
26.02.2024
Τίτος Χριστοδούλου
Σαλαμίς, ου μ' εθέσπισεν... Τραγουδώντας μία πόλη
Αμμόχωστον ἐν ἀρχῇ τῆς εὐφροσύνης μου.
Ανάμεσα στη μνήμη και την σκέψη μας,
Στην θύμηση ανάμεσα και την ηχώ της,
Φωνάζει ο τόπος το όνομά του,
Πιο αληθινός και ακέριος, 'είναι' μας αφού πια τώρα έχει γίνει.
Δεν κουβαλά ο τόπος τους ανθρώπους, αλλά οι άνθρωποι τον τόπο... Το είχε αρχήθεν ο τόπος τούτος των ποιητών και φιλοσόφων, να εξορίζονται, να εκτοπίζονται, η απλά να φεύγουν, σοφότεροι άνθρωποι να γίνουν ανακαλύπτοντας στην σκέψη την Σοφία, το είναι της στον λόγο, στην μνήμη την ταυτότητα - κι αυτή το όνομα του τόπου της να παίρνει: ο Αθηναίος, ο Σικελιώτης, ο Μακεδών, ο Κρης ή Κρητικός, ο Κυρηναίος, μα κι ο Κερυνειώτης. Ο Αμμοχωστιανός ή Βαρωσιώτης.
Μακράν του τόπου πιότερο αυτός να βιώνεται, αληθινότερος, στην Καθαρή αλήθεια του. Μακράν της Κύπρου στο σώμα αλλά όχι στο πνεύμα, όχι στην ψυχή του, ζει, όπως για τέταρτον του αιώνα κι ο ομιλών έζησε την πατρίδα, τον οίκο, το οικείον του.
Πνευματοποιήθηκες και ολόκληρο για μένα, ανακαλεί το πατρικό του σπίτι, την παλιά του συνοικία ο Καβάφης, στην απόσταση της μνήμης βρίσκοντας την καθαρή του αλήθεια ο ποιητής της μνήμης, όπως χαρακτήριζεν ο ίδιος τον εαυτό του. Στον τρόπο και την ανακίνησή του ως τόπος της μνήμης, στην ανθρώπινη βίωσή του, εξηγεί η 'ανθρώπινη γεωγραφία', γίνεται, ο χώρος χωρίον, η χώρα τόπος, φωνή αποκτά η γης και μας καλεί ως πατρίδα.
Ένας Αμμοχωστιανός τραγουδά την πόλη του.
Την χαμένη του, γαλάζια, θαλασσινή την πόλη. Έτσι απλά, αυθόρμητα και ανεπιτήδευτα, παίρνει την κιθάρα του και στιχουργεί τα κύματα αυτά αισθημάτων που τον πλημμυρίζουν στην θύμηση του τόπου που τον γέννησε, τον πότισε εικόνες κι επιθυμίες, έγινε ο έρωτας που τον άνδρωσε σαν αυτός που είναι. Ο Βαρωσιώτης.
«Κόρη γαλάζια κόρη με τα χρυσά μαλλιά
Θα τραγουδώ για σένανε, Αμμόχωστος γλυκειά»
Αφορμή του δίνει, έτσι απλά και άμεσα, η ψυχή του. Έτι και έτι ο τέττιξ, ξανά και ξανά και πάντα, όπως το τζιτζίκι, που μέσα από το αβίαστο, φυσικό τραγούδι υπάρχει σαν αυτός που είναι. Ο Βαρωσιώτης, που στο τραγούδι βρίσκει τον εαυτό του.
Και δίνει νόημα και συνέχεια στον τόπο που τον ορίζει. Στην προσωπική ερωτική συνομιλία με την «γαλάζια κόρη» αγαπημένη του. Γιατί είναι στην ανθρώπινη βίωσή του, στον τρόπο και την ανακίνησή του ως τόπος της μνήμης που γίνεται ο χώρος χωρίον, η χώρα τόπος, φωνή αποκτά η γης και μας καλεί ως πατρίδα.
Κι η Αμμόχωστος γίνεται του ανθρώπου της το κάλεσμα. Μιας ψυχής το αυθόρμητο τραγούδι, ενός μουσικού ο λόγος ο εμμελής, το όνειρο που στον ύπνο και στον ξύπνιο τραγουδά…
«Σαν ένα Όνειρο, που είναι ώριμο παντοτεινό
Γαλάζιο Όνειρο, το μέλλον γίνεται πραγματικό
Σαν ένα Όνειρο, γιά σένα ο πόθος μου
Θα σου το πω,
Θα κάνω Μιά Καινούρια Αρχή»
Το όνειρο το απτό, που φαίνεται άπιαστο. «Η επιστροφή σαν μια καινούργια αρχή». Στον σκοπό, το τέλος που ξαναπιάνει το πάν απ’ την αρχή. ‘Στο τέλος μου είναι η αρχή μου», αν θυμηθούμε και τα 4 Κουαρτέτα του Έλλιοτ. Η ποίηση βαδίζει τους γνώριμούς της τόπους.
Ένα νήμα λεπτό, διακριτικό μα άθραυστο, την ίδια του ανατριχίλα που στον στίχο ζει, διαπνέει του Βαρωσιώτη τζίτζικα τα τραγούδια. Αυτή η κρυφή αποθυμιά που δεν τολμά ανοικτά να πει στην δημοσιά το όνομά της, δονεί τα τραγούδια αυτά του αοιδού της Αμμοχώστου. Ο πόθος, ο ίμερος του γυρισμού, της επιστροφής που θα ξημερώσει η μέρα.
«Η άγια μέρα θα φανεί - Η άνοιξη θα έρθει», «Εμπρός για την επιστροφή, Πατρίς προγονική»
Χωρίς φτιασίδια και της τέχνης τα φανταχτερά στολίδια. Το βάρος να κουβαλεί το όραμα -και όχι η λέξη. Ο στόχος που δεν χωρεί στον στίχο.
«Αμμόχωστος ναι, επιστροφή…
Αμμόχωστος μάνα γλυκιά μας»
Εκείνο το τραύμα της αποκοπής απ’ την θέρμη της μητέρας, κι ο ίμερος της επιστροφής στην μήτρα που μας γέννησε, regressus ad uterum, το διέγνωσαν οι ψυχαναλυτές φιλόσοφοι.
Επιστροφή στο ζεστό νερό, την θάλασσα την μεγάλη που μας έφερε εδώ, την μητέρα θάλασσα, έψαλαν κι οι ρομαντικοί ποιητές – ο Wordsworth – και ναι ψηλάφιση κι ανασύσταση του εαυτού κι η επιστροφή στην μητέρα θάλασσα της Αμμοχώστου. Η φιγούρα της μάννας, υποδηλώνοντας σαν υπόσχεση την επιστροφή στην μάννα… πόλη.
«Μάνα τα χρόνια πέρασαν
Μα οι καιροί εφτάσαν
Μάνα σου το υπόσχομαι
Πως θα γενεί το θάμα
Μάνα τα χρόνια πέρασαν
Μα οι καιροί εφτάσαν
Πως πάλι στην Αμμόχωστο
Θα είμαστε αντάμα»
Την κοιτίδα μάννα που την ζωή του στίχου στον Δημόδοκο αοιδό της γέννησε.
Λέξεις που σημαίνουν, όπως τα σήμαντρα σημαίνουν… Κι όχι μόνο η Αμμόχωστος. Οι τόποι οι αλαργινοί στην μνήμη, τόσο κοντινοί στης ψυχής του μακελεμένου τόπου την αποθυμιά.
«Εμπρός ενώστε την ψυχή για Μόρφου και Κυρήνεια…»
«Εμπρός ενώστε την ψυχή για Μόρφου και Κυρήνεια, Η άγια μέρα θα φανεί - Η άνοιξη θα έρθει Εμπρός για την επιστροφή, Πατρίς προγονική».
Σαν τις τρίλλιες των πουλιών, σύντομες, απλές μα καθοριστικές, κερδίζοντας έκταση και βάθος στην επίμονη, διαρκή επανάληψη που γεμίζει την ατμόσφαιρα με νόημα, ήχο και ρυθμό, εμμένει και του τροβαδούρου της Αμμοχώστου το ανυποχώρητο στο μήνυμα της επιστροφής τραγούδι.
Εκείνο το «οίκαδε» της Οδυσσεϊκής, της εμβληματικής στον μύθο και της ιστορία επιστροφής που είναι τόσο οικείο και προσωπικό, τόσο ζεστά αληθινό, όπως η γνώριμη του σπιτιού του πόρτα:
«Πάλι στο σπίτι σου να έρθεις, την πόρτα θα ανοίξεις»
Η πόρτα των κρυμμένων της συνείδησης, των πιο μύχιων της ψυχής των φυλαχτών. Η πόρτα που ανοίγει στον δρόμο της ψηλάφησης, στου εαυτού την ανακάλυψη. Ο χρυσός δρόμος της Αλίκης στην χώρα των θαυμάτων, που είναι ο χαμένος, ο κρυμμένος στην αχλύ της μνήμης και του ονείρου δρόμος:
«Χθες σε είδα όταν πήγα τις παλιές
Παλιές ανηφοριές στα δρομάκια τα λημέρια τα παλιά.
Χθες σε είδα στο όνειρό μου ξανά ήταν μία παραμονή Πρωτοχρονιάς
Είδα στο Όνειρο μου ξανά τα γαλάζια σου νερά μου αμμουδιά
και όταν ήρθα στα περβόλια λεμόνια
Τα γνώριμα στα παιδικάτα και στα νιάτα του λημέρια, οι μεγάλες του Αμμοχωστιανού ανδρός παιδιού η αγάπη, η γαλανόλευκη σαν την υψηλή της εθνική ιδεολογία και σαν την αφρόεσσα θάλασσα της Αμμοχώστου Ανόρθωσις.
Γαλανόλευκη θύελλα
Ανοίγεις με μιάς τα φτερά
Πετάεις προχώρα
Στη γη του Ευαγόρα
Της κόρης αθάνατε ανθέ
Στο θρόνο σου έλα
Ξανά χαμογέλα
Βασίλισσα στο ΓΣΕ
Χαίρετε Ανόρθωση
Αμμόχωστος Επιστροφή
Για να σφραγίσει παλμός επίμονος, σαν ισοκράτημα του μέλους του Βαρωσιώτη αοιδού, κρυφός ρυθμός του σύμπαντος των λογισμών του η επωδός:
Όπου να’ναι θα βρεθούμε ξανά στην παλιά μας γειτονιά
Θα την βρούμε ξανά στην χρυσή ακρογιαλιά…
Στην μεγάλη την θάλασσα που μας έφερε εδώ.
Σαν σήμερα, που σαν σήμερα δεν μοιάζει, μέρα σαν είναι της μνήμης… 49 χρόνια τώρα, το αδυσώπητο τούτο των χρόνων μέτρημα, που μετρά τα χρόνια σε απόσταση, σε μνήμη και ατόφια του τόπου ιδέα, και πνευματικότητα, κι αγάπη, και αξία.
Καθαρή αξία, ο τόπος που εμείς έχει γίνει. Αξία και αλήθεια.
Το χέρι που σε κούρσεψε, καταραμένο νά 'ναι...
Τελετή της μνήμης; Όχι, βέβαια, όταν η μνήμη έγινε ό,τι απέμεινε από ζωή. Σαν σήμερα, όταν ο χρόνος κόπηκε στα δυό, σε κείνο το πριν, της αθώας ελευθερίας, και το αδυσώπητο 'μετά' που έγινε, 49 χρόνια τώρα, εκείνο το 'τώρα' που διαρκεί. Και ρωτά, και ρωτά... και μετρούμε, τα χρόνια σε απόσταση, του χαμού τα χρόνια...
Πίσω από το βουνό της μνήμης περιμένουν οι ερωτήσεις, πού ζωή μας κλέψαμε να τις κρύβουμε, σκιασμένοι. Ζωή είναι, όμως, αυτή η μνήμη. Και θάνατος, η λησμονιά. Κι ας την λέμε 'μέλλον', και 'μπροστά' και 'λύση'.
Ο τόπος γυρεύει την αλήθεια του. Κι αυτή δεν είναι η λησμονιά. Αναγνώριση είναι και ανάμνηση. Ότι είμαστε Έλληνες. Κι ο τόπος μας Ελληνικός. Όσο τον κρατά έτσι η μνήμη, το πείσμα της μνήμης, το πείσμα της ζωής. Που περιμένει.
Μου ζητήθηκαν επιχειρήματα ότι η κουρσεμένη πόλη, πατημένη θρασύτατα χθες από τον λεηλάτη της Κουρσάρο… «νέο Σουλεϊμάν», νομίζει, τον Μεγαλοπρεπή… Αντεπιχειρήματα, πιο σωστά, σε αυτούς που στην οίησή τους νόμισαν πως ξαναγράφεται η ιστορία, πως πάνε κι έρχονται, στα παζάρια των καιρών και των καιροσκόπων τις παλάντζες … οι ταυτότητες.
«Εικάζω δ’ άταν..» Μια καταστροφή προμηνύω, θα του έλεγε, στο κατώφλι της κουρσεμένης πόλης της η Τρωαδίτισσα βασίλισσα Εκάβη, με τα λόγια του πιο τραγικού των ποιητών μας Ευριπίδη, που είδε εκείνος πιότερο από όλους πόσο τραγικά των «νικητών» στα κούρσα των πόλεων πληρώνεται η αλαζονεία…
«Αιχμάλωτοι θα είστε της Κύπρου», προφήτεψε στον Αλαζόνα Ετζεβίτ στην Γενεύη τo ’74 ο Βρετανός πρωθυπουργός, ο Κάλαχαν. Αιχμάλωτοι και δούλοι στα μεταλλεία της Σικελίας οι παντοκράτορες το νόμισαν Αθηναίοι, οι μέχρι χθες κατακτητές, τους τραγικούς θυμόντουσαν – υστερινή τους μάθηση – του τραγικού Ευριπίδη.
Πεδίο συγκρούσεων η ιστορία. Και κάθε αλαζονεία ότι κατά βούληση γράφεται η ιστορία, δεν είναι στην ουσία της παρά σύγκρουση με την ιστορία. Με νικητή; Ακούστε τους τραγικούς μας: «Εικάζω δ’ άτταν»
Τα ακίνητα της εβδομάδας




