
25.01.2024
Τίτος Χριστοδούλου
O θάνατος, τί προς ημάς; Με τους φιλόσοφους για τον θάνατο.
Βλάβη ποίου και στερώντας τι ακριβώς, ο θάνατος;
Στο πολύ γνωστό του βιβλίο Mortal Questions, Περί Θανάτου Ερωτήματα (όχι... Θανάσιμα Ερωτήματα, όπως συχνά μεταφράζεται στα ελληνικά), ο φιλόσοφος Thomas Nagel έχει επιχειρηματολογήσει ότι μολονότι δεν υπάρχουμε όταν δεν είμαστε πια ζωντανοί, ο θάνατος είναι μια απώλεια και μια βλάβη, όπως για παράδειγμα η προδοσία είναι μια απώλεια και μια βλάβη ακόμη κι αν δεν γνωρίζουμε ότι μας έχουν προδώσει.
To φιλοσοφικό επιχείρημα του Nagel αποσκοπεί να δείξει μια πραγματική ασυμμετρία ανάμεσα στην μεταθανάτια και την προγενετήσια ύπαρξη. Έτσι, για τον φιλόσοφο, οι διαφορετικές μας στάσεις προς τις δύο αυτές καταστάσεις δικαιολογούνται από την διαφορετική υφή του μεταθανάτιου και του προγενετήσιου χρόνου.
Το επιχείρημα της ασυμμετρίας ανάμεσα στο προγενετήσιο παρελθόν και το μεταθανάτιο μέλλον για τον Nagel στηρίζεται στην αντίληψη του θανάτου ως στέρηση δυνατοτήτων περαιτέρω εμπειριών.
Ο φιλόσοφος αντιλαμβάνεται την ζωή ως την άσκηση συνειδητών εμπειριών, δηλαδή συνείδησης. Η ικανότητα για συνείδηση και συνειδητές εμπειρίες είναι ανοικτή προς το μέλλον, όχι προς το παρελθόν. Η αδυναμία ενός προσώπου να ασκήσει αυτή την δυνατότητα εμπειριών μόνιμα προς το μέλλον είναι κάτι κακό, ή μια βλάβη, κάτι που δικαιολογεί την ασυμμετρία. Ο θάνατος στερεί, δηλαδή, τον θανόντα από την συνειδητή ύπαρξη και την δυνατότητα των εμπειριών.
Η στέρηση είναι κάτι εγγενώς κακό. Ο θανών, λοιπόν, στερείται κάτι που εγγενώς αποβλέπει στην προέκτασή του στο μέλλον, κι έτσι υφίσταται βλάβη, ακόμη κι αν δεν υπάρχει πλέον ο ίδιος για να έχει εμπειρία της βλάβης αυτής.
Κι ο φιλόσοφος κρίνει ότι υπάρχει μια ασυμμετρία ανάμεσα στον προγενετήσιο χρόνο και τον μεταθανάτιο χρόνο. Ο χρόνος πριν την γέννηση είναι χρόνος αδιάφορος στην αλλαγή, και δεν είναι ανοικτός στην εμπειρία. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για δυνητικές εμπειρίες στον απέραντο, ή και άπειρο, χρόνο προ της γεννήσεως.
Ωστόσο, με την γέννησή μας, έχουμε εμπειρίες και μπορούμε να μιλήσουμε για συνέχιση αυτής της δυνατότητας, κι έτσι ο θάνατός μας είναι στέρηση από δυνητικές εμπειρίες, με τρόπο που δεν μπορούμε να το πούμε για τον χρόνο πριν την γέννησή μας. Η στέρηση που επιφέρει ο θάνατος είναι ασυμμετρική κι έχει νόημα να την θεωρούμε βλάβη.
Η φιλόσοφος Martha Nussbaum έχει εξηγήσει, για παράδειγμα, ότι η βλάβη του θανάτου οφείλεται στο γεγονός ότι όλα τα σχέδια και τρόποι της ζωής – εργασία, αγάπη, γάμος, ιθαγένεια κλπ - απαιτούν μια χρονικά εκτεταμένη δομή και συνέχεια για την επιδίωξή τους, κι είναι αυτή η δομή και συνέχεια, αυτό το συγκροτημένο νόημα που συνιστά την ζωή ό,τι αποκόπτεται με τον θάνατό μας. Μια τραγική απώλεια νοήματος, ιστορίας, που συνιστά την ασυμμετρική βλάβη του θανάτου.
Άλλοι φιλόσοφοι (όπως ο Derek Parfit) κρίνουν, ωστόσο, ότι η συμμετρική φύση των χρόνων πριν την ζωή και μετά τον θάνατο δεν δικαιολογεί την διαφορετική αξιολογική μας στάση – που κρίνει κι ο ίδιος, ωστόσο είναι καθολική και όχι, σε πρώτη εντύπωση, παράλογη.
Η ασυμμετρία μεταθανάτιου και προγενετήσιου χρόνου
Ο Nagel παραδέχεται ότι είναι αληθές ότι ο χρόνος πριν τον θάνατο και ο χρόνος μετά τον θάνατο είναι χρόνοι κατά τους οποίους ο άνθρωπος δεν ζει. Παρόλα αυτά, κρίνει ότι ο χρόνος μετά τον θάνατο στερεί τον θανόντα από την ζωή, κατά τρόπο που δεν μπορούμε να το πούμε για τον χρόνο πριν την γέννηση.
Είναι εύλογη η αίσθησή μας ότι, αν δεν είχαμε πεθάνει θα ζούσαμε ακόμη, κατά τρόπο που δεν είναι εύλογο να θεωρήσουμε ότι ο χρόνος πριν την γέννηση είναι χρόνος στον οποίο θα ζούσαμε αν δεν είχαμε γεννηθεί στον χρόνο που γεννηθήκαμε. Ο θάνατος είναι δηλαδή μια ανεπιθύμητη και επώδυνη μορφή στέρησης με τρόπο που δεν μπορούμε να το πούμε για τον χρόνο πριν την γέννησή μας.
Τούτο συνεπάγεται να αντιληφθούμε την στέρηση σαν μια έννοια που πρέπει να αποδοθεί σε κάποιον σε σχέση με κάτι που έχει, και θα είχε αν δεν είχε πεθάνει. Με αυτή την έννοια, ο θάνατος είναι μια βλάβη, μια ζημία, αφού στερεί από κάτι που θα θανών είχε, και θα είχε συνεχίσει να έχει. Εδώ, κρίσιμη είναι και η έννοια της στέρησης.
Η στέρηση εννοείται ως συγκριτικό μέγεθος. Κάποιος στερείται ένα αγαθό κάτι που θα έκανε την ζωή του καλύτερη, που είναι καλύτερα έχοντάς το παρά μη έχοντάς το. Αλλά τούτο θα μπορούσε να ειπωθεί και για όλους τους λαχνούς του λαχείου που δεν έχουν κερδηθεί, ακόμη ίσως και αυτούς που δεν έχουν καν παιχτεί.
Διότι, βεβαίως, θα ήταν κάτι καλό για τον λαχόντα να είχε κερδίσει, καλύτερο οπωσδήποτε από το να μην έχει κερδίσει Με αυτή την έννοια, είναι βλάβη και ο θάνατος, αφού είναι σε χειρότερη κατάσταση έχοντας πεθάνει, ή, μη ζώντας, από το αν ζούσε.
Αλλά είναι επαρκής αιτία της βλάβης ότι είναι κάποιος σε χειρότερη κατάσταση, πχ μη έχοντας κερδίσει το λαχείο; Αλλά η στέρηση, αν και αφορά την αξία αυτού που λείπει, δεν μετράται μονάχα ως προς την αξία αυτού που λείπει. Συναρτάται και προς την πιθανότητα που έχει κάποιος να είχε αυτό που λογίζεται ότι στερείται.
Έχει και την έννοια μιας αποτυχίας να μετέχει ενός αγαθού που θα ανεμένετο εύλογα να έχει. Κι αυτό δεν ισχύει ούτε για τα εκατομμύρια των λαχνών που δεν έχουν κερδηθεί, ούτε για τα εκατομμύρια, τις αχανείς εκτάσεις του χρόνου που δεν θα βιωθούν μετά θάνατο, ή δεν βιώθηκαν προγενετήσια.
Μόνο αν κάποιος ήταν σε μια προοπτική να κερδίσει κάτι, να βρεθεί σε συγκριτικά καλύτερη κατάσταση, μπορεί να θεωρηθεί ότι το στερήθηκε μη κερδίζοντάς το, ότι βρέθηκε σε χειρότερη κατάσταση, εβλάβη ή ζημιώθηκε. Δεν είναι, λοιπόν, όλες οι περιπτώσεις της στέρησης βλάβες ή ζημίες, δυστυχήματα.
Από την άλλη, όμως, η βλάβη πρέπει να αποδοθεί σε ένα υποκείμενο που υφίσταται την βλάβη, και μάλιστα, αισθάνεται ότι την υφίσταται. Επιστρέφουμε στο επιχείρημα του φιλοσόφου Επίκουρου, ότι όταν ο θάνατος είναι εδώ, εμείς απουσιάζουμε, άρα δεν μπορεί να μας αποδοθεί η βλάβη του, κι ακόμη λιγότερο η αίσθηση αυτής της βλάβης.
Αλλά το αν ο θάνατος είναι στέρηση, εξαρτάται και από την οπτική γωνία από την οποία αυτός θεωρείται –κι εδώ εισέρχονται τα ασυμμετρικά μεγέθη του μεταθανάτιου και του προγενετήσιου χρόνου. Ως κακό, ο θάνατος, είναι κακό κάποιου, κι είναι κακό για το πρόσωπο αυτό, όταν ζούσε κι όταν ακόμη δεν ζει, αφού, αν και δεν υπάρχει πια, «υφίσταται» σαν πρόσωπο και σαν προσωπική ιστορία, που έφθασε σε ένα τέλος, στον θάνατο.
Ο θάνατος βλέπεται πολύ διαφορετικά από μια προσωπική από ό,τι από μια απρόσωπη άποψη, κι αυτή είναι μια κολοσσιαία ασυμμετρία που κάνει η γέννηση, η προσωπική ταυτότητα κάποιου. Ο θάνατος είναι ένα προσωπικό δράμα.
Ο μεταθανάτιος χρόνος είναι μια προσωπική απώλεια, ο χαμός ενός προσώπου και πραγματικών δυνατοτήτων με τρόπο που δεν είναι ο προγενετήσιος χρόνος. Δεν μπορούν να υπάρξουν ταφόπλακες και θρήνοι των αγεννήτων.
Τα ακίνητα της εβδομάδας






