Έκτακτες ειδήσεις

19.04.2024
Τίτος Χριστοδούλου
Nietzsche: ο αφορισμένος αφοριστής
Στον Αγγλοσαξωνικό κόσμο, πριν την αντιδιαφωτιστική επανάσταση της μετανεωτερικότητας και των κάθε λογής αντιθεμελιωτισμών ή εκθεμελιωτισμών της, ο Nietzsche δεν εθεωρείτο ως σοβαρός φιλόσοφος. Περισσότερο, ακόμη και σήμερα, κρίνεται ως ένας εντυπωσιακός αφοριστής, ένας εμπρηστικός αντιπροφητικός προφήτης, που είχε, στην καλύτερη περίπτωση, προπορευτεί των θεωριών του Freud, και στην χειρότερη,
ένας από τους πιο τελευταίους και πιο διαπρύσιους εκπροσώπους των Γερμανών αντιπάλων των ιδεωδών του Διαφωτιστικού φιλελευθερισμού. Το δάσος, κι εδώ, που εισέβαλλε στην ελληνορωμαϊκη κι αναγεννησιακή μας πόλη, ταράζοντας την ηρεμία του ζυγισμένου και στοχαστικού, έμφρονος λόγου.
Κι υπάρχουν επαρκή επιχειρήματα στις θέσεις του για τούτο. Η περιφρονητική του απόρριψη της δημοκρατίας, για παράδειγμα, υπέρ του αριστοκρατικού ιδεώδους του Ubermensch, του Υπερανθρώπου, ο αθεϊσμός του κι ο προφητικός 'φόνος του Θεού', εκφρασμένος με σφοδρότητα στον Αντίχριστό του, η επίθεσή του κατά της χριστιανικής και της ωφελιμοκρατικής ηθικής, ερμηνευμένης, στο 'Πέραν του Καλού και του Κακού' και στην 'Γενεαλογία της Ηθικής' ως 'μηδενιστικής' πλεκτάνης και συνωμοσίας των αδυνάμων ενάντια στην ελεύθερη έκφραση κι αυτοδημιουργία των ισχυρών, η έμφαση κι ο εορτασμός του ασυνειδήτου, βουλησιοκρατικού και οργιαστικού, αυτοκαταστροφικού 'Διονυσιακού', μανικού στοιχείου της ανθρώπινης φύσης, που διέγνωσε στην ερμηνεία του για την ελληνική τραγωδία, στο 'Η Γέννηση της Ελληνικής Τραγωδίας'.
Tο οργιαστικό, μεθυστικό κι υπέρλογο στοιχείο που είδε στις ενωτικές κινήσεις της μουσικής, που 'ενώνει όσα ο λόγος χωρίζει', κι ορίζει αντπαραβαλλόμενα προς τον λόγο και το φως του εξατομικεύοντος Απολλωνείου στοιχείου.
Ας προστεθεί στην αντίληψη της ανεψίας μου και η χωρίς ενδοιασμούς κι αναστολές αντιφεμινιστική, σωβινιστική στάση προς τις γυναίκες ενός ανθρώπου που, έχοντας ορφανέψει από πατέρα στα πέντε του, μεγάλωσε από κι ανάμεσα σε γυναίκες, μια μητέρα, μια γιαγιά, τρεις θείες και μια ναζίστρια κι αντισημιτική αδελφή (ουπς, Ελίζαμπεθ), ενώ η μοίρα του σφραγίστηκε από την συφιλίδα που κόλλησε στην πρώτη - κι ίσως μόνη του- ερωτική επαφή με γυναίκα, σε πορνείο στα εφηβικά του χρόνια.
Ας πούμε, τέλος, ότι κι ο έρως του με την εξαίσια Λου Σαλόμε κατέληξε σε ταπεινωτική απόρριψη, κι έχετε το πορτραίτο του μαινόμενου μηδενιστή Αντιχρίστου, με ένα εκστατικό παραληρηματικό λόγο που έχει έρθει 'από τα δάσα' - βρήκα ταιριαστή την λέξη του Κατσίμπαλη - για να συνεπάρει την όλο και πιο σκεπτικιστική και αντιθεμελιωτική, αναβράζουσα φιλοσοφία των σημερινών, που, όπως θα έλεγε ο Πασκάλ, είναι πολύ ανήσυχοι κι ανυπόμονοι για να καθήσουν μόνοι σε ένα δωμάτιο και να σκεφθούν με επιχειρήματα την θεμελίωση των βεβαιοτήτων τους.
Ο σπουδασμένος κλασσική φιλολογία, και καθηγητής της επί δεκαετίαν, στην Βασιλεία, Nietzsce όχι μόνο ήταν ένας ριζοσπαστικός φιλόσοφος αλλά κι ένας από τους καλύτερους γραφείς πρόζας των καιρών μας. Ποιητής στο ύφος και την αντίληψη, συνέγραψε βιβλία όπως το κορύφωμα των ιδεών του, το Also Sprache Zaratustra, δοσμένο με απαράμιλλη όσο κι ιδιοσυγκρατική μεθυστική ποιητική μορφή και τόνο και στους αφορισμούς του οποίου δεν πρέπει να αναζητούνται 'ιδέες', πόσον μάλλον φιλοσοφικά επιχειρήματα.
Πέρα από το περιεχόμενο όσων 'διεκήρυξε', η υπέροχη γραφή του εξηγεί κατά ένα μεγάλο μέρος την σημαντική επιρροή και έλξη που είχε και έχει όχι μόνο σε φιλοσόφους μελετητές του, αλλά και σε ποιητές, λογοτέχνες, ακόμη και μουσικούς, σε ένα ευρύ φάσμα δογμάτων, τάσεων ή εθνικοτήτων.
Χάρις στην ελεύθερη κι άτυπη 'μορφή' τους, όπως και την πολύτροπη χρήση της ειρωνείας, τα βιβλία του συνιστούν πρόκληση για την αντικειμενική τους ερμηνεία. Ταυτόχρονα όμως, δεν πρέπει να ξεγελαστεί κανείς από το φαινομενικά παραληρηματικό αφοριστικό του ύφος και τις προσωπικές του εμμονές για να κρίνει ότι τα έργα του δεν προσκαλούν σε ανάλυση των λογικών και συγκροτημένων επιχειρημάτων τους.
Η συναρπαστική αμεσότητα κι ο προσωπικός τόνος της γραφής του - που στα τελευταία του βιβλία φτάνει στα όρια της μεγαλομανίας - δεν αποτρέπουν από τον σεβασμό του φιλοσοφικού λόγου του, απλά συνηγορούν ότι δεν θα πρέπει ίσως να κατατάσσεται με τους επαγγελματίες κι ακαδημαϊκούς Γερμανούς φιλοσόφους, αλλά μάλλον με την μεγάλη παράδοση των Ευρωπαίων ηθικολόγων και δοκιμιογράφων αφοριστών όπως ο Μονταίνιος, τους Λε Ροσφουκώ του 17ου και 18ου αιώνα και, πιο κοντά στους καιρούς του, τού Έμερσον και του Σοπενάουερ, που απετέλεσαν κι επιρροές του, πολύ περισσότερο από τον Καντ και τον Έγελο.
Oι ιδιοτυπίες, ή και ιδιοτροπίες, αν θέλετε, του ύφους του είχαν, ωστόσο, και τούτο το αποτέλεσμα, που ίσως να εξόργιζε τον ίδιο. Καθώς οι μελετητές και στοχαστές δεν τον προσεγγίζουν με τον σχολαστικό τρόπο της εμβριθούς μελέτης, πιο ετοίμως φαίνεται ή και ελευθερίως τον αφομοιώνουν και προσαρμόζουν στην δική τους άποψη ή φιλοσοφία.
Έτσι, η επιστροφή του Nietzsche ή κάποιας μυθικής περσόνας του στην Ευρωπαϊκή φιλοσοφία γίνεται με έναν «συμβιωτικό τρόπο», κι ο Nietzsche γίνεται το κάθε τι για τον καθένα. Για παράδειγμα, μπορεί κανείς να δει τον «υπαρξιστή» Nietzsche του Jaspers (1936), μέσα από την σύνδεσή του προς τον Kierkegaard.
Ή, πάλι, τον οντολογικό Nietzsche, στην ανάγνωση του Heidegger (1960), ή και τον Nietzsche της «ερμηνευτικής» προσέγγισης, με τον Michel Foucault να τον παντρεύει αταίριαστα με τον Marx και τον Freud και τα τρέχοντα αξιώματα της ερμηνευτικής.
O δικός μας Κωστής Παπαγιώργης εξήρε την μηδενιστική άποψη στον Nietzsche, συνδέοντάς τον με τον μηδενισμό των άλλων δύο... μυστακοφόρων μηδενιστών, του Heidegger και του Mallarme, στο καθηλωτικό του Τα Τρία Μουστάκια.
Από φιλοσοφικής πλευράς, τρία είναι τα πεδία που χαρακτηρίζουν την ταυτότητα του Nietzsce για τον αναλυτή του ως φιλοσόφου.
1. Η προοπτικιστική του θεωρία για την αλήθεια.
Στα μετά θάνατον εκδοθέντα Σημειώματά του (1901), που ωνομάστηκαν από τους εκδότες του 'Der Wille zur Μacht', Θέληση για Δύναμη, ο Nietzsche αναπτύσσει μια ινστρουμενταλιστική θεωρία της γνώσης, και μια 'προοπτικιστική' (perspectivist) θεωρία για την αλήθεια. "Ενάντια στον θετικισμό, που σταματά στα φαινόμενα -
'Υπάρχουν μόνο φαινόμενα' - εγώ θα έλεγα: "Όχι, φαινόμενα είναι ακριβώς ό,τι δεν υπάρχει, υπάρχουν μόνο ερμηνείες." Αυτές οι ιδέες για την γνώση και την αλήθεια είχαν απασχολήσει τον Nietzsche από το 1873, όταν είχε γράψει το σημαντικό του δοκίμιο "Uber Wahrheit und Luge in Aussermoralischen Sinn",
Για την αλήθεια και το ψέμμα από εξωηθική έννοια. Τόσο στο σημαντικό αυτό δοκίμιο όπως και στα περισσότερα από τα μεγάλα του έργα, ο Nietzsche επικεντρώνεται σε φιλοσοφικά ζητήματα για την γνώση και την αλήθεια που συνεχίζουν να πρωταγωνιστούν στον σημερινό φιλοσοφικό στοχασμό.
Ανάμεσά τους πρωταγωνιστούν ερωτήματα για την 'κοινωνιολογία της γνώσης', την σχέση δηλαδή της αλήθειας μιας θεωρίας και της ιστορικής ή κοινωνικής της γένεσης: ό,τι ταυτίστηκε στα 70s με το έργο του Thomas Kuhn για την κοινωνική διάσταση στην γένεση και διαδοχή των επιστημονικών επαναστάσεων. Στην πραγματικότητα, ο Karl Mannheim, όπως και άλλοι θεωρητικοί της λεγόμενης Σχολής της Φραγκφούρτης, επηρεάστηκε ιδιαίτατα από τον προοπτικισμό του Nietzsche.
Θα αναπτύξουμε και πιο κάτω πώς οι ιδέες του Nietzsche σχετίζονται με σύγχρονες διαμάχες για την αντικειμενικότητα των κριτηρίων της λογικότητας και αλήθειας της επιστήμης, που ήγειραν σύγχρονοι φιλόσοφοι της επιστήμης, όπως ο Feyerabend και ο Thomas Kuhn που θίξαμε ήδη. Ήταν, ανηψούδ' μ', τα τρελλά 70ς, είμεθα νέοι τότε. Κι εσείς αγέννητες!
2. Ο αντιμεταφυσικός Friedrich Nietzsche
Ο Nietzsche ήσκησε την πιο ολοκληρωτική ψυχολογική κριτική κατά αυτού που ο Shopenhauer είχε ονομάσει ανάγκη των ανθρώπων για την Μεταφυσική. Ειδικότερα στην Χαρούμενη Επιστήμη του (Die Frohlische Wissenschaft), ο Nietzsche συνδέει τις υποθέσεις του για την 'θέληση για δύναμη' ως την βασική ανάγκη πίσω από κάθε ανθρώπινη προσπάθεια, περιλαμβανόμενου και του φιλοσοφείν.
Με ασυμβίβαστο οίστρο επιτίθεται κατά των παραδοσιακών φιλοσοφικών αντιλήψεων για μια 'πιο αληθινή' και 'πιο πραγματική πραγματικότητα' την οποία όχι μόνο θεολόγοι αλλά και φιλόσοφοι, από τον Πλάτωνα έως τον Καντ, αντιπαρέβαλαν θετικά προς τον εμπειρικό κόσμο της καθημερινής ζωής.
Στην ουσία, ο Nietzsche κρίνει ότι αυτές οι δυαλιστικές αντιλήψεις πηγάζουν από τις προσδοκίες ατόμων που αρνούνται την ζωή κι είναι συνεπώς παρακμιακοί και αδύναμοι, ή πάλι, ομάδες και κάστες ανθρώπων, όπως π.χ. οι ιερείς, που αναζητούν συνειδητά ή ασύνειδα, μέσα από την κατίσχυση τέτοιων ιδεολογιών να επιβληθούν στους 'δυνατούς και υγιείς'.
Εδώ, πάλι, οι κόσμοι της λογικότητας και της αλήθειας δεν είναι, ισχυρίζεται ο Nietzsche πάνω την μάχη για 'ζωή' (η ζωή, Leben, είναι μια σημαντική, όσο ασαφής, έννοια στον Nietzsche. Η μεταχείρισή της είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα στο τρίτο από τα Unzeitgemasse Betrachtungen, 'Von Nutzen und Nachteil der Historie fur das Leben' ('Για την Χρησιμότητα και τα Μειονεκτήματα της Ιστορίας της Ζωής').
Αναφορές στον λόγο και την αληθινότητα είναι απλά μέσα, ανάμεσα σε άλλα (όπως η φυσική δύναμη) με τα οποία μία 'βούληση' μπορεί, στις κατάλληλες συνθήκες να επιβεβαιώσει την δύναμή της πάνω σε μια άλλη. Κάθε λογική, αποφαίνεται ή 'αφορίζει' ο Nietzsche, είναι εκλογίκευση, κάθε 'αλήθεια' μια προοπτική που προέρχεται από το κέντρο κάποιας επιβαλλόμενης 'βούλησης'.
Επιπλέον, καθώς στην πραγματικότητα οι έννοιες 'αλήθεια και αναλήθεια'... δεν έχουν νόημα στην οπτική, αποφαίνεται ο Nietzsche, συνάγεται ότι 'το ψεύδος μιας κρίσης δεν συνιστά αντεπιχείρημα σε αυτήν'.
Αυτό που πράγματι έχει σημασία σε μια πίστη δεν είναι τόσο αν είναι αληθής ή ψευδής, αλλά το κατά πόσο συνιστά 'κατάφαση κι επιβεβαίωση της ζωής', δηλαδή είναι σε θέση να δίνει σε αυτούς που την υιοθετούν αισθήματα δύναμης, ισχύος και ελευθερίας.
Εδώ, ο Nietzsche δεν μιλά για αξιακές κρίσεις μονάχα. Πράγματι, λέει, 'δεν υπάρχουν ηθικά γεγονότα', αλλά και η φυσική ακόμη δε είναι παρά μια ερμηνεία κι εξήγηση του κόσμου προς χρήσιν μας, για τους σκοπούς μας. Επιπλέον, "Πίσω από κάθε λογική και την φαινομενική κυριαρχία της κίνησης υπάρχουν επίσης αξιολογήσεις ή, πιο καθαρά, φυσικές απαιτήσεις για την διατήρηση της ζωής".
Αυτές είναι ενδιαφέρουσες ιδέες κι είναι κρίμα που ο Nietzsche τις εξέθεσε τόσο πρόχειρα. Γιατί, για να πάρουμε ένα επιχείρημά του, αν αποδειγμένα ψευδείς προτάσεις δεν χρειάζεται να απορριφθούν, τότε τίποτα πια δεν μπορεί να απορριφθεί.
Εννοιολογική ελευθεριότητα σε τέτοιο βαθμό δεν μπορεί παρά να ελκύσει πολλούς οπαδούς. Ωστόσο, μπορεί να ειπωθεί ότι ο Nietzsche έχει εξαιρετική αντίληψη όταν ασκεί κριτική για τις διάφορες ιδέες και στάσεις ή συγκεκριμένες θεωρίες κι επιχειρήματα.
Σκεφθείτε, για παράδειγμα, τα επιχειρήματά του για το Cogito του Descartes (στο Θέληση για Δύναμη, παρ. 484), τον χαρακτηρισμό του για τον Πλατωνικό Σωκράτη (ειδικά στο Gotzendammerung) και κάποια, αν και όχι όλα, τα σχόλιά του για τον Καντ. Οπωσδήποτε, τα κείμενά του όπου θάβει το φάντασμα της μεταφυσικής εξωκοσμικότητας είναι απαράμιλλα στο ύφος τους.
3. Κριτική της Γλώσσας
Ο Nietzsche ανήκει στην χορεία των Γερμανόφωνων στοχαστών, από τον 18ο αιώνα και μετά, που θεωρούν ότι η κριτική της γλώσσας πρέπει να βρίσκεται στο κέντρο της φιλοσοφικής σκέψης. Είναι πράγματι δυνατό να βρεθούν κείμενα του Nietzsche που μοιάζουν πολύ με τον ύστερο Wittgenstein. Η ομοιότητα όμως είναι επιφανειακή.
Γιατί ο Nietzsche είχε ταυτόχρονα μια πιο επαναστατική και εκπλήσσουσα ιδέα, αλλά την ίδια ώρα λιγότερο θεωρητικά επιχειρηματολογημένη, για την σχέση γλώσσας και πραγματικότητας από όσο ο Αυστριακός φιλόσοφος της γλώσσας.
Η σκέψη είναι αχώριστη από την γλώσσα, και, όπως πιστεύει ο Nietzsche, ουσιαστικά διαψεύδει, ή ντύνει με ψέμα την πραγματικότητα. Αυτό διότι, κτίζοντας πάνω στον Καντ, βρίσκει ο Nietzsche ότι η γλώσσα τεχνητά διατάσσει με τις κατηγορίες και τις έννοιες της την αδρή, ακακατηγοριοποίητη κι ασχημάτιστη εμπειρία.
Και το κάνουμε αυτό για να επιβιώσουμε βιολογικά. Κι ωστόσο, επιμένει ο Nietzsche, ούτε οι ξεχωριστές έννοιες, ούτε τα δομικά χαρακτηριστικά της γλώσσας μπορούν να μας δώσουν οποιαδήποτε γνήσια γνώση έξω από την ίδια την γλώσσα.
Όχι πολύ διαφορετικά από τον Bergson, και επηρεασμένοι κι οι δύο από τον Shopenhauer, ο Nietzsche βλέπει την πραγματικότητα ως ένα είδος άρρητης ροής που μπορεί να συλληφθεί στον κατηγορικό ιστό της γλώσσας, με άφευκτο κόστος την αναπόφευκτη διαστροφή και παραμόρφωσή της.
Αυτή την φερόμενη ασυμβατότητα ανάμεσα στην γλώσσα και τον κόσμο έχει υπ' όψιν του ο Nietzsche όταν γράφει: "Μια φιλοσοφική μυθολογία είναι κρυμμένη στην γλώσσα, όσο προσεκτικά κι αν έχει τούτο γίνει." Δεν υπάρχει, για να είμαστε ακριβείς, στον Nietzsche το είδος ή το περιθώριο της εννοιολογικής διασάφησης, της φιλοσοφικής θεραπείας με την διακρίβωση της κρυμμένης λογικής γραμματικής των προτάσεων.
Στην πραγματικότητα, ο σκοπός του Nietzsche είναι,
αποκαλύπτοντας την απατηλή κι απατώσα φύση της γλώσσας, να δώσει θεωρητική στήριξη στην πρωτεύουσα πίστη του στην κυρίαρχη αλήθεια της πράξης και της βούλησης. Αλλά, εδώ έγκειται και το κεντρικό παράδοξο στην γνωσιοθεωρία του Nietzsche, όπως και σε όλους τους σκεπτικιστές και μηδενιστές.
Δεν μπορεί, αν είναι συνεπής, να πάρει μια θεωρία στα σοβαρά, και να την προτείνει ως αληθή, έστω ως αντιθεωρία. Η θέση του είναι μια ηθική στάση, με ένα, ωστόσο, αντι-ηθικό περιεχόμενο
Τα ακίνητα της εβδομάδας







