
22.07.2024
Τίτος Χριστοδούλου
Πληγή που μένει, η κραυγή!
20η Ιουλίου, μέρα της σκληρής μνήμης, της ασυμβίβαστης καταδίκης, των ανελέητων ερωτήσεων
Γιατί μας άγγιξε τόσο, περίπου συμβολοποιήθηκε τούτη η σχεδόν καρτποσταλικη μανιέρα του Μουντς; Γιατί όταν όλα έχουν ειπωθεί, όλα έχουν λεχθεί, τί μένει, πια να ειπωθεί; Μόνον Η κραυγή.
Για μας, με κάποιο όνομα, κάποιο πρόσωπο, κάποιαν κραυγή αλήθειας, ένα "γιατί", μιας κόρης, νήπιο τότε, για ένα νεκρό πατέρα, που σημάδεψε με αίμα της καρδιάς για πάντα την ημερομηνία αυτή, κόβοντας την ζωή της στα δυό, στον πρίν και τ' αδυσώπητο μετά, που μάταια προσπαθεί να γεφυρώσει με νόημα η κραυγή της. Γιατί;
Κραυγή με ερωτηματικό, αγωνιώσα ερώτηση, ματιές απόγνωσης σ' αυτά που έγιναν, κι αλίμονο, γίνονται ακόμα, κτίζουν στα ερείπια τους. Που τόσο εύκολα δίνουν, αλίμονο ταμπούρια ιδεολογικά, για εύκολες απαντήσεις, των μεν και των δε, πάντα αντιμαχομένων, και μερικών, όχι χωρίς το αντιμίσθιο του "αγώνα." Οι απαντήσεις, πάντα τόσο πιο εύκολες από τις ερωτήσεις.
20 Ιουλίου σήμερα. Η μέρα της Οργής, των δοντιών που τρίζαν, της αστραπής στα μάτια, του βρόντου που ακλούθαγε την σιωπή. Κι αναμετρούμεθα σήμερα με τις μνήμες (όσοι δεν πήγαμε στον Πρωταρά, δηλαδή). Προσωπικές για πλείστους μας οι μνήμες, με πρόσωπα, ονόματα, φωνές. Τί θα πώ στην κόρη ετούτη, που παραμυθία γυρεύει στην οργή; Πώς να κατασιγάσει ετούτες τις οργές, να βγει στο κρύο ξέφωτο της μοναξιάς, από τα ιδεολογικά ταμπούρια που δεκαετίες τώρα την θάλπουν και ζεσταίνουν; Κι όταν, απέναντι, στα δικά τους κρύβονται εκείνοι που φονιάδες και του τόπου ολετήρες έχει κάθε λόγο να λογίζει;
Πότε, και πώς η λήθη δεν είναι προδοσία, φυγή κι αναξιοπρέπεια. Πότε η συγχώρεση επουλώνει και δεν βαθαίνει πιο κρυφή κι ασίγαστη την χαίνουσα πληγή; Πώς τα δαφνοστόλιστα μνημούρια των 'φονιάδων' να τα δεις όχι περίγελω του πόνου σου, αλλά γνήσιο του Άλλου πόνο; Κι ότι η γραμμή ετούτη του αίματος ενώνει, δεν χωρίζει, τους αδελφούς της Θήβας; Σε ένα κοινό πόνο, έναν μοιρασμένο θάνατο που φέρνει κοντά στην κοινή μας ανθρωπιά, Έλληνες που σκοτώσαν, αλίμονο, Έλληνες;
Πώς να ξεπεραστεί ο δικός σου πόνος, για να θάψεις, σαν Αντιγόνη, τον Πολυνείκη και τον Ετεοκλή μαζί, στον εσώτερο ακούγοντας τον νόμο; Κι αλήθειες ανασύροντας στοχαστικά, πάνω στο χώμα που τις παλιές τις έχθρες αναπαύει, αλήθειες που κτίζουν στο συγγνώμη, αλλά και συγχώρεση που κτίζει στην αλήθεια;
Δύσκολο. Να κτίσεις γνώση πάνω στην απόγνωση. Για την ώρα, σήμερα, όπως η μάννα πάνω στα νεκρά παιδιά της, στον αδελφοκτόνο Εμφύλιο που ελεγειακά ιστόρησε ο Αγγελόπουλος, ανασύροντας αλήθειες από τον τραγικό Θηβαϊκό του Σοφοκλέους κύκλο, σήμερα μένει η κραυγή...
Σαν του κτυπημένου ζώου, η ανθρώπινη κραυγή. Τούτο το δικαίωμα έχει πάνω μου, έχει πάνω μας, της κόρης η απόγνωση. Την κραυγή που με ειλικρίνεια ρωτά, αμείλικτα αυτοεξετάζει.
Κάθε τι
Τα ακίνητα της εβδομάδας




