
30.03.2024
Τίτος Χριστοδούλου
Οι θεωρίες του χιούμορ
Παίζοντας ή λογοπαίζοντας με την έκπληξη ή ανατροπή του προσδοκώμενου, το αστείο εμπεδώνει κι αποδέχεται ή και υποβάλλει τα σέβη του στην λογική και κοινωνική, «αστική» τάξη των πραγμάτων πριν εκμαιεύσει το γέλιο του ακυρώνοντας τις ασφαλείς προσδοκίες του λογικού και της νόρμας. Το έγκυρο αστείο ταυτόχρονα κυρώνει όσο και ακυρώνει το λογικά νόμιμον, δακτυλοδείχνοντας (ή δείχνοντας πονηρά το... «δάκτυλο», ή το «πονηρόν δάκτυλο»: «index pundicus») στο παράτυπο και το μη νενομισμένο, το «abnormal».,
Αυτήν την άποψη για το αστείο μας υπέδειξε, στις απαρχές του παρόντος, το επαινετικό σχόλιο του Αθηναίου για το «καλαμαράκι», από την οποία αφωρμήθηκε άλλωστε το παρόν. Που γεννήθηκε όταν αγοράσαμε μια νύχτα στο Αιγαίον βιβλίον αρχαίας μαγειρικής: «αστείον εστίν τευθίς ωνθυλευμένη» (αστείο είναι το παραγεμιστό καλαμαράκι). Πήγε μακριά εκείνο το πιάτο, και μελάνην πολλήν σηπίαν μας κόστισεν η νόημα παραγεμισμένη «τευθίδα». Αρχαία πιάτα, νεωστί μεμαγειρευμένα, συνταγοδοτούνται οι συνταγές του Αιγαίου, όπως και των βιβλίων του. Νόστιμον ήμαρ, με κάθε έννοια.
Ταλανίσαμε εαυτούς και τους αναγνώστες, επιχειρούντες να επανεφεύρουμε τον τροχό, με κέρδος (αμφίβολο) να διατηρήσουμε μια πρωτοτυπία στον στοχασμό πάνω και στο υλικό της δικής μας πρακτικής του σατιρικού δοκιμίου και της προσωπικής μας καταφυγής στην σάτιρα και τον αυτοσαρκασμό. Η σάτιρα κι ο γέλως ως αμυντικό όπλο για τις ανάγκες της επιβίωσης σε ένα γελοίο κι εχθρικό κόσμο γύρω μας. Τουλώντας ξεκούτσουλα τον δικό μας επανεφευρέντα τροχό, στην μεγάλη τροχαία κίνηση γύρω μας αναγνωρίζουμε ότι υπάρχει μια τεράστια ιστορία θεωριών του αστείου και του γέλωτος που δεν μπορούν να αγνοηθούν παρά με κόστος την ελαφρότητα του εγχειρήματος.
Από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη ή τον Κικέρωνα, στον Κάντ, τον Χωββέσιον (πώς θα ωνόμαζαν οι παλαιοί μας μας καθηγητές τον Hobbes), στους φαινομενολόγους και υπαρξιστές μέχρι τους γλωσσολόγους. ψυχολόγους και κοινωνιολόγους της σήμερον, πάνω από 100 θεωρίες μπορούν να συνοψιστούν στις εξής τρεις μεγάλες κατηγορίες ή εξηγητικές παραδόσεις για το αστείο.
Α. Οι θεωρίες της σύγκρουσης, ασυμβατότητας (incongruity) ή «αμφισύνδεσης» (bisociation). Κατ’ ουσίαν γνωστικές θεωρίες, βασίζονται σε κάποια αντικειμενικά χαρακτηριστικά του χιουμοριστικού «κειμένου» ή κατάστασης ή εικόνας που εμπλέκουν δύο διαφορετικά πλαίσια αναφοράς ή σημασιολογικά πεδία ή περιεχόμενο. Με ραφινάτες σήμερα αποδόσεις από γλωσσολογικές θεωρίες κι εξειδικευμένη ορολογία, οι θεωρίες του «ασυμβάτου» υποδεικνύουν ότι το αστείο ή χιούμορ εμπλέκει δύο διαφορετικά πεδία ή γραμμές σκέψεων, πλαίσια αναφοράς (ισότοπα ή σχήματα ή «κείμενα» (scripts) στις σύγχρονες γλωσσολογικές θεωρίες). Τα δύο πλαίσια αναφοράς είναι αμοιβαίως ασύμβατα αλλά περιλαμβάνουν κι ένα κοινό στοιχείο που επιτρέπει την μετάβαση από το ένα στο άλλο.
O αποδέκτης του αστείου επεξεργάζεται το «κείμενο» που του έχει δοθεί και προχωρά μέχρις ότου η ερμηνεία κολλήσει σε ένα απρόσμενο σημασιολογικά εμπόδιο που προέρχεται από το γεγονός ότι εμπλέκονται στοιχεία από το έτερον, ασυμβίβαστο πλαίσιο αναφοράς ή σημασιολογικό πεδίο. Το στιγμιαίο μούδιασμα ή «απορία» του δέκτη «λύεται» όταν επιτευχθεί η γνωστική μετατόπιση (cognitive shift) στο κρυμμένο σημασιολογικό πλαίσιο-παγίδα, με μια νέα ερμηνεία που λύει την αντίφαση. Η ανανεωμένη, βαθύτερη αντίληψη που συνιστά τον γνωστικό πλούτο του αστείου μετακινεί τον αποδέκτη από την κατάσταση της παραλυτικής έκπληξης σε αυτήν της ικανοποίησης για την «λύση» του προβλήματος, επιτυχία που αμοίβεται με την εύθυμη διάθεση και το γέλιο. Κι η αμειπτική εδώ διάσταση του αστείου.
Β. Η θωρία της ανωτερότητας. Η δεύτερη ομάδα θεωριών θα μπορούσε να διατυπωθεί με όρους γενεαλογίας του αστείου, αφού μπορεί να κριθεί ότι αναφέρεται πιο «πρωτόγονες» απόψεις και πρακτικές του αστείου. Πρόκειται για θεωρίες που βλέπουν το αστείο σαν έκφραση ανωτερότητας η επιθετικότητας, υπό την αρνητική διάσταση του αστείου που χρησιμοποιείται επιθετικά από τον πομπό για μείωση κι απόδειξη της κατωτερότητας του δέκτη, προσώπου η ομάδας, συχνά οριζόμενου να ανήκει σε διαφορετική και κρινόμενη ως κατώτερη κοινωνική τάξη, φυλή ή φύλο. Είναι η θεωρία της «sudden glory» του Χωββεσίου, την αιφνίδια ευφορία για την «νίκη» να διαπιστώνεις τον άλλο σε κατώτερη, ηττημένη θέση. Ή, να παρακολουθείς, ασφαλής στην ξηρά, πλοίο να θαλασσοδέρνει στα ανοικτά, κατά Λουκρήτιον, που παραθέτουμε σε σχετικό αναλυτικό κείμενο πιο κάτω. Aνθρωπολογικές ίσως, αλλά όχι τόσο ανθρωπιστικές οι θεωρίες του φιλοσόφου του bellum contra omnes, πολέμου εναντίον όλων.
Γ. Οι ψυχολογικές θεωρίες της έκλυσης της έντασης η ανακούφισης και ψυχικής ανάπαυσης. Όπως θα ανεμένετο, από του καναπέως, κορυφαίος και πιο αντιπροσωπευτικός «θεράπων» των ψυχαναλυτικών θεωριών είναι ο Sigmud Freud, που θεωρεί το χιούμορ ως ένα των πιο τυπικών υποκαταστατικών μηχανισμών που επιτρέπουν την υποκατάσταση των στιγματισμένων κοινωνικά «ταμπού» κι επιθετικών ορμεμφύτων με πιο αποδεκτές συμπεριφορές. Αποφεύγεται έτσι η περιττή δαπάνη ή ξόδεμα πρόσθετης πνευματικής ενέργειας για την καταπίεσή των ταμπού ορμεφύτων. Πρόκειται για θεωρίες που εστιάζονται περισσότερο στον δέκτη παρά στον πομπό. Κι εξηγείται κ έτσι γιατί ετοίμως γελούμε με τα… «γαργαλιστικά» σεξουαλικά ανέκδοτα, γελοιογραφίες και υπονοούμενα.
Βέβαια, ενώ οι θεωρίες διασφαλίζουν καθαρές κατηγοριοποιήσεις και ταξινομήσεις η πραγματικότητα της ζωής, και όχι λιγότερο των αστείων της, είναι πάντα πολύ πιο ατίθασση, γκρίζα και μπλεγμένη. Πολλοί ερμηνευτές και θεωρητικοί του αστείου βρίσκουντο φαινόμενο που λέγεται «αστείο» στην ολότητά του πολύ πιο ευρύ και περίπλοκο ή πολυσχιδές ώστε να μην μπορεί να συλληφθεί ή ενσωματωθεί σε μία θεωρία, γλωσσολογική, κοινωνική ή ψυχολογική. Κάθε θεωρία αφήνει ένα «υπόλοιπον» που καλεί για τις άλλες μορφές θεωριών να συμπληρώσουν. Όπως τόσο όμορφα το έθεσε ο Άρθουρ Καίστλερ, ο συγγραφέας το «Το Μηδέν και το Άπειρο» και των «Υπνοβατών», αλλά και από τους κύριους εκπροσώπους της θεωρίας του ασυμβάτου για το Αστείο με την «αμφισυνδετική» του γλωσσολογική θεωρία, το χιούμορ δεν είναι ένα μεμονωμένο φαινόμενο: Εντοπίζεται σε ένα συνεχές που καλύπτει τα «τρία βασίλεια της δημιουργικής δραστηριότητας», από την αισθητική της καλλιτεχνικής έμπνευσης, την κωμικής επινοητικότητας και την εφευρετικότητα στην επιστημονική ανακάλυψη, «ένα συνεχές χωρίς όρια ανάμεσα στο πνευμα και την επινοητικότητα, ανάμεσα στην τέχνη της ανακάλυψης και τις ανακαλύψεις της τέχνης».
Η αναλογία και η μεταφορά, το γνωστικό κέρδος από την σύγκριση των ασύμβατων πλαισίων αναφοράς ή γνωστικών πεδίων που υποκρύπτονται στην «γραμματική του χιούμορ» συνοψίζουν τις συνειδητές και ασύνειδες διεργασίες που συνιστούν την βάση της δημιουργικότητας. Είναι δε αυτές στην ουσία τους συνδυαστικές δραστηριότητες που αποβλέπουν σε μια σύνθεση, στην περίπτωση του επιστήμονα, στην αποκαλυπτική αντιπαράθεση στην περίπτωση του καλλιτέχνη και στην υπόδειξη της σύγκρουσης στα χέρια του κωμικού.
Παράλληλα κι οι συγκινησιακές αντιδράσεις που επακολουθούν τις προσφορές των τριων αυτών διαφορετικών τύπων δημιουργίας, εξηγεί ο Καίστλερ, είναι διαφορετικές. «Η ανακάλυψη ικανοποιεί το «ορμέμφυτο της εξερεύνησης», η τέχνη φέρνει την συγκινησιακή κάθαρση με το «ωκεάνειο αίσθημα», και το χιούμορ προκαλεί την κακεντρέχεια και της δίνει μια ακίνδυνη διέξοδο». We rest our case.
Τα ακίνητα της εβδομάδας




