Η κ. Μαρία Διάκου αναμένει μαζί με τον γιο της 39 χρόνια τον σύζυγό της
Η οικογένεια Διάκου αναμένει να μάθει νέα για τον στυλοβάτη του σπιτιού της, τον Σάββα, που από τις 20 Ιουλίου του 1974 αγνοείται η τύχη του
ΔΥΝΑΤΗ θέλω να μείνω και όρθια. Θέλω να ζήσω. Θέλω να μάθω τι απέγινε ο σύζυγός μου…
Τριάντα εννέα ολόκληρα χρόνια συμπληρώνονται αύριο από το προδοτικό πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 και το ερχόμενο Σάββατο από τη βάρβαρη τούρκικη εισβολή. Τέτοιες τραγικές μέρες οι θύμησες για τους συγγενείς όσων έχασαν τη ζωή τους προασπιζόμενοι την ανεξαρτησία της χώρας μας, αλλά και όσων ακόμη η τύχη αγνοείται και ζουν έστω και με την αμυδρή ελπίδα ότι υπάρχουν και θα επιστρέψουν πίσω. Τριάντα εννέα ολόκληρα χρόνια από ‘κείνες τις αποφράδες μέρες που βύθισαν στα μαύρα ολόκληρη την Κύπρο, αποτέλεσαν την αιτία βίαιου ξεριζωμού από τις πατρογονικές τους εστίες διακοσίων χιλιάδων ανθρώπων και την παράνομη κατάληψη του 37% της χώρας μας, κάποιοι αναμένουν με αγωνία να μάθουν κάτι για τους αγαπημένους τους.
Ανάμεσα σ’ αυτούς και η κ. Μαρούλλα Διάκου, σύζυγος του αγνοούμενου Σάββα και μητέρα του παιδιού που φαίνεται στην πιο γνωστή φωτογραφία για τους αγνοούμενους, του Δώρου. Το δράμα της κ. Μαρούλλας απερίγραπτο κι ο πόνος της ακόμα πιο μεγάλος και όπως χαρακτηριστικά μας αναφέρει, ζει μόνο με την ελπίδα να δει τον άντρα της· αλλά το ίδιο και για τον μοναχογιό της και τον εγγονό της, τον Σάββα τον νεότερο.
Παρασκευή πρωί και τη συναντάμε στο σπίτι που η ίδια με δικά της έξοδα έκτισε στη Λακατάμεια. Από την πρώτη κιόλας στιγμή κάποιος διακρίνει τον πόνο της, αφού ακόμη και το γλυκύ και πλατύ χαμόγελό της δεν είναι αρκετό για να τον κρύψει. «Έχω περάσει πολλά, αλλά αντέχω. Το παλεύω. Δεν θέλω να με πάρει κάτω. Θέλω να μείνω δυνατή, όρθια. Θέλω να ζήσω. Θέλω να μάθω τι απέγινε ο άντρας μου. 39 χρόνια με τρώει το σαράκι για το τι απέγινε. Επειδή δεν ξέρω αν ζει ή αν πέθανε. Μόνο μου στήριγμα ο γιος μου και ο εγγονός μου. Αυτοί ίσως να είναι και οι μοναδικοί λόγοι που ακόμα ζω, αφού πέρασα πολλά. Προβλήματα υγείας, κ.ά.», μας αναφέρει.
Μας υποδέχεται στο φτωχικό της με γλυκύτητα. Μας ρωτά αν θέλουμε καφέ ή γλυκό να μας φιλέψει. Τελικά μας κερνά καφέ και ξεκινάμε την κουβέντα μας· τα λόγια της ποταμός. Η επιστροφή στο παρελθόν την πληγώνει, ειδικότερα όταν φτάνει στο σημείο της τελευταίας μέρας που είδε τον άντρα της. Ήταν το μαύρο πρωινό του Σαββάτου της 20ής Ιουλίου του 1974. Εκείνη τη μέρα, όπως κι όλοι οι νέοι της Κύπρου, ο άντρας της έτρεξε να υπερασπιστεί την πατρίδα που διέτρεχε κίνδυνο. Την άφηνε με τον μοναχογιό τους, τριών μηνών τότε, στην αγκαλιά να κλαίει και να παρακαλά να πάνε όλα καλά και να επιστρέψει πίσω. Οι μέρες όμως περνούσαν. Κι οι μέρες γίνονταν μήνες… Κι οι μήνες χρόνια… 39 στο σύνολο.
Δεν πρόλαβαν να ζήσουν ένα χρόνο…
Όπως μας αναφέρει με δάκρυα στα μάτια, με τον Σαββάκη της παντρεύτηκαν στις 30 Σεπτεμβρίου του 1973 και γέννησε τον μονάκριβό της Δώρο στις 31 Μαρτίου του 1974. Πριν καν προλάβουν να κλείσουν ένα χρόνο μαζί, σημειώνει, οι σειρήνες του πολέμου τούς χώρισαν για πάντα. «Το μωρό μου όταν έγινε η εισβολή ήταν αβάπτιστο και το πήρε η κουνιάδα μου και το βάπτισε γιατί όλοι μας φοβόμασταν τότε.
Έφυγε το πρωί του Σαββάτου της 20ής Ιουλίου και από τότε δεν έμαθα νέα του. Όταν έφευγε δεν περίμενα πως θα περάσουν τριάντα εννέα χρόνια και δεν θα επιστρέψει. Κάθε φορά που επέστρεφαν αιχμάλωτοι βρισκόμουν στην πρώτη γραμμή και ανέμενα μαζί με το μωρό μου, μα δεν εμφανιζόταν. Δεν έχανα, όμως, την ελπίδα μου. Μια μέρα θα έρθει και ο Σαββάκης μου έλεγα, μα ακόμα περιμένω. Περιμένω την ώρα και τη στιγμή που θα ανοίξει την πόρτα και θα μπει μέσα να τον αγκαλιάσω κι ας πεθάνω», προσθέτει.
Η φωτογραφία-σταθμός
Αναφερόμενη στην πιο γνωστή φωτογραφία μετά τη βάρβαρη τουρκική εισβολή με πρωταγωνιστή τον γιο της, η κ. Μαρούλλα μάς αναφέρει: «Όταν βγάλαμε αυτήν τη φωτογραφία το πόδι μου ήταν στον γύψο και πήρα ταξί για να πάω έξω από την Πρεσβεία της Κίνας για να διαμαρτυρηθώ με άλλους και για να ζητήσουμε βοήθεια. Η φωτογραφία τραβήχτηκε από κάποιον δημοσιογράφο, ο οποίος πλησίασε τον γιο μου και του είπε: ‘Έλα ρε λεβέντη να σε βγάλω μια φωτογραφία’. Και του είπε ο μικρός: ‘Θα μου βγάλεις φωτογραφία για να την πάρεις και να δει ο παπάς μου ότι μεγάλωσα και να έρθει;’. Έτσι βγήκε αυτή η φωτογραφία κι ακόμα όλοι τη θυμούνται, τη βλέπουν στο Λήδρα Πάλας. Το βλέμμα του μωρού μου είναι χαρακτηριστικό. Αποτύπωνε τον πόνο που ένιωθε κι ακόμα νιώθει αναμένοντας τον πατέρα του».
Οι τελευταίες πληροφορίες
Ο ΣΑΒΒΑΣ Διάκου σύμφωνα με τη γυναίκα του, όταν έφυγε το μαύρο πρωινό του Δευτερογιούνη, ήταν 23 χρονών. Σήμερα, αν ζει, θα είναι κοντά στα 64. Όπως χαρακτηριστικά μας αναφέρει, οι μόνες πληροφορίες που κατάφερε να μάθει για τον άντρα της ήταν οι εξής: «Τον είδαν το Σάββατο (20 Ιουλίου) το μεσημέρι κάποιοι χωριανοί μου στο στρατόπεδο στην Αθαλάσσα και τον ρώτησαν πού θα πήγαινε. Τους είπε ‘πρέπει να πάω στη Βασίλεια’.
Τελικά απ’ ό,τι έμαθα δεν χρειάστηκε να πάει στη Βασίλεια να πάρει το απολυτήριό του και τον έβαλαν μαζί με άλλους σε φορτηγά για να πάνε στην Άσπρη Μούττη. Απ’ ό,τι έμαθα, την Τρίτη μετά την εισβολή επέστρεφε πίσω και τον συνάντησε μια ξαδέλφη του η οποία τον ρώτησε πού θα πήγαινε και της είπε πως θα πήγαινε προς το χωριό να δει τι θα γινόταν. Αν ερχόταν προς Κυπερούντα δεν θα πάθαινε τίποτα. Πιστεύω, όμως, πως θα πήγε στη Βασίλεια να δει τι κάνουν οι γονείς του. Αυτά ξέρουμε μόνο, τίποτα άλλο και αναμένουμε να μάθουμε τι έγινε ο δικός μας άνθρωπος», συμπληρώνει και τα δάκρυά της τρέχουν σαν ορμητικό ποτάμι.
«Πέρασα πολλά…»
ΚΑΤΑ τη διάρκεια των 39 χρόνων η ζωή για την κ. Μαρούλλα δεν ήταν καθόλου εύκολη. Στο διάστημα αυτό αρρώστησε με καρκίνο και οι γιατροί φοβούνταν ακόμη και για τη ζωή της.
«Πέρασα πολλά δύσκολα, αλλά αντέχω μόνο και μόνο για τον γιο μου και για να μάθω τι έγινε ο άντρας μου. Ξεκίνησα τη ζωή μου μετά την εισβολή με ένα μωρό τριών μηνών και μια λίρα στο χέρι. Δεν είδα βοήθεια από κανέναν. Υπήρξαν μέρες που δεν κρατούσα λεφτά να πιάσω ένα γάλα του μωρού μου να πιει. Μετά ήρθαν τα προβλήματα υγείας με πιο σοβαρό τον καρκίνο. Έκανα τη μια εγχείρηση μετά την άλλη και τώρα έχω πρόβλημα με την καρδιά μου. Κάθε μέρα πίνω μια σακούλα φάρμακα, αλλά δόξα σοι ο Θεός. Ζω για τον γιο μου, τον εγγονό μου και την ελπίδα να επιστρέψει ο Σάββας», σημειώνει.
Τα οράματα….
ΑΝΑΦΕΡΟΜΕΝΗ στις ελπίδες της να δει τον σύζυγό της ζωντανό η κ. Μαρούλλα μάς ανέφερε τα εξής: «Ώσπου δεν μου φέρνουν ένα μικρό φέρετρο και να μου που αυτά είναι τα κόκαλά του, ελπίζω πως ο άντρας μου είναι ζωντανός. Μπορεί να είναι όνειρο - και κάποτε τα όνειρα βγαίνουν αληθινά . Είδα πολλά όνειρα σημαδιακά που μου δίνουν ελπίδες ότι ζει. Θα σας πω μια ιστορία γι΄ αυτήν τη φωτογραφία (Φιλελεύθερος, Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 1976).
Ο άντρας που στέκεται πάνω ψηλά είναι ο άντρας μου. Στην εφημερίδα λέει πως στη φωτογραφία είναι ένας Ελληνοκύπριος και του δίνουν δηλητήριο να πιει και ότι όσοι τον περιτριγυρίζουν είναι Τούρκοι στρατιώτες. Ο γέρος που φαίνεται στη φωτογραφία δεν είναι Τούρκος, όπως Τούρκος δεν είναι ούτε κι ο άντρας μου. Την προηγούμενη νύχτα είδε η αδελφή μου όνειρο ότι πήγε μια Τουρκού και τη βρήκε και της είπε ‘να πάεις να βρεις την αδελφή σου και να της πεις πως τον άντρα της τον παντρεύτηκα εγώ και είναι μαζί μου’, και της είπε η αδελφή μου ‘γιατί παντρεύτηκες τον άντρα της, δεν λυπάσαι την αδελφή μου και το μωρό της;’.
Και λαλεί της ‘τον παντρεύτηκα για να τον προφυλάξω και μόλις τελειώσει ο πόλεμος θα της τον επιστρέψω’. Μιαν άλλη φορά είδα όνειρο ότι κάποιος μου χτύπησε την πόρτα και ήταν ένας με αστέρες ο οποίος μου είπε ‘ήρθα να σου φέρω το τσέκι σου’ και του είπα ‘μα γιατί μου το έφερες εσύ αφού έρχεται με το ταχυδρομείο;’. Λέει μου ‘εν ειδική περίπτωση’ και τον ρωτώ ‘γιατί;’, και μου δείχνει τον φάκελο στον οποίο στη γωνιά πάνω-πάνω έγραφε με κεφαλαία γράμματα ‘ΖΕΙ’…».
«Παιδί με μια φωτογραφία»
ΓΙΑ τον 2,5 ετών τότε Δώρο Διάκου, που φαίνεται και στη φωτογραφία δίπλα, που σήμερα είναι δάσκαλος αλλά δεν θέλει να μιλά με κανένα για το δράμα του, οι Κυριάκος Χαραλαμπίδης και Μάριος Τόκας έγραψαν το τραγούδι «Παιδί με μια φωτογραφία», το οποίο τραγούδησε με τη μοναδική φωνή του ο Δημήτρης Μητροπάνος. Οι στίχοι χαρακτηριστικοί και αντικατοπτρίζουν το δράμα του μικρού Δώρου, που αναμένει ακόμη τον πατέρα του:
Παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι
με μια φωτογραφία στα μάτια του βαθιά
και κρατημένη ανάποδα με κοίταζε.
Ο κόσμος γύρω του πολύς κι αυτό
είχε στα μάτια του μικρή φωτογραφία,
στους ώμους του μεγάλη και αντίστροφα
στα μάτια του μεγάλη, στους ώμους πιο μικρή,
στο χέρι του ακόμα πιο μικρή
Ήταν ανάμεσα σε κόσμο με συνθήματα
και την κρατούσε ανάποδα, μου κακοφάνη
Παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι
με μια φωτογραφία στα μάτια του βαθιά
και κρατημένη ανάποδα με κοίταζε.
Κοντά του πάω περνώντας πινακίδες
αγαπημένων είτε αψίδες και φωνές
που 'χαν παγώσει και δε σάλευε καμιά.
Έμοιαζε του πατέρα του η φωτογραφία.
Του τηνε γύρισα ίσια κι είδα πάλι
τον αγνοούμενο με το κεφάλι κάτω.
Όπως ο ρήγας, ο βαλές κι η ντάμα
ανάποδα ιδωμένοι βρίσκονται ίσια,
έτσι κι αυτός ο άντρας ιδωμένος ίσια
γυρίζει ανάποδα και σε κοιτάζει.
Παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι
με μια φωτογραφία στα μάτια του βαθιά
και κρατημένη ανάποδα με κοίταζε.





