
11.03.2024
Τίτος Χριστοδούλου
Ακρεμώνες και... Πορδοσόβες
"Η λέξη αυτή δεν υπάρχει στα ελληνικά!" Ούτω απεφάνθη, με πνεύμα οριστικόν κι εριστικόν (ει και οριστικώς ελλείπον) ο παλαιός Λυκειάρχης Κολλεγιάρχης φιλόλογος. 'Και διατί περικαλώ δεν υπάρχει;', ετόλμησα εγώ (τιμωρηθείς, ενκαιρώ, για τις τόλμες αυτές.) "Διότι δεν την έχει το Λεξικόν του Μπαμπινιώτη".
Οριστικοτέρα, λοιπόν, ορίστε, λοιπόν, η απάντησις. Αποθανέτωσαν οι ελληνικές λέξεις που δεν 'ξόρτωσαν', Κυπριακά, ή εξώρθωσαν να καθιερωθούν εξηγιασθείσες στην Ιεράν Βίβλο της Ελληνικής μας γλώσσης, εντέχνως διαφημισθείσα, ενθυμούμεθα, τότε, με τας οργάς των... βουλγαρικών καινοτομιών της.
Και να επρόκειτο καν για καινοτομία, εδώ. Ο ακρεμών, αναλογικώς μετηνεχθείς για να δηλοί την ουρίτσα στα τυπογραφικά στοιχεία, το 'sherif', στις καλλίγραμμες γραμματοσειρές Garamond ή Roman ή το πρόσφατο, από το 1967, Times New Roman, του σχεδιαστού γραμματοσειρών Stanley Morrison, ή το 'sans sheriff', αν λείπει, στα τευτονικά ισοπαχή γράμματα, ή γραμματοσειρές όπως η Helvetica και η Arial. Διδάσκοντας σχεδιασμό των εφημερίδων, για να υποδείξω μερικά στάδια της εξέλιξης του σχεδιασμού των και, οπωσδήποτε, την ορολογία για χαρακτηριστικά του ύφους των σχεδιασμών, τα διάστιχα, τις γραμμές βάσης κλπ. Και γιατί, από τις πρακτικές του Γουτεμβέργιου, τα ραφάκια των κινητών μεταλλικών στοιχείων του, τα κεφαλαία λέγονται upper case και τα μικρά lower case.
Ουδεμία νεολογιστική ακρότης, κύριοι φιλόλογοι, μην βιαστείτε να καταδικάσητε, ο ακρέμων ή πιο σωστά ακρεμών είναι αρχαιοτάτη και γνησία ελληνική λέξη, σημαίνουσα το κλαράκι την λεπτή απόληξη του κλάδου, όπως η ουρίτσα στα στοιχεία της τυπογραφίας, που, αντίθετα από ό,τι θα νομίζατε σκοπό έχει να τα κάνει όχι μόνον κομψότερα αλλά και πιο ευανάγνωστα (αντίθετα από τα απέριττα τευτονικά sans sheriff), σε μικρά μεγέθη, π.χ. point 9, ή 8, τα δύο συνήθη μεγέθη κειμένου στις εφημερίδες.
Kι ας έχει κλαδέψει τα όμορφα κλαράκια των ακρεμώνων το Ιερόν μας Λεξικόν, του Μπαμπινιώτη. Ακόμη λιγότερον, θα βρείτε, φανταζόμαστε, στην Ιεράν Βίβλο Μπαμπινιώτη, την 'πορδοσόβη', αυτό που διώχνει ή αποσείει το 'πέρδεσθαι' (κατά το μυιοσόβη, μυιγοσκοτώστρα, να σας βοηθήσω, εκ του 'σοβέω', αποδιώχνω). Πορδοσόβη, που είναι ακριβής μετάφρασις του σανσκριτικού 'βεντίζανά' (δεν θα πείτε εδώ όχι, κ. Μπαμπινιώτη, σας ήρεσαν, ενθυμούμεθα, τα σανσκριτικά, ή ιαπετικά, πώς θα τα έλεγεν ο πενθερός σας γλωσσολόγος). Το σανσκριτικό 'βεντίζανά', λοιπόν, ο πρόγονος της μίας έκτοτε απανταχού λέξεως, μελιντζάνα, patlican (τουρκιστί), aubergine, mela insana, σκωπτικά, στα ιταλικά, το τρελλό μήλο, ή και sodom's apple, αγγλιστί, όχι για τον λόγο που βιαστήκατε να νομίσετε, αλλά γιατί φύεται σε καμμένη γη στο Ισραήλ, όπου πιστεύεται ευρίσκοντο τα Σόδομα.
Θάλλουσα ακρεμώνες, όμορφα κλαράκια η ελληνική, κύριοι φιλόλογοι, γή των σοδόμων δεν θα ομοιάξει, την καμμένη γη των σοδομιζόντων και βιαζόντων την γλώττα μας. Θα θάλλει, σε τούτη την ως τα Ψαρά τώρα από την τρόικα καμμένη γη, δίπλα ίσως, στην αιωνίως θάλλουσα πορτοκαλέα.
Την γλώσσαν μοι έδωσαν ομηρικήν, αλλά ποτέ διομηριζομένην, για να μεταφράσωμεν, ω φίλε ελληνιστά, εκείνο το ξενικόν των Σοδόμων....
Τα ακίνητα της εβδομάδας




