
19.07.2024
Τίτος Χριστοδούλου
Dies Irae- Ιούλιος – Αύγουστος ‘74. 'Οταν 'η Αϊσέ πήγαινε διακοπές'....
'Αιεί δε πυραί νεκήων εκαίγοντο θαμειαί'... Iλιάς A30.
Ήταν ο καιρός της οργής, της αστραπής, και της φωτιάς που ακλούθαγε τον βρόντο. Μνήμες; Όλα τα κόμματα, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο καταδίκαζαν ή καταδικάζουν τα γεγονότα του '74, πέρασαν τον δικό τους καιρό στη εξουσία. Ουδέν κι ουδείς ενήργησε να αποδώσει δίκαιο και τιμωρό αλήθεια. Το αίτημα για την 'αλήθεια' δεν είναι κάν επαίτημα.
Κι ο πολίτης έχει το δικαίωμα να αναρωτηθεί: Δικαίωσαν λοιπόν τα κόμματα το πραξικόπημα; Ή, καταδίκασαν, εν συνενοχή, τον εαυτό τους; Μία παχυλή ατιμωρησία σκεπάζει τον τόπο της ανέξοδης βίας. Της εθνικής καταστροφής, της οικονομικής, τώρα, συντριβής, του εθνικού εξανδραποδισμού, και τότε και τώρα. Οι οχληρές λέξεις ήδη φτιασιδώθηκαν: 'άλλη πλευρά η κατεχόμενη τουρκοποιημένη γη', 'γεγονότα του '74' η τουρκική εισβολή'. Κι η ειρωνεία των ειρωνειών: 'μακροχόνιος αγώνας' οι πολιτικές καριέρες του… μή αγώνα'.
Και το βιβλικής προέλευσης 'Κραταιά η Αλήθεια και κατισχύσει', αποδεικνύεται το μέγα Μεταψέμμα της Αλήθειας. Ιδεολόγημα, να ξεγελά στον τόπο της Απουσίας της. Πικρό, αλλά στην Απουσία οποιασδήποτε πραγματικής Αναζήτησης της Αλήθειας και της Δικαιοσύνης, κάθε πολιτική αναφορά σε αυτές, ιδεολόγημα είναι, για να εξαγοράζει Εξουσία. Ψέμμα, σε ωνόμασαν Αλήθεια....
Έξω πύρωνε θείος Ιούλιος μήνας. Αλλά...
'Αιεί δε πυραί νεκήων εκαίγοντο θαμειαί'... Iλιάς A30. Κι ολόενα έκαιγαν οι πυρές των πεθαμένων. Στο ακροθαλάσσι του Ομήρου.
Ερωτικό, κι αθώο συνάμα, παιδικό, αναρτούν φίλοι και φίλες το καλοκαίρι. Γρήγορο σάρκας γύμνωμα, τα ρούχα πολλά δεν ήσαν, γιατί έξω πύρωνε, θείος Ιούλιος μήνας. Ο Ποιητής.
Μήνας βροτολοιγός, ωστόσο, στην μνήμη, ψυχών θεριστής ο Αλετράρης μήνας: το πραξικόπημα, η εισβολή, το Μαρί. Το μνημονιακό, του λαού ολοκαύτωμα. Αιεί δε πυραί νεκήων. Βλέπω ηφαίστεια στους δρόμους, με πυρές να καιν' τους ζωντανούς.
Κι έρχεται, όμως, των κυμάτων τ' ανήριθμον γέλασμα. Η ζωή, ζώντας την αρμύρα της. Η μεγάλη η θάλασσα που μας έφερε εδώ. Τροφός, ζωή, θάλασσα αρμύρα.
Η σκοτεινάγρα του βυθού, ξεχνιέται στον αφρό. Σαν τον Οδυσσέα, θάλασσα κηκόμενοι, αναβρύζοντας θάλασσα, στην 'υγρά φύσιν', την θηλυκή της ζωής παραδομένοι. Κι ας ζητεί, ο σκοτεινός φιλόσοφος, ο Ηράκλειτος, ξηρή την σοφή κι αντρίκια φύση: ψυχήν αύη δικαιοτάτη.
Φουσκώνει ζωή το κύμα, αυτό ακριβώς στην λέξι του σημαίνοντας: του κοίλου κύηση το κύμα κυλινδόμενο.
Νερό κι αλάτι, ας ξεχαστούν για λίγο οι πόνοι. Σαν την Κύπριδα θεά μας, απ' τον αφρό αναδυθέντες. Kι αφρός των καιρών σ' αυτό γενόμενοι.
Και το βουνό μα κλαυσιγελώντας στην τραγική ειρωνεία των πολιτικών που ανταγωνίζονται για τα κούρσα μιας εξουσίας της οποίας η στάμπα του κλεμμένου γελαδιού που το αμαυρώνει περιγελά την θρασεία κενοδοξία…
Τα ακίνητα της εβδομάδας




