τάκης Φαραζής: πιάνο, ακορντεόν και Κώστα Θεοδώρου: κοντραμπάσο) αποδίδει με ένα κρεσέντο έντασης την κραυγή ωδίνης της «Λέξης» εκείνης. Ο Μικρός Μονομάχος φέρνει σκέψεις από την δήλωσή του ότι «τα παιδιά μας είναι οι Μικροί Μονομάχοι», σε συνέντευξή του στο Ερουρέμ του Στέλιου Ράμφου με τίτλο «Το Θέατρο της Φωνής»: όταν προσδιόριζε μάλιστα τους μοτοσυκλετιστές της πράσινης γραμμής στη Δερύνεια στην Κύπρο σαν τους Μικρούς Μονομάχους. («Ο Θεός να φυλάει τα παιδιά μας, να τα έχει καλά.


Εϊναι η χαρά των ματιών μας και είναι η ελπίδα μας» είχε καταλήξει η συνέντευξη εκείνη, με τον Διονύση τόσο πατέρα όσο πουθενά αλλού). Το δεύτερο πρόσωπο μένει στο «Έλα κοντά / μην κάνεις πίσω / το χέρι κράτα μου σφικτά / να σου μιλήσω» , στο τρυφερό «Να με προσέχεις», ενώ τρυφερές μνήμες του πιο προσωπικού για τον καθένα παρελθόντος επικαλείται το «Είδα την Άννα Κάποτε».


Την προσωδιακή εμμέλεια του ελληνικού λόγου τονίζουν στίχοι όπως το «τι να καταλάβουμε οι φτωχοί», αποδίδοντας έμμετρα το άμετρο αίσθημα και ποσοτικοποιώντας τον τόνο της ωδίνης. «Κατάγομαι από ένα κόσμο που μιλάει τραγουδώντας», θυμηθήκαμε αναφορά του σε συνέντευξή του, εννοώντας την προσωδία, «την έρρυθμη και μουσική εκφορά του λόγου, κυρίως δε την ταύτιση λέξεως και ήχου». Πρόκειται και εδώ για την επίδειξη της πνευματικής διάστασης του λόγου, της μεγάλης παράδοσης του «θεάτρου της φωνής», δένοντας την ύλη και το περιεχόμενο το σημαίνον σε μια υλομορφική ενότητα που περιλαμβάνει στον ορχούμενο λόγο το είναι του τραγουδιστή.


Είναι πάνω από όλα έτσι μια ένωση αγάπης που απορροφά κι εμπλέκει ολοκληρο τον τραγουδιστή στο σημαίνον της φωνής και όπου «οι φυσιογνωμίες των καλλιτεχνών, η επιδερμίδα τους, το βλέμμα, ο ήχος και ο τρόπος που κινούνται μας παραπέμπουν σε χρόνο και σε τόπο αληθινό».(Διονύση Σαββόπουλου, «Το Θέατρο της Φωνής»). Φωνή, και προσωδία και όρχηση στο ρυθμικό ρεφραίν «τα-ρά-ταρά- ταράμ- τατα», κι ο Σαββόπουλος αρπάζει την γέφυρα του ανεβασμένου, χορευτικού τόνου για να περάσει σε ζωηρότερους ήχους των αγωνιστικών τραγουδιών, της «Συγκέντρωσης της ΕΦΕΕ» και του «Τι έπαιξα στο Λαύριο», μεταρρυθμισμένα με τζαζίστικους τόνους για να συνυπάρχει με τις πολιτικές τους μνήμες και ένα διπλό παιχνίδι μετα-αναφοράς του καλλιτέχνη, που συνδυάζει το νέο φτιασίδι του υλικού του γνωστού τραγουδιού με την δοσμένη ιστορικότητα του μηνύματος του. Από την πονεμένη ιστορία αμέσως μετά στον διδακτικό μύθο του «Σταύρου του Κυρ Κότσυφα», και με πιο σαφή την παιγνιώδη διάθεση του Αισώπειου τροβαδούρου.


Ο Σαββόπουλος κινείται πια στην συνολικότερη διάσταση του, ανακεφαλαιώνοντας τον εαυτό του σαν δεμένη πλοκή μιας ενιαίας παράστασης, με στόχο την ψυχαγωγία.
Είναι τώρα ο απόλυτος «entertainer», ψάχνοντας την ενότητα του στην ψυγαγωγία του κοινού του και με πάλκο του πια ούτε τα σανίδια του Ελληνικού Κέντρου, ούτε καν τα αυλάκια των δίσκων του, αλλά τα μάτια, τα αυτιά και τις ψυχές του κοινού του. Ο φορμαρισμένος διάλογος του Κυρ Σταύρου ακολουθείται από την καφενόβια ιστόρηση μιας πλάκας του Κατσίμπαλη, από προσωπική μνήμη του τραγουδιστή στην μπουάτ του Μαγεμένου Αυλού στην Πλάκα, όπου σύχνασε ο Χατζηδάκις, ο Γκάτσος, και στην περίπτωση ο «Κολοσσός του Μαρουσίου Κατσίμπαλης. Ο Διονύσης ντύνεται το μανδύα του ρακοντέρ, ξεσηκώνοντας το Κέντρο με τις ατάκες της διήγησής του, για να φέρει το κέφι με τον Ζαμπέτα και το «Ναυτάκι Συριανό» σε ξεσήκωμα κεφάτο το κοινό του κέντρου - ο διπλανός μου Χιώτης αφήνει υψίφωνες νότες υπογραμμίζοντας το «και Καπετάνιο Χιώτης» - πονηρέ Διονύση, ξέρεις το κοινό σου.


Ήταν ένα κρεσέντο καθαρτικό από τις οδυνηρές μνήμες των χαμηλότονων μπαλαντών του πρώτου μισού του προγράμματος, «τραγωδία, τραγωδία, τραγωδία, κωμωδία» η παράδοση είναι αρχαία, και είναι σοφή.
Και είναι ο πανέξυπνα γλυστερός Διονύσης, διαφεύγοντας συνέχεια από κάθε στιγμή του, ενώνοντας στα άκρα τους τα αντίθετα, εκεί που θα τραγουδήσει μιλώντας, εκεί που θα μιλήσει παίζοντας, εκεί που θα θρηνήσει ή θα διδάξει αποδομώντας την ίδια του προσπάθεια, ή τον ίδιο του εαυτό, είναι ο λείος σαν λαδωμένος παλαιστής Διονύσης, ανεβάζοντας ολοέν τους τόνους και γυρνώντας από το διάλογο του δευτέρου προσώπου τώρα στο τέλος στο εμείς, κλείνοντας το πρόγραμμα με τα «tribal» τραγούδια της φυλής, , al» τραγούδια της φυλής, το Τσάμικο και το «Μας βαράνε ντέφια». Ξαναγλυστρά στο παρελθόν του Φορτηγού με την νεανική του υπογραφή με τη «Συννεφούλα» και την πονεμένη της αυτοειρωνία - ή μήπως ειρωνία του των μελό «πόνων» των τραγουδιών του καψούρη ερωτευμένου, πάντως ο ζωηρά ρυθμικό της τόνος φέρνει κι αυτός τα παλαμάκια του κοινού, όπως βέβαια και το τραγούδισμα από όλους των πασίγνωστων στίχων της.


Στο ίδιο ρυθμικά ζωηρό τόνο ο Καραγκιόζης, πάντα πια με τα χέρια να κροτούν τον ρυθμό, για να κλείσει με το γαλατικό τσιμπούσι (αλλά με τον τροβαδούρο όχι - ακόμα τουλάχιστον - δεμένο στο δέντρο), το «Ας κρατήσουν οι χοροί», ω τι αποκορύφωμα, όλοι χέρι χέρι «ν’ ανταμώνουμε, και να ξεφαντώνουμε, βρε, / με χορούς κυκλωτικούς / κι άλλο τόσο ελεύθερους / σαν ποταμούς».


Ποταμοί που μας είχαν πια παρασύρει, του ψυχαγωγού Διονύση Σαββόπουλο, ευχαριστημενου με το πρόγραμμά του, ευχαριστημένου απο μα, σερβίροντάς μας ουκ ολίγα «congratulations!», ευχαριστημένου πασιφανώς και ειρηνεμένου φαίνεται με τον εαυτό του (και με τους γονείς, παιδιά και τον τόπο του!).
Ποταμοί, ποτάμι που είχε πάρει, ας το δηλώσουμε, και το αρχικό μας «ξενέρωμα στη συνέντευξη Τύπου το πρωϊνό του Σαββάτου, όταν οι δημοσιογράφοι, κάπως εκτός κλίματος, νομίσαμε εμείς, ζήτησαν σχόλιο για… τον Μπιν Λάντεν. Για να εισπράξουν μια δήλωση ότι «η Αμερική έχει δικαίωμα στην αυτοάμυνα» και ότι «θα πρέπει και η Ελλάδα να σταθεί σύμμαχος της Αμερικής όπως (θαυμάσια) έχει κάνει («κάτσει», σκέφθηκα, για μια στιγμή), η Αγγλία».


Ο γλυστερός Διονύσης είχε αρνηθεί και πάλι να μας «κατοχυρώσει ιδεολογικά». Ίσως πάλι να έχει πράγματι «στρογγυλέψει» και να έχει (πώς να το πούμε) «ειρηνεύσει» πια με τα πράγματα, τον εαυτό του, τον κόσμο που αλλάζει, και που πατεράδες (πόσο μάλλλον οι… «παππούδες») μαθαίνουν να βλέπουν στα μάτια των παιδιών τους. Το ποτάμι έχει πράγματι κυλήσει, και ίσως πρέπει να συγχωρήσουμε (αν και δεν πρόκειται, βέβαια, να μας το ζητήσει), το στρογγύλεμα τούτο, όπως το συγχωρήσαμε και σε άλλες γέρικες κροκάλες, όπως ο Θεοδωράκης.


Αλλά πάντα θα νιώθουμε, από την άλλη, κατοχυρωμένοι και στην ανάγκη να ξυστούμε σε πιο τραχειές επιφάνειες.

Τα ακίνητα της εβδομάδας

Altamira doValue Group
Youtube logo

SigmaLive App

Κατεβάστε την εφαρμογή στο κινητό σας για άμεση και γρήγορη ενημέρωση.

AppStore App LinkGoogle PlayStore App Link

Ακολουθήστε μας

Παρακολουθήστε τις εξελίξεις μέσω των social media του SigmaLive


Newsletter

Εγγραφείτε στο Newsletter και μείνετε πάντα ενήμεροι!

Εγγραφή στο Newsletter