
18.03.2024
Τίτος Χριστοδούλου
Η βία είναι ενδημική στη βιομηχανία του κινηματογράφου και στην τηλεόραση - αλλά οι χρήσεις της είναι εγγενώς πολιτικές. Αποτέλεσμα όλης αυτής της βίας στην τηλεόραση είναι να ακινητοποιούμε την πολιτική μας πρωτοβουλία και την ηθική αποφασιστικότητα σε παραλυτική παθητικότητα.
Ο Henry Fonda ως desperado pistolero. Έχει μόλις σταματήσει και ληστεύει ένα τρένο, κάπου στις πλατιές πεδιάδες της Άγριας Δύσης. Μπροστά του στέκεται ένας αθώος αγρότης, τρέμοντας από φόβο. Φοράει τιράντες, για να κρατήσει τα φθαρμένα παντελόνια του πάνω από ένα σκισμένο λευκό πουκάμισο. «Μη με σκοτώσεις, παρακαλώ μην με σκοτώσεις», παρακαλεί τρεμάμενος ο αγρότης. "Έχω έξι παιδιά να θρέψω, δεν έχω τίποτα να κάνω που να αξίζει τον κόπο για να με σκοτώσετε!"
Ο Fonda φαίνεται να έχει μαλακώσει με τα παρακάλια του φτωχού αγρότη. Γυρνά, σαν για να φύγει, και έπειτα, με έναν αέρα αδιαφορίας, και χωρίς πολλά πολλά, πυροβολεί τον άτυχο αγρότη με τρεις (ή περισσότερες) σφαίρες. Στη συνέχεια, φυσάει τον καπνό από το όπλο ππου καπνίζει και εξηγεί, στυγνά: «Δεν εμπιστεύομαι τους άνδρες που δεν εμπιστεύονται τα παντελόνια τους».
Ολόκληρος ο κινηματογράφος ξεσπάει σε δυνατά γέλια. Ένας αθώος, άοπλος, αβοήθητος άντρας, ένας πατέρας έξι μικρών παιδιών, μόλις σκοτώθηκε. Έτσι, για πλάκα. Έξι παιδιά παρέμειναν ορφανά, θρηνώντας έναν δολοφονημένο πατέρα, αντιμετωπίζοντας τώρα ένα μέλλον φτώχειας και στέρησης, κακοποίησης και λιμοκτονίας. Έτσι, για πλάκα. Και το κοινό του κινηματογράφου απολαμβάνει πλήρως και μοιράζεται αυτή την διασκέδαση, που απορρέει από μια εντελώς αχρείαστη, αλλά τόσο ξεκαρδιστική δολοφονία, ένα κενό νοήματος και σκοπού έγκλημα που υπηρετεί τους ψυχαγωγικούς σκοπούς ενός τυπικού γουέστερν. Έτσι, για πλάκα.
Η βία, φυσικά, είναι ένα θεμιτό δραματικό και καλλιτεχνικό εργαλείο, τόσο στον κινηματογράφο όσο και στο θέατρο, δεδομένου μάλιστα ότι εξυπηρετεί το δραματικό στόχο της απεικόνισης των τραγικών συνεπειών της και του τρόπου αντιμετώπισης τους από όσους πλήττονται από την στυγνή, αδυσώπητη πραγματικότητά της. Το ελληνικό δράμα βυθίζεται στην βία και το αίμα ως κάλεσμα να εμπλακούν οι θεατές του σε μια στοχαστική διαδικασία αυτοεξέτασης, να ρίξουμε μια βαθιά ματιά πέρα από την άβυσσο, στις σκοτεινές ακρώρειες της ανθρώπινης ψυχής.
Πρόκειται για μια εξαιρετικά διδακτική διαδικασία, που μας καλεί να καταλάβουμε ποιοι είμαστε και πόσο επισφαλής είναι η ύπαρξή μας, πάντα μετέωροι παραπαίουμε στα πρόθυρα της αβύσσου και του γκρεμού της τραγικής πτώσης, να αναμετρηθούμε με τον τρόπο πώς ο (ηθικός) κίνδυνος ενυπάρχει στην ίδια την υφή του εαυτού μας και της ύπαρξής μας.
Η Ιλιάδα, η Οδύσσεια, η Ορέστεία, ο Θηβαϊκός Κύκλος ή οι Βάκχες, καθώς και το μετέπειτα υψηλό δράμα στην σκηνή και στη λογοτεχνία, όπως η Θεία Κωμωδία ή το Σαιξπηρικό δράμα, υπηρετούν από της γραφής τους την ανθρωπότητα δείχνοντάς μας τους εαυτούς μας - σε όλη μας την αθλιότητα και, ταυτόχρονα, την ηθική μεγαλοπρέπεια. Όπως και η Μέδουσα στον καθρέφτη, μπορεί να απολιθωθούμε βλέποντας την αντανάκλαση του πιο άσχημου εαυτού μας και, όμως, μας βοηθούν καίρια να εμβαθύνουμε βαθύτερα στην ηθική μας υπόσταση και στις αιτίες της Πτώσης μας, εκεί ακριβώς στην κορυφή της υποτιθέμενής μας δόξας..
Αλλά δεν υπήρχε πραγματικό δράμα εδώ. Μόνο διασκέδαση. Στο κοινό δεν δόθηκε καθόλου χρόνος ή κάποια θεατρική πλατφόρμα για να εξετάσει τα τραγικό επακόλουθα ή την ρήξη στο σύστημα αξιών μας που αντιπροσώπευε αυτή η εν ψυχρώ δολοφονία. Η φρικτή πράξη της αδικαιολόγητης βίας παρουσιάστηκε ως στιγμιαίο περιστατικό, απολυμασμένο από το διαρκές κακό που προκάλεσε. Το ακροατήριο προσκλήθηκε να απολαύσει την δολοφονία απόλυτα προστατευμένο από κάθε ηθικό και φιλοσοφικό προβληματισμό και δέος, τον «έλεο και φόβο» της τραγωδίας. Εδώ, μονάχα η πλάκα.
Τα ακίνητα της εβδομάδας




