
01.12.2024
Τίτος Χριστοδούλου
Και τότε ο Δίας της αποκρίθηκεν ο νεφελοστοιβάχτης:
«Ήρα, για πέρα εκεί κι αργότερα μπορείς να ξεκινήσεις·
μον᾿ έλα τώρα να πλαγιάσουμε, τον πόθο να χαρούμε.
Ποτέ θνητής γυναίκας έρωτας για και θεάς ως τώρα
τόσο στα στήθη μου δεν φούντωσε να πνίξει την καρδιά μου·
τὴν δ᾽ ἀπαμειβόμενος προσέφη νεφεληγερέτα Ζεύς·
Ἥρη κεῖσε μὲν ἔστι καὶ ὕστερον ὁρμηθῆναι,
νῶϊ δ᾽ ἄγ᾽ ἐν φιλότητι τραπείομεν εὐνηθέντε.
οὐ γάρ πώ ποτέ μ᾽ ὧδε θεᾶς ἔρος οὐδὲ γυναικὸς
θυμὸν ἐνὶ στήθεσσι περιπροχυθεὶς ἐδάμασσεν…
Ιλιάς Ξ 312-6
Ένα χαριτωμένο όσο και ενδιαφέρον απόσπασμα, γιατί εδώ ο Όμηρος για άλλη μια φορά κάνει τους θεούς να φαίνονται σχεδόν ανθρώπινοι, ενώ ταυτόχρονα ξεκαθαρίζει πολύ καθαρά ότι δεν είναι άνθρωποι.
Το απόσπασμα συμβαίνει αμέσως μετά την απόφαση της Ήρας ότι, αφού δεν μπορεί να επιτύχει το στόχο της να βοηθήσει τους Έλληνες να επιτύχουν με τη χρήση βίας, επειδή ο Δίας είναι πολύ δυνατός, θα μετέλθει των «γυναικείων» τρόπων κι αιώνιων του θήλεος τεχνασμάτων: θα τον αποπλανήσει, για να τον αποτρέψει από την παρέμβαση στη μάχη για λίγο.
Ο Όμηρος φαίνεται κι ο ίδιος να το διασκεδάζει και υφαίνει σε μεγάλη λεπτομέρεια όλες τις προετοιμασίες της Ήρας για να βελτιώσει την εμφάνισή της «εξανθρωπίζοντας» τους θεούς με τα πιο ανθρώπινα πάθη, την ερωτική επιθυμία, αποδίδοντάς τους τις πιο καθολικές ανθρώπινες εμπειρίες, αυτές που οι άνθρωποι μοιράζονται με τα ζώα, αλλά και με τους θεούς. Ο δ’ έχων μέμηνεν.
Ο Όμηρος περιγράφει την Ήρα, ως πονηρή κοκέτα, να φοράει άρωμα, να στερεώνει τα μαλλιά της κ.λπ., αλλά επίσης διατηρεί μια απόσταση για τους θεούς, καθώς καθιστά σαφές ότι κανένας θνητός δεν θα μπορούσε ποτέ να κάνει ακριβώς αυτό που κάνει η Ήρα σε αυτό το απόσπασμα, όπως όταν είπε, «το στήθος. . . με κάθε είδους γοητεία υφασμένη μέσα από αυτό. . . ακαταμάχητη, με μαγευτική γοητεία για να κάνει τον πιο σώφρονα άνθρωπο να τρελαθεί» (Ξ257-261).
Η αποπλάνηση του Δία από την ‘Ηρα είναι επιτυχής και αυτό επιτρέπει στον Ποσειδώνα να παρέμβει για λογαριασμό των Ελλήνων. Θαυμαστή η γηθοσύνη της φύσης να εορτάζει τον έρωτα των θεών με «νιόβλαστο χορτάρι που φυτρώνει κάτωθέ τους», παντρεύοντας τόσο την αίσθηση του αδάμαστου ερωτικού καλέσματος αλλά και την αναγνώριση της ίδιας της φύσης ότι στον έρωτα, θείο στην κορύφωσή του, βρίσκει η ίδια η φύση την πιο καλή, την θεϊκή της ώρα.
Με αυτόν τον τρόπο, η Ήρα γίνεται η δεύτερη θεά, μαζί με την Αθηνά, που επηρεάζει επιτυχώς την μάχη, ακόμα κι αν ο τρόπος με τον οποίο επηρεάζει τη μάχη είναι «παιγνιωδώς» έμμεσος. Έτσι, ο Όμηρος καθιστά σαφές ότι, ενώ μόνο αρσενικοί θνητοί μπορούν να επηρεάσουν την πορεία της μάχης στους πολέμους της Αρχαίας Ελλάδας, αρσενικοί και θηλυκοί θεοί και θεές μπορούν να την επηρεάσουν, κάτι που είναι ένας ακόμη τρόπος που ο Όμηρος χωρίζει τους θεούς από τους θνητούς στην Ιλιάδα, την ίδια ώρα που ο είρων ποιητής τους εξισώνει κι εξομοιώνει στο ακατανίκητο ερωτικό κάλεσμα.
ἦ ῥα καὶ ἀγκὰς ἔμαρπτε Κρόνου παῖς ἣν παράκοιτιν·
τοῖσι δ᾽ ὑπὸ χθὼν δῖα φύεν νεοθηλέα ποίην,
λωτόν θ᾽ ἑρσήεντα ἰδὲ κρόκον ἠδ᾽ ὑάκινθον
πυκνὸν καὶ μαλακόν, ὃς ἀπὸ χθονὸς ὑψόσ᾽ ἔεργε.
τῷ ἔνι λεξάσθην, ἐπὶ δὲ νεφέλην ἕσσαντο
καλὴν χρυσείην· στιλπναὶ δ᾽ ἀπέπιπτον ἔερσαι.
ὣς ὃ μὲν ἀτρέμας εὗδε πατὴρ ἀνὰ Γαργάρῳ ἄκρῳ,
ὕπνῳ καὶ φιλότητι δαμείς, ἔχε δ᾽ ἀγκὰς ἄκοιτιν
Αυτά είπε ο Δίας, και τη γυναίκα του στην αγκαλιά του παίρνει,
κι η γης η θεία χορτάρι νιόβλαστο φυτρώνει κάτωθέ τους,
σαφράνια και τριφύλλια ολόδροσα και κρίνους και ζουμπούλια,
πυκνά, απαλά, που ανακρατούσαν τους, το χώμα μην αγγίξουν
Κει μέσα τότε οι δυο τους έγειραν, σε σύγνεφο κρυμμένοι,
χρυσό, πανώριο, κι αργοστάλαζε στραφταλιστή η δροσιά του.
Έτσι γλυκά ψηλά στο Γάργαρο κοιμόταν ο Πατέρας,
σκλάβος στον ύπνο και στον έρωτα, στην αγκαλιά της Ήρας.
(Ιλιάς Ξ 346-53)
Τα ακίνητα της εβδομάδας




