
03.04.2024
Τίτος Χριστοδούλου
«Ακεσίκνησμον» και Ακεσώ: η αρχαία ιατρική
«Ακεσίκνησμον» ήταν η όμορφη ελληνική λέξη που με περίμενε καθώς διάβαζα πρώτο πράγμα πρωί πρωί κείμενο του εκλεκτού λεξιθήρα φιλολόγου Μ. Τρανταφυλλόπουλου, τακτικού συνδρομητού στο φιλοσοφικό περιοδικό Ίνδικτος, δημιουργία του Στέλιου Ράμφου. Θυμόταν ο εκλεκτός φιλόλογος όταν μικρός είχε παρακούσει γονικές εντολές κι είχε βουτήξει στον σωρό του σιταριού, για να πληρώσει το ανόμημα με άγριο κνησμό, δηλαδή φαγούρα. Ανεζήτησε στα γιατροσόφια της γιαγιάς το όποιο «ακεσίκνησμον»", ιαματικό της φαγούρας.
Ακέομαι το ρήμα, θεραπεύω, άκος η θεραπεία, κι οι αρχαίοι μας είχαν και την σχετική θεά των θεραπειών, την «Ακεσώ», που ήταν μία από τις κόρες του Ασκληπιού και της Ηπιόνης, αδελφή της Υγιείας, της Ιασώς, της Πανάκειας και της Αίγλης. Η Ακεσώ λατρευόταν στην Επίδαυρο, όπως και οι αδελφές της, ως θεότητα.Το όνομα της, βέβαια, έχει τη ρίζα του στο αρχαίο ρήμα ακέομαι, που σημαίνει θεραπεύω. Κι η Ακεσώ θεωρήθηκε ως η θεά της διαδικασίας επούλωσης.
Κι επειδή το ένα φέρνει το άλλο, στην πρωινή βιβλιοφαγία, με τον Διοσκουρίδη πάντα δίπλα, βρήκαμε στο διαδίκτυο την εξαίρετη πραγματεία της Ελένης Σκαλτσά για την ιστορία της φαρμακευτικής. Φάρμακον και φαρμακεία, οι νεώτεροι φιλόσοφοι θα σκέφτεστε αμέσως τον Ντεριντά και την πλατωνική αναφορά στην διπλή, αντιθετική σημασία του φαρμάκου και της «φαρμακείας». Που ετυμολογείται όμως από τα αρχαία αιγυπτιακά ‘Ph-armakit’, με την θετική σημασία της ίασης.
Πλήρες το εμβριθές βιβλίο περί φαρμακευτικής της Ελένης Σκαλτσά θα το βρείτε λοιπόν στο διαδίκτυο, Παραθέτω ενδεικτικό απόσπασμα:
«Μια πλάκα διαστάσεων 16x9.5cm (τέλος 3ης χιλιετηρίδας π.Χ.) μπορεί να χαρακτηρισθεί ως η πρώτη γνωστή «Φαρμακοποιία». Αναφέρει στα ανόργανα φάρμακα το χλωριούχο νάτριο ως αντισηπτικό και το νιτρικό κάλιο, ως στυπτικό και στα ζωικά το γάλα, το δέρμα φιδιού, το καύκαλο χελώνας κ.ά. Κυρίως όμως, τα αναγραφόμενα φάρμακα είναι φυτικής προέλευσης: κάσσια, μυρτιά, θυμάρι, Ferrula assa foetida L. (θαμνώδης πόα με κομμεορητίνη), πιπέρι, σύκα, χουρμάδες κ.ά.
Επίσης αναφέρονται αλοιφές, που παρασκευάζονταν με κονιοποίηση της δρόγης και προσθήκη οίνου kushumma, κανονικού φυτικού ελαίου και κεδρέλαιου, υδατικά αφεψήματα, όπου προστίθετο άλκαλι για καλλίτερη απόδοση των συστατικών της δρόγης, καθώς και η παρασκευή σάπωνος με προσθήκη φυσικών λιπαρών ουσιών στη στάχτη ενός φυτού μεγάλης περιεκτικότητας σε νάτριο.
Στη συγκεκριμμένη πλάκα δεν αναγράφονται εξορκισμοί, οι οποίοι όμως όπως προαναφέρθηκε, δεν ήταν άγνωστοι στους Σουμέριους. Αντιθέτως σε μια σειρά (περίπου 60) από άλλες πλάκες υπάρχουν τέτοιες περιγραφές και επωδοί. Ο Σουμέριος θεραπευτής προσδιοριζόταν με το όνομα a-zu, που μάλλον σημαίνει ο γνώστης των υδάτων.»
Από τον έντονο επαγγελματικό ανταγωνισμό των Σουμερίων ιατρών «a-zu», ανταγωνισμό που βλέπουμε στις μέρες μας με τις διαμάχες του ΓΕΣΥ στην Κύπρο, γεννήθηκε ο Κυπριακός όρος της «αζούλας», του επαγγελματικού φθόνου και της ζήλειας ευρύτερα.
«Ακεσίκνησμον» και Ακεσώ: η αρχαία ιατρική
«Ακεσίκνησμον» ήταν η όμορφη ελληνική λέξη που με περίμενε καθώς διάβαζα πρώτο πράγμα πρωί πρωί κειμενο του εκλεκτού λεξιθήρα φιλολόγου Μ. Τρανταφυλλόπουλου, τακτικού συνδρομητού στο φιλοσοφικό περιοδικό Ίνδικτος, δημιουργία του Στέλιου Ράμφου. Θυμόταν ο εκλεκτός φιλόλογος όταν μικρός είχε παρακούσει γονικές εντολές κι είχε βουτήξει στον σωρό του σιταριού, για να πληρώσει το ανόμημα με άγριο κνησμό, δηλαδή φαγούρα. Ανεζήτησε στα γιατροσόφια της γιαγιάς το όποιο «ακεσίκνησμον»", ιαματικό της φαγούρας.
Ακέομαι το ρήμα, θεραπεύω, άκος η θεραπεία, κι οι αρχαίοι μας είχαν και την σχετική θεά των θεραπειών, την «Ακεσώ», που ήταν μία από τις κόρες του Ασκληπιού και της Ηπιόνης, αδελφή της Υγιείας, της Ιασώς, της Πανάκειας και της Αίγλης. Η Ακεσώ λατρευόταν στην Επίδαυρο, όπως και οι αδελφές της, ως θεότητα.Το όνομα της, βέβαια, έχει τη ρίζα του στο αρχαίο ρήμα ακέομαι, που σημαίνει θεραπεύω. Κι η Ακεσώ θεωρήθηκε ως η θεά της διαδικασίας επούλωσης.
Κι επειδή το ένα φέρνει το άλλο, στην πρωινή βιβλιοφαγία, με τον Διοσκουρίδη πάντα δίπλα, βρήκαμε στο διαδίκτυο την εξαίρετη πραγματεία της Ελένης Σκαλτσά για την ιστορία της φαρμακευτικής. Φάρμακον και φαρμακεία, οι νεώτεροι φιλόσοφοι θα σκέφτεστε αμέσως τον Ντεριντά και την πλατωνική αναφορά στην διπλή, αντιθετική σημασία του φαρμάκου και της «φαρμακείας». Που ετυμολογείται όμως από τα αρχαία αιγυπτιακά ‘Ph-armakit’, με την θετική σημασία της ίασης.
Πλήρες το εμβριθές βιβλίο περί φαρμακευτικής της Ελένης Σκαλτσά θα το βρείτε λοιπόν στο διαδίκτυο, Παραθέτω ενδεικτικό απόσπασμα:
«Μια πλάκα διαστάσεων 16x9.5cm (τέλος 3ης χιλιετηρίδας π.Χ.) μπορεί να χαρακτηρισθεί ως η πρώτη γνωστή «Φαρμακοποιία». Αναφέρει στα ανόργανα φάρμακα το χλωριούχο νάτριο ως αντισηπτικό και το νιτρικό κάλιο, ως στυπτικό και στα ζωικά το γάλα, το δέρμα φιδιού, το καύκαλο χελώνας κ.ά. Κυρίως όμως, τα αναγραφόμενα φάρμακα είναι φυτικής προέλευσης: κάσσια, μυρτιά, θυμάρι, Ferrula assa foetida L. (θαμνώδης πόα με κομμεορητίνη), πιπέρι, σύκα, χουρμάδες κ.ά.
Επίσης αναφέρονται αλοιφές, που παρασκευάζονταν με κονιοποίηση της δρόγης και προσθήκη οίνου kushumma, κανονικού φυτικού ελαίου και κεδρέλαιου, υδατικά αφεψήματα, όπου προστίθετο άλκαλι για καλλίτερη απόδοση των συστατικών της δρόγης, καθώς και η παρασκευή σάπωνος με προσθήκη φυσικών λιπαρών ουσιών στη στάχτη ενός φυτού μεγάλης περιεκτικότητας σε νάτριο.
Στη συγκεκριμμένη πλάκα δεν αναγράφονται εξορκισμοί, οι οποίοι όμως όπως προαναφέρθηκε, δεν ήταν άγνωστοι στους Σουμέριους. Αντιθέτως σε μια σειρά (περίπου 60) από άλλες πλάκες υπάρχουν τέτοιες περιγραφές και επωδοί. Ο Σουμέριος θεραπευτής προσδιοριζόταν με το όνομα a-zu, που μάλλον σημαίνει ο γνώστης των υδάτων.»
Από τον έντονο επαγγελματικό ανταγωνισμό των Σουμερίων ιατρών «a-zu», ανταγωνισμό που βλέπουμε στις μέρες μας με τις διαμάχες του ΓΕΣΥ στην Κύπρο, γεννήθηκε ο Κυπριακός όρος της «αζούλας», του επαγγελματικού φθόνου και της ζήλειας ευρύτερα.
Τα ακίνητα της εβδομάδας




