Παράνομη είναι, σύμφωνα με ομόφωνη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, συμφωνία η οποία έγινε μεταξύ Τουρκοκύπριας μόνιμης κάτοικου Αυστραλίας και Ελληνοκύπριου επίσης μόνιμου κατοίκου Αυστραλίας για αγορά από τον Ελληνοκύπριο ακίνητης περιουσίας της Τουρκοκύπριας στην Πόλη Χρυσοχούς.

Στην απόφαση του Ανωτάτου αναφέρεται πως «η οποιαδήποτε δικαιοπραξία που αφορά την κυριότητα της τουρκοκυπριακής περιουσίας μπορεί να γίνει μόνο ύστερα από σχετική άδεια και πάντοτε μέσω του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών».

Όπως σημειώνεται «μετά τη θέσπιση του Νόμου 139/91, κάθε ακίνητη περιουσία Τ/κ ο οποίος τον Ιούλιο του 1991 δεν κατοικούσε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, περιήλθε υπό την κατοχή και διαχείριση του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και καμιά δικαιοπραξία δεν μπορεί νόμιμα να συναφθεί αναφορικά με αυτή, εκτός από τον ίδιο τον Κηδεμόνα».

«Η κυριότητα της ακίνητης περιουσίας παραμένει βέβαια στους ιδιοκτήτες της, οι οποίοι περιορίζονται προσωρινά , κατά τη διάρκεια της έκρυθμης κατάστασης από του να μπορούν να την αποξενώσουν, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Δεν αποκλείεται βέβαια, κάτω από προϋποθέσεις, είτε η μεταβίβαση και εγγραφή της περιουσίας επ’ ονόματι των τέκνων των ιδιοκτητών, είτε η, μετά το θάνατο του νόμιμου ιδιοκτήτη μεταβίβαση του τίτλου στους νόμιμους κληρονόμους», αναφέρεται στην απόφαση.

Προστίθεται πως «είναι φανερό ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση για την πώληση και μεταβίβαση της συγκεκριμένης ακίνητης περιουσίας έγινε κατά παράβαση των προνοιών του Νόμου 139/91 και συνεπώς είναι παράνομη».

«Η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία καταστρατηγεί τις πρόνοιες του Νόμου 139/91. Ο νόμος αυτός είναι αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής και συνιστά μια προσπάθεια η περιουσία των μελών της τουρκοκυπριακής κοινότητας να προστατευτεί και να τύχει σωστής διαχείρισης», αναφέρεται.

Στην απόφαση τονίζεται ακόμη πως σύμφωνα με το νόμο, ο Κηδεμόνας κατά τη διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών και την άσκηση των αρμοδιοτήτων του, μεριμνά για την εξυπηρέτηση των αναγκών των προσφύγων, παράλληλα με την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των ιδιοκτητών.

«Μόνο τουρκοκυπριακές περιουσίες που δεν είναι αναγκαίες ή είναι πέραν των αναγκών ή κρίνονται ακατάλληλες για τις στεγαστικές ή επαγγελματικές ή γεωργικές ανάγκες ή ανάγκες δραστηριοποίησης των προσφύγων μπορούν σε εξαιρετικές περιπτώσεις να ενοικιάζονται σε εκτοπισμένους δήμους ή κοινότητες ή σε κατοίκους ακριτικών κοινοτήτων που δεν είναι πρόσφυγες, αλλά των οποίων σημαντικό μέρος της γεωργικής τους γης έχει καταληφθεί ή είναι απροσπέλαστη λόγω της τουρκικής εισβολής ή σε πρόσωπα που έχουν τον ένα γονιό πρόσφυγα», προστίθεται.

Απόρριψη αγωγής
Η όλη υπόθεση ακολούθησε τη δικαστική οδό όταν η Τ/κ και ο σύζυγός της πληροφορήθηκαν την πραγματική αξία των ακινήτων , άλλαξαν γνώμη και αποφάσισαν να μην τα πωλήσουν. Τότε ο Ε/κ, ο οποίος είχε καταβάλει ως προκαταβολή το ποσό των 150 χιλιάδων δολαρίων Αυστραλίας καταχώρησε αγωγή αξιώνοντας τη μεταβίβαση επ’ ονόματι του. Το πρωτόδικο δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα ειδικής εκτέλεσης της συμφωνίας με μεταβίβαση των κτημάτων επ’ ονόματι του εφεσίβλητου, αφού καταβληθεί προηγουμένως το τίμημα της πώλησης. Η απόφαση αυτή εφεσιβλήθηκε από την Τ/κ.

«Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται και η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα, τόσο πρωτοδίκως, όσο και κατ’ έφεση, υπέρ της εφεσείουσας. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ακυρώνεται η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, αλλά και το εκδοθέν διάταγμα μεταβίβασης του συγκεκριμένου ακινήτου λόγω ειδικής εκτέλεσης. Ενόψει του γεγονότος ότι έχουμε καταλήξει ότι η σύμβαση είναι παράνομη, η αντέφεση του εφεσίβλητου παραμένει άνευ αντικειμένου και απορρίπτεται χωρίς έξοδα», αναφέρει το Ανώτατο.

Στην απόφαση του Ανωτάτου σημειώνεται πως τα δυο επίδικα κτήματα είχαν χαρακτηριστεί ως «τουρκοκυπριακή περιουσία» και περιήλθαν υπό την κηδεμονία του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, βάσει των προνοιών του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Νόμου του 1991, Νόμος 139/1991. Τα δυο τεμάχια παραχωρήθηκαν σε δυο Ελληνοκύπριους εκτοπισθέντες οι οποίοι τα χρησιμοποιούν για γεωργικούς σκοπούς.