Για πρώτη φορά μπροστά σε ελληνικό κοινό
Την προβολή ακολούθησε ζωντανή συζήτηση του Τουρκοκύπριου σκηνοθέτη με τους θεατές της ταινίας, στην πλειοψηφία τους Ελληνοκυπρίους
Με διοργανωτή την Κυπριακή Ταινιοθήκη, προβλήθηκε το περασμένο Σάββατο (7 Απριλίου 2012), για πρώτη φορά μπροστά σε ελληνικό κοινό, στο Cine Studio στη Λευκωσία, η αξιόλογη -και βέβαια τολμηρή- ταινία «Σκιές και πρόσωπα» του Τουρκοκύπριου σκηνοθέτη Ντερβίς Ζαΐμ (Dervis Zaim), που διαπραγματεύεται ένα ιστορικό θέμα-ταμπού, ιδιαίτερα για την ελληνοκυπριακή πλευρά, τη δικοινοτική σύγκρουση του 1963. Στην ταινία πρωταγωνιστούν οι Τουρκοκύπριοι ηθοποιοί Osman Alka? και Hazar Erg??l? και οι Ελληνοκύπριοι Πόπη Αβραάμ και Παντελής Άντωνας.
Μια ασυνήθιστη κινηματογραφική άποψη
Στην προβολή ήταν παρών και ο ίδιος ο σκηνοθέτης, που παρουσίασε μερικούς από τους ηθοποιούς. Στο τέλος της προβολής προσήλθε και η Πόπη Αβραάμ, που πήρε το βραβείο καλύτερης ηθοποιού στο Φεστιβάλ της Άγκυρας. Στο ίδιο Φεστιβάλ, η ταινία πήρε επίσης τα βραβεία καλύτερης ταινίας, καλύτερης σκηνοθεσίας, καλύτερου μοντάζ, καλύτερης σκηνογραφίας και το βραβείο των κριτικών. Η ταινία έχει στο μεγαλύτερο μέρος της τουρκικούς διαλόγους και προβάλλεται με ελληνικούς υποτίτλους, ενώ γυρίστηκε το 2011 στην Αμμόχωστο, την Κώμη Κεπήρ και σε παραθαλάσσια μέρη στην Καρπασία.
Την ταινία προλόγισε ο σκηνοθέτης Πανίκος Χρυσάνθου, φίλος και συνεργάτης του Ζαΐμ σε προηγούμενα φιλμ και ντοκιμαντέρ (Παράλληλα ταξίδια», «Ακάμας», «Λάσπη» και «Το τείχος μας»). Ο κ. Χρυσάνθου σχολίασε ότι «είναι πολύ ενδιαφέρον ότι το κοινό της Λευκωσίας που είναι απόψε εδώ γι' αυτήν την προβολή, θα δει μια κινηματογραφική άποψη στην οποία δεν είμαστε και τόσο συνηθισμένοι». Την προβολή ακολούθησε ζωντανή συζήτηση του Τουρκοκύπριου σκηνοθέτη -που μίλησε αγγλικά- με τους θεατές της ταινίας, στην πλειοψηφία τους Ελληνοκυπρίους, που τη χειροκρότησαν θερμά. Τη μετάφραση έκανε ο ακαδημαϊκός Γιάννης Παπαδάκης.
Η υπόθεση της ταινίας
Η υπόθεση της ταινίας διαδραματίζεται τον Δεκέμβρη του 1963. Οι δικοινοτικές ταραχές μόλις έχουν ξεκινήσει κι ο καραγκιοζοπαίχτης Σαλίχ με την κόρη του Ρουσιάρ εγκαταλείπουν το σπίτι τους στην πόλη κι αναζητούν προστασία στο χωριό στο σπίτι του αδελφού του, του Βελί. Ο Σαλίχ, όμως, εξαφανίζεται μια μέρα, ενώ προσπαθεί να επιστρέψει στην πόλη. Η κόρη του μένει με τον Βελί, που είναι ο αρχηγός της τουρκοκυπριακής κοινότητας του χωριού και μάταια προσπαθεί να πείσει τους νεαρούς Τ/κυπρίους του χωριού να αποφύγουν τη βία κατά των Ελληνοκυπρίων, παρά τις προκλήσεις που δέχονται, ιδιαίτερα από την Αστυνομία.
Η Άννα, που αντιμετωπίζει τους γείτονές της Τουρκοκυπρίους φιλικά και χωρίς προκαταλήψεις, ζει στο χωριό με τον γιο της Χρίστο, ο οποίος αποθηκεύει κρυφά οπλισμό χωρίς η μητέρα του να το εγκρίνει. Κρυφά επίσης νεαροί Τουρκοκύπριοι του χωριού προετοιμάζονται και εξασκούνται στα όπλα. Η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη και τραγικό θύμα της είναι και η ίδια η Άννα»…
Μια τρύπα στον πλιθαρένιο τοίχο
Πόπη Αβραάμ, ηθοποιός:
«Είτε διαφωνείς είτε συμφωνείς με τον τρόπο που είδε την ιστορία ο σκηνοθέτης -που δήλωσε εξάλλου ευθαρσώς ότι είναι υποκειμενική η άποψή του- το κέρδος είναι ότι βγαίνει στην επιφάνεια αυτό το υπαρκτό ιστορικό γεγονός, που θα συζητηθεί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο και θα μάθει η νέα γενιά αυτό το κομμάτι της Ιστορίας που δεν διδάχτηκε ποτέ. Πρέπει να αποδεχτούμε τα λάθη μας, να αποδεχτούν τα λάθη τους και αφού συγχωρήσουμε ο ένας τον άλλο, τότε να κοιτάξουμε για μια κοινή πορεία.
Αυτό που προβάλλει η ταινία είναι ο φόβος των ανθρώπων και από τις δύο πλευρές που τους κάνει να εξεγείρονται.
Εγώ είχα προσωπικές εμπειρίες γιατί γεννήθηκα σε ένα μεικτό χωριό, τον Μαθιάτη, και το σπίτι μου ήταν στο σύνορο με τον τουρκομαχαλά. Ήμουν πέντε χρονών και θυμάμαι αμυδρά τα τουρκάκια που παίζαμε ξυπόλητοι χωρίς να αντιλαμβάνομαι τον διαχωρισμό "Τούρκοι" και "χριστιανοί". Και θυμάμαι το 1963 συγχωριανούς μου να έχουν έρθει στο σπίτι μας και να έχουν ανοίξει μια τρύπα στον πλιθαρένιο τοίχο για να παρακολουθούν τις κινήσεις των Τουρκοκυπρίων. Και δεν θα ξεχάσω ποτέ τη νύχτα που έκαψαν τον τουρκομαχαλά και τους έδιωξαν κακήν κακώς με την παρουσία της Αστυνομίας μας!
»Κάνοντας αυτήν την ταινία αισθανόμουν ότι εκπλήρωνα ένα χρέος απέναντι στους συγχωριανούς μου Τουρκοκυπρίους, ζητώντας τους ένα μεγάλο συγγνώμη, παρότι λόγω της ηλικίας μου, δεν θα μπορούσα να έχω ευθύνη. Εντούτοις η ευθύνη βαραίνει όλους μας».
Δράστες και θύματα της βίας
Γιάννης Παπαδάκης, συγγραφέας του βιβλίου «Η ηχώ της Νεκρής Ζώνης», αναπληρωτής καθηγητής Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Τμήμα Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κύπρου:
«Είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ταινίες που έχουν γίνει για το πολιτικό ζήτημα της Κύπρου, ιδωμένη από την οπτική μιας νεαρής Τουρκοκυπρίας το 1963 - πρόκειται για την περίοδο που οι Τουρκοκύπριοι βίωσαν ως περίοδο θυματοποίησής τους (όπως, αντίστοιχα, βίωσαν το 1974 οι Ελληνοκύπριοι). Είναι η κεντρική ιστορία του Βελί και της Άννας, δύο γειτόνων που προσπαθούν να αποτρέψουν τη βία. Βλέπουμε, όμως, ότι, παρά τις προσπάθειές τους και λόγω της παράνοιας και της καχυποψίας ιδιαίτερα μεταξύ των νέων, γίνονται και δράστες και θύματα της βίας. Η ταινία κατά τη δική μου ερμηνεία έχει ένα απαισιόδοξο πολιτικό μήνυμα, ότι αν οι άνθρωποι δεν είναι προετοιμασμένοι και αν υπάρχει καχυποψία, ακόμα και με τις καλύτερες προθέσεις και προσπάθειες κάποιων καλών ανθρώπων, τα πράγματα θα καταρρεύσουν.
»Υπήρξε θερμή ανταπόκριση στην προβολή της ταινίας, αλλά θα έλεγα ότι οι Ελληνοκύπριοι θεατές της ανήκουν σε ένα κοινό που βλέπει κανείς συχνά σε δικοινοτικές εκδηλώσεις».




