
31.01.2024
Τίτος Χριστοδούλου
). Είναι σε αυτή την «εύθυμη γνώση» που συνιστά ο γέλως κατά του εαυτού μας που ο Νίτσε ζητεί την ανέμελη απελευθέρωση από την άκριτη προσήλωση (αιχμηρή κυριολεξία εδώ ο «ήλος») και δεσμωτική δέσμευση στις παραδεδομένες συμβάσεις και την διάνοιξη της δυνατότητας δημιουργίας νέων αξιών.A0
Αντίθετα από την μεταφυσική αισιοδοξία του Εγέλου που βρίσκει κάθε ασυμβατότητα να επιλύεται σε μια βαθύτερη σύνθεση ώστε «το πραγματικό να είναι λογικό», ο μηδενιστής επιλύει στην κατεύθυνση της παραίτησης από κάθε προσπάθεια λογικού συγκερασμού ή συμβιβασμού. Για τον μηδενιστή, ο κόσμος περιέχει άλυτες ασυμβατότητες κι η σύγκρουση ανάμεσα στο πραγματικό και το ιδεατό είναι συνεχής και ασυμβίβαστη καλώντας για την αποδοχή του αγεφύρωτου διαζυγίου μας από την τελειότητα: όθεν, «ο Θεός είναι νεκρός, τίποτε δεν έχει σημασία ή αξία ή αλήθεια». Είμαστε κάτι αστείο.
Το αστείο σαν εκκεντρική συνύπαρξη ασυμβατοτήτων βρίσκει στην ίδια την οντολογική σύσταση του ανθρώπου, στην σημαντική φιλοσοφική μονογραφία του για το Χιούμορ, ο φιλόσοφος Simon Critchley ('On Humour', Routledge, London and New York, 2002). Εκκινώντας από το «αδύνατο του χιούμορ ως λογικής κατηγορίας για τον φιλόσοφο», ο Critchley διαβλέπει, ωστόσο, σε αυτό κάποια στοιχεία μιας φιλοσοφικής ανθρωπολογίας, αφού τα ασύμβλητα που συνιστούν την λογική γραμματική του χιούμορ να μας αναπαριστούν ως όντα του ετερόκλητου «αναμεταξύ», συστοιχώντας με την μοιρασμένη μας φύση ανάμεσα σε θηρία και αγγέλους, φύση και νόμο, το φυσικό και το μεταφυσικό, «between arts and arseholes».
Απηχώντας τον στίχο του Pope για τον άνθρωπο ως «the glory, jest and riddle of the world», (δόξα, αστείο και αίνιγμα του κόσμου) ο Critchley βρίσκει στο χιούμορ με την μορφή του παιγνιώδους νεύματος - πώς αλλιώς - την εγγενή αντίφαση στην άνω θρώσκουσα ζωϊκότητά μας, το αμφίσημο κι αμφίβιο γεγονός ότι έχουμε σώματα αλλά και είμαστε τα σώματα αυτά, σωματικοί κι ασώματοι ένοικοι σ' αυτά, αλλά τίποτα αποκλειστικά από τα δύο.
Αναλογιστείτε την σωματικότητα ενός Καρδιναλίου, την ώρα που μεταρσιωμένος εκείνος ευλογεί τα πλήθη, να θυμίζει βροντερά την παρουσία της με ένα ηχηρό... «πέρδεσθαι». Γελούμε, εδώ, με την υπενθύμιση της διττής μας φύσης, όπως κι ο Ναπολέων που θυμόταν το αστείο και ευτελές του είναι μας όποτε αναζητούσε καρέκλα για να εναποθέσει κουρασμένος τα οπίσθιά του. Υψηλή προσδοκία και πραγματικότητα πιο συχνά συγκρούονται, αλλά μπροστά στο εγγενές αυτό «παράλογο» της ύπαρξής μας, αντίθετα από τον άπελπι παραιτημένο ηρωϊσμό του Καμύ, ο φιλόσοφος Thomas Nagel ("Absurd", Journal of Philosophy 68: 1971) συνιστά τούτο να δώσει αφορμή στο χιούμορ, κι όχι στην αγωνία.
Τα ακίνητα της εβδομάδας




