
24.11.2024
Τίτος Χριστοδούλου
Πού είναι οι διανοούμενοι;
Φιλοσοφία, πού είναι η αλήθεια; Αλήθεια, που είναι η φιλοσοφία;
Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί για τον διανοούμενο ο αγώνας για την ελευθερία, είναι πιο εύκολος από την πραγματικότητά της.
Θα προτιμούσαμε να εργαστούμε, να αγωνιστούμε, να μιλήσουμε για την ελευθερία παρά να την έχουμε. Η απλή πράξη της ελευθερίας κρύβεται, όπως είχε δείξει κι ο Ραιημόν Αρόν στο «’Οπιο των Διανοουμένων» πίσω από την σκόνη και τον ορυμαγδό από «προμηθεϊκούς αγώνες, τιτάνιες προσπάθειες, επικές κατακτήσεις», που ο διανοούμενος σαλπίζει για να του δίνουν κοινωνική αξία (The Opium of the Intellectuals (1957), σ. xiv).
Γιατί μια κοινωνία χωρίς καθοδήγηση, οργάνωση και σχεδιασμό, μια κοινωνία ελεύθερων ανθρώπων ζει τις ιδέες της, δεν χρειάζεται ιδέες σαν οδηγίες για την ζωή της. Στο τέλος, αρχή της φιλοσοφίας είναι η πράξη, αρχή της ζωής είναι η πράξη, «in the beginning is the deed» όπως το είπε ο Γκαίτε, έχοντας μάταια σπουδάσει όλες τις επιστήμες. Η υπερβολή του λόγου οδηγεί στον σκεπτικισμό, στην αδυναμία του λόγου να πείσει για τον εαυτό του. Κι η συνέπεια της θεωρίας βιάζει τους καθαρμούς της, με την ψαλίδα πάντα στο χέρι να κλαδέψει τα ζιζάνιά της. Η πλήρης αλήθεια τελικά, όσο πιο πλήρης κι αναντίρρητη γίνεται, τόσο και πιο αδέξια εξελίσσεται , ανοικτή στο φύσημα του αντίλογου ανέμου.
Η πλούσια ιδέα, η φιλοσοφία η πιο ερεθιστική του νου, είναι η μισή αλήθεια, η αλήθεια που σαν ερωτευμένος, σαν ο πλατωνικός «φιλόσοφος ερωτικός ανήρ», ζητεί το άλλο της μισό. Η αλήθεια μένει γόνιμη όταν δεν είναι κλειδωμένη στον εαυτό της, όταν ζει κι ανθίζει στον άλλο λόγο που γυρεύει να συναντήσει, στον διάλογο. Η αλήθεια που γνωρίζει ότι είναι μισή κι ανολοκλήρωτη παραμένει ανοικτή στο νέο, αξεκλείδωτη κι ελεύθερη από τον ίδιο της τον εαυτό.
Γιατί η αλήθεια που αισθάνεται ολόκληρη, σιωπά. Στην ανία της πληρότητάς της, ζητεί να επιβληθεί, στο κάθε άλλο, έξω απ’ αυτή. Παίρνοντας τον εαυτό της στα σοβαρά, σαν η «μία αλήθεια», αλαφιάζεται να εξαπλωθεί, να ανατρέψει, να ξερριζώσει κάθε «αναλήθεια», χωρίς πια να μαθαίνει από το «άλλο». «Μούνη εννοεί», σαν τον «βλάκα» (πώς τον βρήκε ο Αριστοτέλης), τον θεό του μονιστή του Ξενοφάνη.
Σε μια εποχή αυτοαναίρεσης και σκεπτικισμού, η Φιλοσοφία που δεν θέλει πια να "γνωρίζει" ο Rorty, πετώντας τον καθρέφτη της), γνωρίζει πια να μην θέλει την Αλήθεια. Σε ένα κόσμο της νεωτερικότητας, που απορρόφησε στην τεχνοκρατική εργαλειοποίηση της ακαδημίας τους 'διανοούμενους', τους φιλόσοφους, όπου η τεχνοκρατικά ορισμένη καριέρα αντικατέστησε τον ηθικό, αξιακό, γι' αυτό αντάρτη, στοχασμό, που αφάνισε στην παλαιοοδίτικη καρικατούρα τους αποστασιοποιμένους - αλλά για να εννοήσουν καθολικά το Όλον - Μεγάλους Στοχαστές,, το οικονομικό συμφέρον κι η χρηματιζόμενη έρευνα θολώνουν την προσήλωαη σε ένα δημόσιο λόγο γύρω από σκοπούς και αξίες: γίνονται οι ίδιοι οι 'διανοούμενοι εμπορευματοποιημένα προϊοόντα θεσμοθετημένης κι αυστηρά ορισμένης επί μέρους, ειδικευμένης δραστηριότητας.
Παραιτούμενοι από το να μιλούν για αξίες, οι διανούμενοι γίνονται, πρώτοι, η "παράπλευρη απώλεια" ενός επαγγελματοποιημένου, ιεραρχημένου, διαστρωματωμένου κόσμου που οι διανοούμενοι υιοθέτησαν για να υπάρξουν σε αυτόν. Κι η μεγάλη, βαθιά, αποθεμελιωτική οικονονομική, κοινωνική και πνευματική κρίση των καιρών μας, η κριτική σκέψη έχει αφοπλιστεί απο το να πολεμήσει τους νέους θεούς. Ο διανοούμενος που 'μιλά αλήθεια στην Δύναμη', όπως θα το ήθελε ο ακαταπόνητος Chomsky, αποκαλύπτοντας κριτικά τα ψεύδη της, απουσιάζουν σαν διακριτός, κριτικός λόγος που να αφήσει βαθιά σημάδια, επηρεάοντας τις ιστορικές εξελίξεις.
Ο μεταμοντέρνος σκεπτικισμός, ατομικοποιημένος, διασπασμένος και παροδικός, ενώ δείχνει ότι διευρύνει τον δημόσιο χώρο με εναλλακτικές εικόνες, αντίθετα έχει παραιτηθεί από την φιλοδοξία να μορφώσει μια συγκεκριμένη πρόταση κοινωνικής αντίστασης, κριτικών επερωτήσεων και μετασχηματισμού. Ο μεταφορντικός, διασπασμένος, ψηφιδωτός κόσμος των ποικίλλων ταυτοτήτων, εμπειριών, πιστεύω, ιδεολογιών και ενδιαφερόντων, ή συμφερόντων, ο μεταιχμιακός κόσμος των τοπικών κινημάτων και 'ποικίλλων μετασχηματισμών', αδυνατεί να αντλήσει από ένα κοινό απόθεμα αθρωπιστικών, λογικών ή προοδευτικών ιδεών όπως οι Φιλόσοφοι του Διαφωτισμού, για τον σχηματισμό, με τον συνολικό κριτικό λόγο, σταθερών, αποκαλυπτικών κοινού νοήματος σημείων κοινωνικής αναφοράς. Την δημιουργία, δηλαδή, κοινωνικών κι ιδεολογικών ταυτοτήτων, υποκειμενικής προσχώρησης στην ανάληψη πολιτικών εξεγέρσεων.
Τρέφεται, φευ, η Κρίση από την ακρισία.
Τα ακίνητα της εβδομάδας




