Έκτακτες ειδήσεις

31.01.2024
Τίτος Χριστοδούλου
Η νοσταλγία δεν είναι αυτό που ήταν
Αυθεντικότητα, τουρισμός και η βιομηχανία της παράδοσης
του Τίτου Χριστοδούλου
Ένας γνωστός αφορισμός (του Peter Sellars) ορίζει την αυθεντικότητα ως «σύγχυση» ενώ ο Walter Benjamin μίλησε για την παράδοση ως «καταστροφή». Θα μπορούσε λοιπόν να λογοπαίξει κανείς ότι ο τουρισμός ως βιομηχανία φλερτάρει ανάμεσα στην σύγχυση και την καταστροφή, αφού το πρόκριμα της αυθεντικότητας ανακύπτει αδιάλειπτα τόσο στην πράξη του τουριστικού μάρκετιγκ και της βιομηχανίας της «παράδοσης» (heritage industry).
Όπως και την αυξημένη χρήση της θεματοποίησης (theming) για την δημιουργία σκηνοθετημένων χώρων για υβριδική κατανάλωση και εμβαπτιστική «γνωσιοψυχαγωγία» ("immersive edutainment"). Το όλο τουριστικό εγχείρημα σήμερα μπορεί να συνοψιστεί στον αφορισμό ότι οι «τουρίστες επισκέπτονται πραγματικούς προορισμούς για να γευθούν εικονικά μέρη» (tourists visit actual destinations to experience virtual places).
Σε μια εποχή όλο και πιο διαβρωτικού υβριδισμού, όταν τα μουσεία προωθούν τον εαυτό τους στην αγορά σαν τουριστική ατραξιόν, από την πλευρά του, για να μετατρέψει τους τόπους σε προορισμούς, ο τουρισμός σκηνοθετεί τον κόσμο τον ίδιο σαν μουσείο του εαυτού του. Και τα δύο υπόσχονται να προσφέρουν «παράδοση», θεωρημένη όχι τόσο ως «παρελθόν» αλλά σαν ένα νέο τρόπο πολιτισμικής παραγωγής που δίνει μια νέα ζωή σε θνήσκουσες μορφές ζωής, οικονομίες και τόπους. Κοντολογίς, όπως τα μουσεία για να καταστούν κερδοφόρα πουλούν τους εαυτούς των ως τουριστικές ατραξιόν και θεματικά πάρκα που επιμηκύνουν την επίσκεψη του «τουρίστα» πολλαπλασιάζοντας τις «αφηγήσεις» σε πολλαπλά επίπεδα πρόσληψης και ψυχαγωγίας, έτσι και οι τουριστικοί προορισμοί σκηνοθετούν την προσφορά τους με τον τρόπο της ζωντανής έκθεσης ή της παράστασης («performance»).
Ως γνωστικό πεδίο (discourse) έκθεσης και επίδειξης, η παραγωγή της «παράδοσης» χρησιμοποιεί τα μέσα της θεματοποίησης (theming) για να πουλήσει τις τοποθεσίες ως προορισμούς (destinations). Σαν επιτόπιες, in situ, εκθέσεις, oι προορισμοί καθίστανται έτσι εμβαπτιστικοί και θεατρικοί, υποδυόμενοι την γνώση που δημιουργούν. Δίνουν προνομιακή προτεραιότητα στην «εμπειρία» και τείνουν να θεματοποιούν παρά να παρουσιάζουν άμεσα το αντικείμενό τους. Στην πιο πλήρη τους πραγμάτωση, δημιουργούν έναν εικονικό κόσμο μέσα στον οποίο καταδύεται ο επισκέπτης. Το ταξίδι έτσι αποπνέει ένα αίσθημα θεματικού πάρκου όσο και θεματοποιημένου προορισμού - είτε αυτό είναι ένα θεματικό πάρκο, ένα shopping mall ή ένα εστιατόριο, που με την σειρά τους έχουν σαν μοντέλο την εμπειρία του ταξιδιού, της εμπειρίας του εξωτικού «αλλού» και τις απολαύσεις της εμπλοκής σε ένα κόσμο ζωής (life-world) που συνιστά εντέλει έκθεση (exhibition) του ίδιου του εαυτού του. Σε μια μετανεωτεριστική εποχή όταν ο χρόνος έχει εκτατικοποιηθεί, το «άλλοτε» γίνεται ένα επισκέψιμο «αλλού» και η μνήμη του αντικειμενοποιείται ως καταναλώσιμο «μνημείο», αμπαλλαρισμένο σε μια πλησμονή σημειωτικών δεικτών - οδηγών χρήσης και πρόσληψης.
Kι αν οι εκθέσεις έχουν σαν διακύβευμα να επιδείξουν ένα «αποτέλεσμα «εφφέ» που αποκαλείται «πραγματικός κόσμος», ο πραγματικός κόσμος ελκύει τον τουρίστα με την υπόσχεση της ευχάριστης εμπειρίας μιας καλά ενορχηστρωμένης έκθεσης, όπου ακόμα και οι ζωντανοί άνθρωποι επιδεικνύουν τους εαυτούς των μέσα από τoν μίμο των φινιρισμένων υποκριτών (performers). Παράλληλα, για να ικανοποιήσουν την αναζήτηση του ευαίσθητου στα αιτήματα της αυθεντικότητας και πραγματικότητας τουρίστα, οι προορισμοί σκηνοθετούν τους εαυτούς τους με μια άψογη τελειότητα, επιδεικνύοντας σαν παραστάσεις μια υπερβολή πραγματικότητας, αυτό που ο Ουμπέρτο Έκο ωνόμασε «υπερ-πραγματικότητα» (hyperreality).
Γλυστρώντας ανεπαίσθητα από την τελετή στην εικονικότητα, ο επιδεικνυόμενος κόσμος κεφαλαιοποιεί το οπτικό ενδιαφέρον. Οι διαδικασίες αυτές, ωστόσο, οδηγούνται από μια πολιτική οικονομία τα ενδιαφέροντα της οποίας κείνται αλλού, τόσο σε διεκδικήσεις ταυτότητας και αναπαλλοτριωσιμότητας όσο και στην εμπορική ιδεολογία της εμπορευματοποίησης και της αυξημένης πωλησιμότητας.
Η αυθεντικότητα, αναδυόμενη ως συμπληρωματική στην πράξη της επίδειξης, δηλαδή, της θεατρικοποιημένης παράστασης της παράδοσης, είναι μια έννοια προβληματική τόσο στο σημείο της παραγωγής όσο και αυτό της υποδοχής. Ο τουρίστας είναι εμπλεγμένος στην διαδικασία φυγής από τον καθημερινό κόσμο της ισοπεδωτικής ομοιογένειας σε μια προσωπική επένδυση στην επαφή με την καθαρτική γνησιότητα και αυθεντικότητα του αμόλυντου «αλλού» - για να βρει όμως, τόσο τυπικά, ότι ο τουρισμός τον έχει προλάβει παντού.
Ως αποδοχέας όμως, ο τουρίστας μπορεί να είναι εν τέλει πολύ πιο συνειδητοποιημένος, με πολύ πιο οξυμένη διάκριση και ένας πολύ πιο ευέλικτος «συνένοχος» από ό,τι του αναγνωρίζεται. Ο μοντέρνος τουρίστας είναι έτσι αληθής στους μετανεωτερικούς καιρούς μας επιδεικνύοντας με τον τρόπο του τον «πονηρό λόγο» της μετανεωτερικότητας. Μακράν του να είναι εύκολο θύμα μιας πολιτισμικής απάτης, είναι σε εγρήγορση και με παιγνιώδη συνωμοτικότητα δέχεται να καταναλώσει την στημένη τουριστική ατραξιόν απολαμβάνοντας όχι την «άμεση» εμπειρία της τοπικής κουλτούρας αλλά την «διαμεσολαβημένη κατανάλωση» της κουλτούρας.
Πάνω από όλα, όπως υποδεικνύει ο κοινωνιολόγος Ζίγκμουντ Μπόουμαν, ο τουρίστας επιδεικνύει την ρευστή πολυσημία της μετανεωτερικότητας, αποφεύγοντας να οριστεί ή περικλειστεί στα όρια μιας ταυτότητας και, καταλύοντας το καθωρισμένο, επιτυγχάνει, έτσι, το θαύμα να μην είναι μέρος του τόπου που επισκέπτεται.
Διατηρώντας την απόστασή του από κάθε κίνδυνο να συρρικνωθεί αυτή σε εγγύτητα, είναι ταυτόχρονα αφιχθείς και φευγάτος, προστατευμένος σε μια φούσκα με απόλυτα ελεγχόμενη όσμωση με το περιβάλλον. Ο σκοπός και το νόημα του τουριστικού παιγνίου είναι να είσαι συνεχώς σε κίνηση, εδώ κι αλλού, το «εδώ» όντας, για λίγο, το χθεσινό «αλλού», σταθμός κι όχι εκπλήρωση, σε οριστική εποχή από οποιαδήποτε σύνδεση με το περιβάλλον που να μπορεί να δημιουργήσει δέσμευση για το μέλλον.
Όπως το ώρισε ο Κούντερα, η «άφιξη» είναι ένα συμβάν που δεν έχει συνέχεια, περνά από μια ιστορία χωρίς να γίνει μέρος της. Το φιλμάκι κλείνει με το κλιπάκι «δεν συνεχίζεται». Aντίθετα από το προγονικό «προσκύνημα, η τουριστική θέαση, το «tourist gaze», είναι μια κινητή εποπτική γωνία, χωρίς συνέπειες και χωρίς συνέχειες. Η προοπτική της άφιξης, κρίσιμα, παραμένει έτσι πάντα μια προοπτική.
Ο τουρίστας είναι λοιπόν η μεταφορά της εποχής μας, καταδικασμένος να είναι ελεύθερος, κάθε τόπος να ορίζει ήδη τον δυνητικό εκτοπισμό του. Ο τουρίστας είναι ήδη «αλλού».
Τα ακίνητα της εβδομάδας




