
05.02.2024
Τίτος Χριστοδούλου
ἄνδρα μοι ἔννεπε, Μοῦσα, πολύτροπον, ὃς μάλα πολλὰ
πλάγχθη, ἐπεὶ Τροίης ἱερὸν πτολίεθρον ἔπερσε·
πολλῶν δ᾽ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω,
πολλὰ δ᾽ ὅ γ᾽ ἐν πόντῳ πάθεν ἄλγεα ὃν κατὰ θυμόν,
ἀρνύμενος ἥν τε ψυχὴν καὶ νόστον ἑταίρων.
ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ὣς ἑτάρους ἐρρύσατο, ἱέμενός περ·
αὐτῶν γὰρ σφετέρῃσιν ἀτασθαλίῃσιν ὄλοντο,
νήπιοι, οἳ κατὰ βοῦς Ὑπερίονος Ἠελίοιο
ήσθιον· αὐτὰρ ὁ τοῖσιν ἀφείλετο νόστιμον ἦμαρ.
τῶν ἁμόθεν γε, θεά, θύγατερ Διός, εἰπὲ καὶ ἡμῖν.
Τον άντρα, Μούσα, τον πολύτροπο να μου ανιστορήσεις, που βρέθηκε
ώς τα πέρατα του κόσμου να γυρνά, αφού της Τροίας
πάτησε το κάστρο το ιερό.
Γνώρισε πολιτείες πολλές, έμαθε πολλών ανθρώπων τις βουλές,
κι έζησε, καταμεσής στο πέλαγος, πάθη πολλά που τον σημάδεψαν,
σηκώνοντας το βάρος για τη δική του τη ζωή και των συντρόφων του5
τον γυρισμό. Κι όμως δεν μπόρεσε, που τόσο επιθυμούσε,
να σώσει τους συντρόφους.
Γιατί εκείνοι χάθηκαν απ᾽ τα δικά τους τα μεγάλα σφάλματα,
νήπιοι και μωροί, που πήγαν κι έφαγαν τα βόδια
του υπέρλαμπρου Ήλιου· κι αυτός τους άρπαξε του γυρισμού τη μέρα.
Από όπου θες, θεά, ξεκίνα την αυτήν την ιστορία, κόρη του Δία,
και πες την και σ᾽ εμάς.
(μετάφραση Δ. Ν. Μαρωνίτης)
Το θαυμαστό στην οικονομία του αυτό προοίμιο της Οδύσσειας, ίσως οι στίχοι του Ομήρου που να γνωρίζουν από μνήμης όλοι Ελληνες, χαρακτηρίζεται ωστόσο από μια κραυγαλέα αναντιστοιχία προς την ιστορία του έπους. Ο Οδυσσέας, για παράδειγμα, δεν είδε πολλές πόλεις στα ταξίδια του. Νησιά ήταν κατά κύριο λόγο οι σταθμοί, βατήρες και σωτήριες ξηρές - που αποδεικνύονται ωστόσο θανάσιμες ή ακυρωτικές του είναι και του σκοπού του παγίδες και κίνδυνοι - στο ταξίδι του προς το δικό του τελικά νησί, την Ιθάκη: τα νησιά του Ήλιου, του Αιόλου, των Κυκλώπων, της Καλυψώς, της Κίρκης.
Είναι στο τελευταίο νησί - σταθμό, στο νησί των Φαιάκων, που μία πόλη περιγράφεται - και θαυμάζεται από τον Οδυσσέα - σαν πόλη, με ψηλά κτίρια και φαρδιούς δρόμους, καθώς τον οδηγεί μέσα από αυτήν στο παλάτι του πατέρα της, Αλκίνοου, η Ναυσικά. Μονάχα μία από τις περιπέτειες του Οδυσσέα, αυτή στο νησί του Ηλίου περιγράφεται στο προοίμιο, εξυπηρετώντας οπωσδήποτε και την ανάγκη να απαλλαγεί ο Οδυσσέας από την ευθύνη της απώλειας των συντρόφων του, μια ντροπή για κάθε αρχηγό να χάσει όλους τους άντρες του, όνειδος και στίγμα από το οποίο καθαίρεται εδώ αποδίδοντας τον χαμό των συντρόφων στην ανοησία των ίδιων των 'ανοήτων' που έφαγαν τα βόδια του Ηλίου:
αὐτῶν γὰρ σφετέρῃσιν ἀτασθαλίῃσιν ὄλοντο,
νήπιοι, οἳ κατὰ βοῦς Ὑπερίονος Ἠελίοιο
ήσθιον· αὐτὰρ ὁ τοῖσιν ἀφείλετο νόστιμον ἦμαρ.
Εκείνος, είχε ωστόσο ως σωστός αρχηγός σκοπό κι επιθυμία την σωτηρία τους, κανένας ψόγος για τον Οδυσσέα: «αλλ' ουδ' ως ετάρους ερύσατο, ιέμενός περ». Απαλλακτικοί της ευθύνης εναντιωματικοί σύνδεσμοι κι εξηγήσεις: εκ «προιμίου» απαλλακτικό βούλευμα για τον Οδυσσέα. Ως κι ο ποιητής στον εξωτερικό λόγο του προοιμίου ενός ποιήματος που αφορά τον ένα άνδρα, πολύτροπο, να θέλει να διασώσει τον διπλό ρόλο του Οδυσσέα ως μοναχικού ήρωά και ταυτόχρονα ηγέτη βασιλιά και προστάτη ενός λαού. Έτσι, προέχει και μνημονεύονται στους λίγους στίχους του προοιμίου η μέριμνα του Οδυσσέα και του ποιητή για τους συντρόφους του, οι αναφορές στους οποίους είναι πολύ λιγότερο ευδιάκριτες και σημαντικές στο ίδιο το έπος.
Είναι άλλωστε, ο ηγετικός κοινωνικός ρόλος του Οδυσσέα ως βασιλιά και διασώστη, διασφαλιστή μίας κοινωνίας "δίκης" και ευημερίας για το λαό του, με την αρωγή και σοφή συναίνεση της Αθηνάς, που περιγράφεται στην λύση του όλου δράματος στο ω της Οδύσσειας: Όπου την σπαραγμένη κοινωνία του αίματος, μετά την σφαγή των 108 πιο διαλεκτών παλικαριών της κοινωνίας της Ιθάκης, από τις καλύτερες οικογένειες του τόπου, που ήταν οι μνηστήρες, ακολουθεί και αποκαθίσταται με την παρέμβαση της Αθηνάς υπέρ του επιστρέψαντος βασιλέως Οδυσσέα, της επιστροφής στην βασιλική νομιμότητα, μια κοινωνία ειρηνεμένη, ευνομίας και δίκης.
Παραμένει, ωστόσο, και εξαίρεται μια αριστοκρατική διάσταση ανάμεσα στον πολύτροπο, σοφό Οδυσσέα και τους «νήπιους», ανόητους, αναξιόπιστούς και αυτοκαταστροφικούς συντρόφους υπηκόους του, ο θάνατος των οποίων μάλιστα περιγράφεται με όρους σχετλιαστικούς, μειωτικούς για τους θανόντες, όπως και από τον ίδιο τον Οδυσσέα στο μ της Οδύσσειας, που τους περιγράφει μετά τον κεραυνό του Δία και την βύθιση του καραβιού τους να επιπλέουν νεκροί σαν κουρούνες στα νερά, «κορώνοισιν είκελλοι», μια εικόνα που παραπέμπει με λοίδορο τρόπο σε παπάκια στη λίμνη ή και... στην μπανιέρα. Όχι ακριβώς με εικόνα συμπάθειας και οίκτου.
Είναι σαν να ξαναδιαβάζει κανείς την Έξοδο στην Παλαιά Διαθήκη, όπου ο ηγέτης ενός λαού που προσπαθεί να σώσει, ο Μωυσής, πρέπει να αντέχει συνέχεια τον δύστροπο, μουρμούρη και νήπιο λαό των Εβραίων. Λαός που καταδικάζονται «αὐτῶν γὰρ σφετέρῃσιν ἀτασθαλίῃσιν όλοντο νήπιοί» να χαθούν στα 40 χρόνια πορείας στην έρημο, «κορώνησιν είκελλοι» κι αυτοί, όπως οι σύντροφοι του Οδυσσέα, στην Έρημο του Σινά, ως τιμωρία του Ιεχωβά για τα «νήπια ανομήματά» τους, «σφων ατασθαλίησιν όλοντο», και να σωθεί μόνο η επόμενη γενιά.
Τα ακίνητα της εβδομάδας




