[…]
Ω συ, γιε της Λητώς, εσύ που στης εφτάχορδης
κιθάρας τον ήχο τραγουδάς,
καθώς εκείνη αντιλαλεί μέσ’ απ’ το άψυχο
το καύκαλο2 του ζώου των αγρών
τους γλυκολάλητους τους ύμνους των Μουσών,
για σένα κατηγόριες μπροστά στο φως αυτό
της μέρας θα φωνάξω!
Μου ήρθες λάμποντας μες στο χρυσάφι των μαλλιών σου,
εκεί που κρόκου3 λούλουδα σαν μάλαμα αστραφτερά
στην αγκαλιά μου μάζευα τους πέπλους μου ν’ ανθοστολίσω·
κι απ’ των χεριών μου τους λευκούς καρπούς
κρατώντας με σφιχτά στην κλίνη της σπηλιάς,4
ενώ εγώ «μητέρα» φώναζα, μ’ έφερες αδιάντροπα
θεός εσύ και πλάγιασες μαζί μου,
στην Κύπριδα κάνοντας χάρη.
Και σου γεννάω η δύσμοιρη αγόρι,
που απ’ της μάνας μου το φόβο
πάνω στην κλίνη σου το έριξα,
εκεί που μ’ άθλιο σμίξιμο την άθλια,
τη δόλια εμένανε με έκανες δική σου.
Αλί, αλίμονό μου! Και τώρα πάει, χάθηκε,
εγίνηκε βορά στα όρνια που τον άρπαξαν,
αχ ο δικός μου και δικός σου γιος, ο δύστυχος·
κι ελόγου σου, κιθάρα παίζεις δυνατά παιάνες τραγουδώντας.
Ε! Σε σένα κράζω, της Λητώς το γιο,
που με τον κλήρο5 δίνεις τους χρησμούς σου
πάνω στους θρόνους τους χρυσούς
εκεί, στην έδρα σου καταμεσής στη γης,6
μέσα στ’ αυτί σου βροντερή θα στείλω τη φωνή μου!
Ωιμέ, κακέ της κλίνης σύντροφε,
που δίχως απ’ τον άντρα μου να σου ’χει γίνει καμιά χάρη
ένα παιδί σπιτώνεις μες στο σπίτι μου!
Και ο δικός μου και δικός σου γιος, δίχως κανένας να τον ξέρει,
χάθηκε, πάει, τα όρνια τον αρπάξανε
μέσ’ απ’ τα σπάργανα της μάνας που πίσω του τα άφησε.
Εσένα η Δήλος σε μισεί αλλά και τα κλαδιά της δάφνης7
σιμά στο φοίνικα8 με τ’ όμορφο το φύλλωμα της κόμης,
όπου η Λητώ στον ιερό της τοκετό
από το σπόρο του Διός εσένανε σε γέννησε.





