Βούλα Πατουλίδου
Η κορυφαία αθλήτρια στην ιστορία της Ελλάδας, ήταν η πρώτη γυναίκα που στέφθηκε «χρυσή» Ολυμπιονίκης. Η Παρασκευή Πατουλίδου γεννήθηκε στις 29 Μαρτίου 1965 στον Τριπόταμο Φλώρινας και από μικρή εκδήλωσε την αγάπη της για τον αθλητισμό και ειδικότερα τον στίβο. Γράφτηκε στον Ηρακλή Θεσσαλονίκης και στην πορεία εξελίχθηκε σε «αστέρι» των 100μ., των 100μ. εμποδίων και του μήκους.
Σε εποχές δύσκολες για τον ελληνικό στίβο, όπου οι διακρίσεις σπάνιζαν, η Πατουλίδου δούλεψε σκληρά και άρχισε να διαγράφει μια λαμπρή πορεία, που κορυφώθηκε στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Βαρκελώνης το 1992, τότε που ολόκληρη η Ελλάδα δάκρυσε μαζί της από συγκίνηση και περηφάνια, καθώς ήταν η πρώτη φορά από το 1912, που η ελληνική σημαία κυμάτιζε στον υψηλότερο ιστό του στίβου, αλλά και η πρώτη φορά που ακουγόταν στον στίβο ο ελληνικός εθνικός ύμνος.
Η παρουσία της στους Ολυμπιακούς Αγώνες άρχισε το 1988 στη Σεούλ, όπου μετείχε στον προκριματικό των 100μ. (11.85) και στη σκυταλοδρομία 4x100μ. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Βαρκελώνης το 1992, αποφάσισε να πάρει μέρος στα 100μ. εμπόδια και ουδείς φανταζόταν μέχρι πού μπορούσε να φτάσει αυτό το κορίτσι. Η ίδια ήξερε ότι έχει τις δυνατότητες για κάτι καλό και με τους χρόνους που έφερνε στις προπονήσεις έβλεπε ότι μπορούσε να μπει τουλάχιστον στον τελικό, όμως δεν έλεγε σε κανέναν τίποτα, γιατί φοβόταν πως ουδείς θα την πιστέψει.
Έτσι, όταν άρχισε να τρέχει στις κούρσες και να πετυχαίνει τη μια πρόκριση μετά την άλλη, οι Έλληνες βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια ευχάριστη έκπληξη. Έκανε 13.14 στον προκριματικό (ατομικό ρεκόρ), 13.05 στον προημιτελικό (ατομικό ρεκόρ) και 12.88 στον ημιτελικό (πανελλήνιο ρεκόρ). Κάθε πρόκριση ήταν ούτως ή άλλως επιτυχία και η είσοδός της στον τελικό ήταν από μόνο του το πιο σημαντικό γεγονός στη σύγχρονη ιστορία του ελληνικού στίβου, γι' αυτό και πανηγυρίστηκε ανάλογα. Πλέον και 8η να ερχόταν κανείς δεν θα έλεγε τίποτα, όμως τότε ήταν που φώλιασε στις καρδιές όλων μια κρυφή ελπίδα για ένα μετάλλιο. Η Πατουλίδου δεν παρασύρθηκε από την επιτυχία και παρέμεινε προσηλωμένη στους υψηλούς στόχους που είχε θέσει. Και πέτυχε το «θαύμα».
Στον τελικό της 6ης Αυγούστου, άρχισε να πετά πάνω από τα εμπόδια και κάθε δέκα μέτρα εμφανιζόταν όλο και πιο δυνατή. Μετά τα 60μ. βρέθηκε μέσα στην τετράδα, όταν στο τελευταίο εμπόδιο η Αμερικανίδα Γκέιλ Ντίβερς, η οποία ήδη είχε πάρει το χρυσό στα 100μ., μπερδεύτηκε και έπεσε κάτω. Τότε η Ελληνίδα πρωταθλήτρια, βάζοντας ό,τι δύναμη της είχε απομείνει, πετάχτηκε μπροστά, ξεπέρασε τη Βουλγάρα Γιορντάνκα Ντόνκοβα, κάτοχο του παγκοσμίου ρεκόρ, που έμεινε τρίτη με 12.70 και την Αμερικανίδα Λαβόνα Μαρτίν, που έμεινε δεύτερη με 12.69. Η Πατουλίδου έπεσε πρώτη στον τερματισμό.
Το τι ακολούθησε δεν περιγράφεται. Στην αρχή ούτε η ίδια δεν το πίστευε, μέχρι που ο φωτεινός πίνακας έδειξε το όνομά της. Η Ελληνίδα με την ατσαλένια θέληση, είχε κάνει τη μεγάλη έκπληξη, είχε ανατρέψει όλα τα προγνωστικά, είχε πάει κόντρα σε όλες τις καταστάσεις και ήταν η «χρυσή» Ολυμπιονίκης, με χρόνο 12.64, που αποτελεί μέχρι σήμερα απλησίαστο πανελλήνιο ρεκόρ. Η Ελλάδα είχε πλέον το δικό της «χρυσό κορίτσι» του αθλητισμού και το ίδιο βράδυ, την ώρα της απονομής, μια ολόκληρη χώρα στήθηκε μπροστά από την τηλεόραση για να ζήσει τη μεγάλη στιγμή. Τα δάκρυα που κύλησαν στα μάγουλα της Βούλας, ξεδίψασαν τότε όλους τους Έλληνες, που την ημέρα της επιστροφής της στην πατρίδα, της επιφύλαξαν μια πρωτοφανή υποδοχή στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Η Αθήνα εκείνο το απόγευμα, για πρώτη φορά στην ιστορία της, «γκρέμισε τα τείχη» της για μια γυναίκα.
Τα επόμενα χρόνια η Πατουλίδου αποφάσισε να αλλάξει αγώνισμα και να αφοσιωθεί στο μήκος. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα, το 1996, κατάφερε να μπει στον τελικό και με άλμα 6.37 να έρθει 11η. Ήταν πολύ σημαντικό και αυτό, καθώς έγινε η πρώτη Ελληνίδα που πέτυχε συμμετοχή σε δύο τελικούς δύο διαφορετικών αγωνισμάτων. Ήταν παρούσα και το 2000, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίδνεϊ. Αγωνίστηκε στα 100μ., χωρίς όμως να διακριθεί (11.65) και ήταν μέλος της ομάδας σκυταλοδρομίας 4x100μ., που έφτασε μέχρι τον ημιτελικό. Σ' αυτή τη διοργάνωση η Βούλα Πατουλίδου έγινε η πρώτη, και μέχρι τώρα η μοναδική, αθλήτρια του ελληνικού στίβου με 4 παρουσίες σε Ολυμπιακές διοργανώσεις.
Πέρα από τους Ολυμπιακούς Αγώνες, οι διακρίσεις της ήταν πολλές και στα τρία αγωνίσματα, αλλά και στα 60μ. του κλειστού στίβου. Με πολλές νίκες στο Πανελλήνιο και στο Βαλκανικό Πρωτάθλημα, με δεκάδες καταρρίψεις πανελλήνιων ρεκόρ. Στους Μεσογειακούς Αγώνες το 1991 πήρε το χρυσό μετάλλιο στα 100μ. και το αργυρό στα 100μ. εμπόδια. Το 1990 και το 1992 αναδείχθηκε από τον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Αθλητικού Τύπου κορυφαία αθλήτρια της Ελλάδας.
Όμως το πιο σημαντικό επίτευγμα απ' όλα, ήταν ότι απέκτησε το δικαίωμα να λέει ότι είναι η γυναίκα, που άλλαξε την ιστορία του ελληνικού στίβου, που αποτέλεσε παράδειγμα για τις νεότερες γενιές και ώθησε στη συνέχεια πολλά ελληνόπουλα να ασχοληθούν με τον κλασσικό αθλητισμό, με αποτέλεσμα ν' αρχίσουν να έρχονται μεγάλες διακρίσεις σε μεγάλες διοργανώσεις. Καθηγήτρια της φυσικής αγωγής, ζει στη Θεσσαλονίκη και έχει ένα παιδί από τον γάμο της με τον παλιό πρωταθλητή της άρσης βαρών Δημήτρη Ζαρζαβατσίδη.
Νίκη Μπακογιάννη
Το 1996 έγινε η δεύτερη Ελληνίδα που κατέκτησε Ολυμπιακό μετάλλιο και την ίδια στιγμή η πρώτη Ελληνίδα που έσπαγε το φράγμα των 2 μέτρων στο άλμα εις ύψος. Η Νίκη Μπακογιάννη γεννήθηκε το 1968 στο Δομοκό και ξεκίνησε τον αθλητισμό στον Γυμναστικό Όμιλο Αθανάσιος Διάκος Λαμίας. Από νεαρή ηλικία άρχισε να πρωταγωνιστεί στον στίβο και χάρη στην εκπληκτική αλτικότητα και στην ευλυγισία της έγινε σύντομα το πρώτο «αστέρι» του ύψους, με πολλές πανελλήνιες και βαλκανικές νίκες, αλλά και με συνεχείς καταρρίψεις του πανελλήνιου ρεκόρ, τόσο στον ανοιχτό όσο και στον κλειστό στίβο.
Η πρώτη της εμφάνιση σε Ολυμπιακούς Αγώνες έγινε το 1992 στη Βαρκελώνη, όμως με άλμα στο 1.88 δεν κατάφερε να περάσει στον τελικό. Τέσσερα χρόνια αργότερα, απογειώθηκε και πέρασε για πάντα στο «πάνθεο» του ελληνικού αθλητισμού. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα βρέθηκε στην καλύτερη κατάσταση της καριέρας της και διεκδίκησε μέχρι την τελευταία στιγμή το χρυσό μετάλλιο στο ύψος από την κορυφαία άλτρια του κόσμου Στέφκα Κονσταντίνοβα. Η Βουλγάρα κάτοχος του παγκοσμίου ρεκόρ έδωσε τότε τον καλύτερο εαυτό της για να πετύχει αυτό που δεν είχε καταφέρει ποτέ, δηλαδή να στεφθεί «χρυσή» Ολυμπιονίκης. Η «μάχη» ανάμεσα στις δύο αυτές αθλήτριες, αλλά και την Ουκρανή Ίνγκα Μπαμπάκοβα, καθήλωσε εκείνο το βράδυ ολόκληρο τον πλανήτη. Και οι τρεις έφτασαν μέχρι το 2.01, όμως εκεί σταμάτησε η Μπαμπάκοβα, παίρνοντας το χάλκινο μετάλλιο.
Η Μπακογιάννη, που πήγε στην Ατλάντα με 1.97, είχε ήδη υπερβεί τον εαυτό της περνώντας με τη δεύτερη προσπάθεια το 1.99 και με τη δεύτερη το 2.01, που ήταν πανελλήνιο ρεκόρ, γι' αυτό και όταν η Κονσταντίνοβα πέρασε το 2.03, όλοι πίστεψαν πως η πρώτη θέση είχε κριθεί. Όμως η Ελληνίδα πρωταθλήτρια δεν είχε πει ακόμη την τελευταία της κουβέντα. Απέτυχε να το περάσει με την πρώτη προσπάθεια, αλλά στη δεύτερη προσπάθεια «πέταξε» πάνω από τον πήχη και έκανε ακόμη πιο συγκλονιστική την αναμέτρηση. Τελικά η Κονσταντίνοβα κατάφερε να περάσει και το 2.05 και εκεί κρίθηκαν τα μετάλλια, αφού η Μπακογιάννη ήταν πλέον αδύνατον να το περάσει. Στο τέλος, 80.000 θεατές αποθέωσαν όρθιοι τις τρεις σπουδαίες αθλήτριες, για τη μαγική βραδιά και τις συγκινήσεις που είχαν προσφέρει.
Επιστρέφοντας στην Ελλάδα με το αργυρό μετάλλιο στο στήθος, της επιφυλάχθηκε θερμή υποδοχή. Πήρε μέρος και στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίνδεϊ το 2000, αλλά έμεινε μακριά από τον καλό της εαυτό και με άλμα μόλις 1.80 στον προκριματικό δεν κατάφερε να μπει στον τελικό.
Το 1996 ήταν δεύτερη στους Πανευρωπαϊκούς Αγώνες κλειστού στίβου και το 1997 ήταν δεύτερη στους Μεσογειακούς, ενώ σ' αυτή τη διοργάνωση έχει πάρει δύο φορές την τρίτη θέση, το 1987 και το 1991. Το 1989 και το 1996 αναδείχθηκε κορυφαία αθλήτρια της Ελλάδας από τον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Αθλητικού Τύπου.
Κώστας Κεντέρης
Ο άνθρωπος που στο ξεκίνημα του 21ου αιώνα «απογείωσε» τον ελληνικό αθλητισμό και πέτυχε στον στίβο αυτό που μέχρι τότε έδειχνε όνειρο απλησίαστο για όλους τους Έλληνες. Κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στα 200μ., στις τρεις μεγαλύτερες διοργανώσεις, δηλαδή σε Ολυμπιακούς Αγώνες, σε Παγκόσμιο Πρωτάθλημα και σε Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα.
Ο Κώστας Κεντέρης γεννήθηκε το 1973 στη Μυτιλήνη. Ο αδελφός του έριχνε ακόντιο, η αδελφή του έτρεχε στα 100μ. εμπόδια και ο ίδιος ξεκίνησε από το μήκος, αλλά στη συνέχεια στράφηκε στα 200μ. και στα 400μ. Μάλιστα φάνηκε από νωρίς ότι θα αποτελέσει το μέλλον του ελληνικού κλασσικού αθλητισμού στα 400μ., καθώς το 1990 ήρθε πρώτος στο Παγκόσμιο Μαθητικό Πρωτάθλημα, το 1991 και το 1993 ήρθε τέταρτος στο Πανευρωπαϊκό Εφήβων και το 1993 πρώτος στους Μεσογειακούς Αγώνες, με χρόνο 45.70, που ήταν τότε πανελλήνιο ρεκόρ. Δυστυχώς ένας σοβαρός τραυματισμός ήρθε να διακόψει την «τρελή» κούρσα που είχε ξεκινήσει με στόχο τη διεθνή καταξίωση, ωστόσο δεν στάθηκε ικανός να του κόψει τα φτερά του και να του κλονίσει το πάθος του για τον αθλητισμό. Μετά από σκληρή δουλειά, επίπονη δοκιμασία κι ενώ πολλοί πίστευαν ότι είχε «τελειώσει» ως αθλητής, επέστρεψε δριμύτερος στους στίβους, ασχολήθηκε αποκλειστικά με τα 200μ. και πλέον τίποτα δεν μπορούσε να σταθεί ικανό να τον σταματήσει.
Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του Σίδνεϊ, ήταν γι' αυτόν η εκκίνηση της μεγάλης επιστροφής σε διεθνές επίπεδο και ταυτόχρονα ο βατήρας προς την παγκόσμια καταξίωση. Εμφανίστηκε σε εξαιρετική κατάσταση και σε όλες τις κούρσες έδειχνε πως μπορεί να τρέξει ακόμη πιο γρήγορα, αλλά κρατιέται για τον τελικό. Στον προκριματικό είχε χρόνο 20.57, στον προημιτελικό έκανε 20.14, που ήταν πανελλήνιο ρεκόρ και στον ημιτελικό 20.20. Στον τελικό ήταν πλέον αδύνατον να τον συγκρατήσει οτιδήποτε. Μπήκε 5ος στην τελική ευθεία όταν άρχισε να καλπάζει προς τον τερματισμό και τελικά άφησε πίσω του όλους τους άλλους σπρίντερ. Μάλιστα στα τελευταία μέτρα τερμάτισε με τα χέρια ανοιχτά.
Ξαφνικά ο Κώστας Κεντέρης είχε εκτοξευτεί στον κορυφή και τα ξένα ειδησεογραφικά πρακτορεία έτρεχαν απεγνωσμένα να μάθουν στοιχεία για τον αθλητή, που είχε κάνει τη μεγαλύτερη έκπληξη της διοργάνωσης. Μέσα σε μια στιγμή όλος ο πλανήτης μιλούσε για τον Έλληνα Ολυμπιονίκη, που είχε πετύχει το «θαύμα» και είχε κατακτήσει στα 200μ. το χρυσό μετάλλιο με χρόνο 20.09 (πανελλήνιο ρεκόρ). Δεύτερος ήταν ο Βρετανός Ντάρεν Κάμπελ με 20.14 και τρίτος ο Άτο Μπόλτον από το Τρίνινταντ και Τομπάγκο με 20.20.
Κι αν κάποιοι τότε βιάστηκαν να μιλήσουν για έναν αθλητή «φωτοβολίδα», ήρθαν οι επόμενες διοργανώσεις να δώσουν τη μεγάλη απάντηση. Πρώτος στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του Έντμοντον το 2001 με χρόνο 20.03 (νέο πανελλήνιο ρεκόρ) και πρώτος στους Πανευρωπαϊκούς Αγώνες του Μόναχο το 2002, με χρόνο 19.85, που είναι μέχρι σήμερα το πανελλήνιο ρεκόρ.
Για τον αθλητή του Ολυμπιακού, ο μεγάλος στόχος, που ήταν αυτό το ιδιόμορφο «τρεμπλ», είχε επιτευχθεί. Ο Κώστας Κεντέρης έγινε ο πρώτος και μοναδικός Ευρωπαίος σπρίντερ των 200μ., που πήρε το χρυσό μετάλλιο στις τρεις κορυφαίες διοργανώσεις και μάλιστα συνεχόμενα.
Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίδνεϊ πήρε μέρος και στη σκυταλοδρομία 4x100μ., όπου η ελληνική ομάδα κατέλαβε τη 10η θέση. Έχει πολλές νίκες σε Πανελλήνια και Βαλκανικά Πρωταθλήματα, αλλά και πολλές καταρρίψεις πανελλήνιων ρεκόρ, τόσο στα 200μ. όσο και στα 400μ. Τρεις συνεχόμενες φορές, το 2000, το 2001 και το 2002, αναδείχθηκε κορυφαίος αθλητής της Ελλάδας από τον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Αθλητικού Τύπου.
Κατερίνα Θάνου
Η κορυφαία σπρίντερ της Ελλάδας, με διαρκή παρουσία σε τελικούς μεγάλων διοργανώσεων και με πολλά μετάλλια στη συλλογή της. Η Κατερίνα Θάνου γεννήθηκε το 1975 στην Αθήνα, υπήρξε αθλήτρια του Εθνικού Γ.Σ. και στη συνέχεια του Ολυμπιακού. Οι πρώτες επιτυχίες ήρθαν το 1994 και το 1995, όταν αρχικά αναδείχθηκε Βαλκανιονίκης νεανίδων στα 100μ. και 200μ., στη συνέχεια ήταν 4η στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα νεανίδων και μερικούς μήνες αργότερα ήταν 2η στην Πανεπιστημιάδα της Φουκουόκα, στην Ιαπωνία.
Όμως η «κούρσα» προς την κορυφή ξεκίνησε ουσιαστικά το 1996, στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα κλειστού στίβου, όπου ήρθε πρώτη στα 60μ. και ταυτόχρονα έγινε η πρώτη Ελληνίδα στην ιστορία της διοργάνωσης, που κατέκτησε χρυσό μετάλλιο. Η πρώτη της συμμετοχή σε Ολυμπιακούς Αγώνες πραγματοποιήθηκε το 1996 στην Ατλάντα, χωρίς όμως να διακριθεί στα 100μ., όπου αποκλείστηκε στον προημιτελικό. Το 1997 ήταν πρώτη στους Μεσογειακούς Αγώνες του Μπάρι και πρώτη στην Πανεπιστημιάδα της Κατάνια.
Από το 1998 και μετά κατάφερε κάτι μοναδικό για τα ελληνικά δεδομένα. Σε όποια διοργάνωση έλαβε μέρος, ήταν πάντα μέσα στην τριάδα των νικητών και κατέκτησε μετάλλιο, με εξαίρεση το 2003 στο Παρίσι, όπου ήρθε πέμπτη. Στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα ανοιχτού στίβου κατέκτησε το χάλκινο μετάλλιο το 1999 και το 2001 και στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα ανοιχτού στίβου κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο το 2002 και το χάλκινο το 1998. Στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα κλειστού στίβου κατέκτησε το χρυσό το 1999 και στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα κλειστού στίβου κατέκτησε, πέρα από το 1996, άλλη μια φορά το χρυσό μετάλλιο, το 2000.
Ωστόσο, κορυφαία στιγμή στην καριέρα της στάθηκε ο τελικός των 100μ. στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίδνεϊ το 2000. Εκεί όπου ηττήθηκε μόνο από το μεγάλο φαβορί, την Αμερικανίδα Μάριον Τζόουνς, που ήταν το πρόσωπο της διοργάνωσης, αρχικά για τις επιδόσεις της και αργότερα για το σκάνδαλο ντόπινγκ στο οποίο πρωταγωνίστησε. Σε όλες τις προκριματικές κούρσες η Θάνου, απόλυτα συγκεντρωμένη, έδειξε ότι μπορούσε να βρεθεί μέσα στην τριάδα των νικητών και στο τέλος δεν διέψευσε τις προσδοκίες των Ελλήνων. Πέρασε από τον προκριματικό με χρόνο 11.10, από τον προημιτελικό με 10.99 και από τον ημιτελικό με 11.10. Στον τελικό με χρόνο 11.12 πήρε τη δεύτερη θέση και το αργυρό μετάλλιο, πίσω από τη Μάριον Τζόουνς, που με χρόνο 10.75 κατέκτησε την πρώτη θέση, όμως μετά από χρόνια της αφαιρέθηκε το χρυσό μετάλλιο, επειδή παραδέχθηκε ότι είχε κάνει χρήση απαγορευμένων ουσιών. Τρίτη ήταν η Τζαμαϊκανή Τάνια Λόρενς με χρόνο 11.18 και τέταρτη η επίσης Τζαμαϊκανή Μάρλεν Ότι με 11.19. Η επιτυχία της Θάνου ήταν τεράστια, σε μια τελική κούρσα, όπου μετείχαν ακόμη αθλήτριες όπως η Πιντούσεβιτς (5η), η Στούρουπ (6η), η Φάινς (7η) και η Φέργκιουσον (8η). Στο Σίδνεϊ ήταν και στέλεχος της ομάδας σκυταλοδρομίας 4x100μ.
Είναι η κάτοχος του πανελλήνιου ρεκόρ στα 100μ. με το 10:83 που πέτυχε το 1999 στη Σεβίλλη και του πανελλήνιου ρεκόρ στα 60μ. του κλειστού στίβου, με το 6.96 που πέτυχε πάλι το 1999 στο Μαεμπάσι. Τέσσερις φορές (1995, 2000, 2001, 2002) αναδείχθηκε κορυφαία αθλήτρια της Ελλάδας από τον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Αθλητικού Τύπου.





