Χρύσανθος Τσουρούλλης Από πού θα έρθει η «ουσιαστική πρόοδος»;

Από πού θα έρθει η «ουσιαστική πρόοδος»;

Γιατί ανοχή και η κάλυψη είναι συνενοχή αδέλφια…

ΣΧΗΜΑΤΙΖΕΤΑΙ ΣΚΗΝΙΚΟ ΟΠΟΥ Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ «ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΔΑΦΙΚΟ» ΚΑΙ ΣΕ ΚΑΜΙΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΚΑΙ ΤΑ ΔΥΟ
 
Σε κάποια «υψηλού επιπέδου» πηγαδάκια κυκλοφορεί η εκτίμηση ότι αν η Τουρκία κάνει τη «μεγάλη κίνηση» για τις εγγυήσεις, τότε τα πράγματα θα επιταχυνθούν απότομα. Θεωρούν ότι αυτή η κίνηση θα είναι οι Τούρκοι να δεχτούν την αμερικανική παρασκηνιακή διαμεσολάβηση για «πολυεθνική δύναμη»
 
Σε όλη τη διάρκεια αυτής της φάσης των διαπραγματεύσεων η τουρκική πλευρά θεώρησε και απέκρουσε ως «υπερβολικές απαιτήσεις» εκείνα που προέβλεπε το Σχέδιο Ανάν
 
Με όσα κάνει και σχεδιάζει σήμερα ο Ερντογάν και το κόμμα του, η διάσταση ανάμεσα στην Άγκυρα και τους «αχάριστους» Τουρκοκύπριους θα γίνεται μεγαλύτερη
 
Σε μερικά μόνο εικοσιτετράωρα θα έχουμε κάποιες απαντήσεις για ερωτήματα που αιωρούνται εδώ και πολλούς μήνες. Η συνάντηση του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ με τους δύο ηγέτες έχει αποφασιστεί και προγραμματιστεί ήδη, αλλά ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είχε δηλώσει ότι όσον αφορά κάποια κοινή δήλωση που θα γίνει προηγουμένως, στις 14 του μήνα, θα πρέπει να έχει επιτευχθεί αρκετή πρόοδος σε όλα τα κεφάλαια.
 
Κάποιες αντιφάσεις που προβληματίζουν
 
Όμως παρ' όλη τη σαφήνεια δεν λείπουν τα ερωτήματα. Ως γνωστόν, μόλις τις τελευταίες μέρες συζητήθηκαν για πρώτη φορά «θέματα ασφάλειας» (εγγυήσεις) και αυτό έγινε με άτυπο τρόπο. Μας είπαν ότι ήταν μια ανταλλαγή απόψεων και δεν είχαν δεσμευτικό χαρακτήρα. Προκύπτει όμως αμέσως μια αντίφαση. Αν για ένα τόσο σημαντικό θέμα δεν κατατέθηκαν καν δεσμευτικές θέσεις, τότε πώς είναι δυνατό να βγει συμπέρασμα αν υπήρξε «ικανοποιητική πρόοδος σε όλα τα κεφάλαια»;
 
Υπάρχει βέβαια και μια άλλη αντίφαση που δεν φάνηκε να τραβά την προσοχή. Αφού σε όλο το μήκος και το πλάτος της διαπραγμάτευσης τίποτα δεν είναι οριστικά δεσμευτικό και αφού «τίποτα δεν θεωρείται συμφωνημένο εάν δεν υπάρξει συνολική συμφωνία», τότε γιατί η τουρκική πλευρά χρειαζόταν να γίνει «ανταλλαγή μη δεσμευτικών απόψεων» σχετικά με το θέμα των εγγυήσεων; Δεν αρκούσε εκείνο που ισχύει γενικά, ότι αν δεν υπάρξει τελική συμφωνία είναι σαν να μην έχει κατατεθεί τίποτα; Μήπως τελικά ισχύει αυτό που πιστεύουν πολλοί, ότι δηλαδή η τουρκική πλευρά θεωρεί το ζήτημα των εγγυήσεων ως τον «μεγάλο άσο στο μανίκι», με τον οποίο θα κερδίσει σχεδόν σε όλα τα άλλα «μέτωπα»;
 
Πάντως, το λογικό συμπέρασμα είναι ότι δεν μπορεί να υπάρξει στις 14 του μηνός κάποια κοινή δήλωση των δύο ηγετών όπου θα καταγράφεται η πρόοδος μέχρι τώρα και θα γίνεται και λόγος για έναν «οδικό χάρτη» στη συνέχεια. Τότε, αν δεν υπάρχει κάποια απλή κοινή δήλωση των δύο διαπραγματευτών, δεν δυσχεραίνεται το έργο και η βαρύτητα της συνάντησης με τον Γενικό Γραμματέα αργότερα στη Νέα Υόρκη;
 
Ή μήπως θα γίνει «κοινή δήλωση» ούτως ή άλλως, δηλαδή χωρίς καν να ξέρουμε αν μπορεί το πράγμα να ξεκολλήσει σχετικά με ασφάλεια-εγγυήσεις; Μήπως όμως ακόμα μπορεί η «κοινή δήλωση» να μετατεθεί για αργότερα και μετά τη συνάντηση με τον Γενικό Γραμματέα, έτσι που να έχει και τη δική του «σφραγίδα»; Αν, όμως, έτσι έχουν τα πράγματα, είτε θα υπάρξει κάποιο «βήμα» που θα προκύψει έξω από την ίδια τη διαπραγμάτευση είτε αυτό θα γίνει εκεί και θα δοθούν ενώπιον του Γ.Γ. κάποιες απαντήσεις στα επίμαχα κεφάλαια, πράγμα αδύνατον.
 
Θα δεχτεί ο Ερντογάν την «πρόταση Νούλαντ»;
 
Κάποιοι ισχυρίζονται ότι η «πρόοδος» θα γίνει αλλού και όχι στο ίδιο το τραπέζι της διαπραγμάτευσης Αναστασιάδη-Ακιντζί. Ενισχύουν αυτή την εκτίμηση υπενθυμίζοντας ότι τα ζητήματα ασφάλειας (εγγυήσεις) όπως και το εδαφικό εξαρτώνται μόνο από την Τουρκία. Με άλλα λόγια, πρόκειται για το γνωστό σενάριο που θέλει την Τουρκία να δέχεται τελικά τη «μεσολαβητική» αμερικανική πρόταση για τη μόνιμη παρουσία «πολυεθνικής δύναμης» στην Κύπρο. Και είναι ένα από αυτά που έχει κατά νουν η αντιπολίτευση όταν κάνει λόγο για «μυστική διπλωματία».
 
Σε κάποια «υψηλού επιπέδου» πηγαδάκια κυκλοφορεί η εκτίμηση ότι αν η Τουρκία κάνει τη «μεγάλη κίνηση» για τις εγγυήσεις, τότε τα πράγματα θα επιταχυνθούν απότομα. Θεωρούν ότι αυτή η μεγάλη κίνηση θα είναι οι Τούρκοι να δεχτούν την αμερικανική παρασκηνιακή διαμεσολάβηση για «πολυεθνική δύναμη». Προσθέτουν ακόμα ότι και αυτά που είπε στη συνέντευξή του ο πρόεδρος Αναστασιάδης σχετικά με κάποια «τριμερή συμφωνία συμμαχίας», μεταξύ Κύπρου, Ελλάδας και Τουρκίας, σκοπό είχαν να διευκολύνουν μια τέτοια απόφαση της Άγκυρας. Η φήμη είναι ακόμα ότι έτσι θα συμπληρωθεί για την Τουρκία η «πρόταση Νούλαντ». Σε τέτοιου είδους πηγαδάκια ακούμε ακόμα ότι η Τουρκία είναι έτοιμη να κάνει «αποφασιστικές κινήσεις στο εδαφικό». Είναι δύσκολο να καταλάβει κανένας γιατί το λένε και αν όντως το πιστεύουν, από την ώρα που τα μηνύματα από την τουρκική πλευρά είναι σαφώς αντίθετα.
 
Εγγυήσεις έναντι εδάφους;
 
Αυτές τις μέρες οι πληροφορίες που έρχονταν από εκεί ήταν ότι «αν η ελληνική πλευρά σταματήσει να εγείρει υπερβολικές απαιτήσεις στο εδαφικό, τότε μπορεί και η Τουρκία να φανεί ελαστική για τις εγγυήσεις». Επομένως σχηματίζεται σκηνικό όπου η Τουρκία προτείνει «εγγυήσεις για εδαφικό» και σε καμία περίπτωση και τα δύο. Αξίζει ακόμα να υπενθυμίσουμε ότι σε όλη τη διάρκεια αυτής της φάσης των διαπραγματεύσεων η τουρκική πλευρά θεώρησε και απέκρουσε ως «υπερβολικές απαιτήσεις» εκείνα που προέβλεπε το Σχέδιο Ανάν!
 
Από την άλλη όμως ο πρόεδρος Αναστασιάδης δεν παύει να επαναλαμβάνει ότι θα φέρει συμφωνία, μόνο αν αυτή είναι καθαρά καλύτερη από το σχέδιο εκείνο. Άρα λοιπόν ο πρόεδρός μας περιμένει ότι με κάποιο τρόπο η Τουρκία θα δεχτεί τελικά όχι μόνο αυτά που μέχρι τώρα χαρακτηρίζει «υπερβολικές ελληνικές απαιτήσεις», αλλά και κάτι περισσότερο!
 
Αλλά και αν ακόμα η Τουρκία έκανε κάτι τέτοιο, να δεχτεί δηλαδή κάτι από αυτό που ήδη χαρακτηρίζει ως «υπερβολικές ελληνικές απαιτήσεις» και φυσικά να το παρουσιάσει ως «μεγάλο βήμα», αφού δέχτηκε «υπερβολές», τότε αυτόματα, και όπως μας έχουν προϊδεάσει οι Τούρκοι, δεν υπάρχει ενδεχόμενο να μετακινηθούν στο ζήτημα των εγγυήσεων. Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν όμως «no go» για τον Νίκο Αναστασιάδη;
 
Επομένως, οι προβλέψεις που διοχετεύονται για ετοιμότητα της Τουρκίας να δεχτεί την πρόταση για «πολυεθνική δύναμη» θα έπρεπε να προϋποθέτουν ότι η δική μας πλευρά θα δεχόταν μια εδαφική συμφωνία χειρότερη από το Σχέδιο Ανάν. Μήπως δηλαδή μιλάμε για πλήρες αδιέξοδο; Και σε μια τέτοια περίπτωση η Τουρκία θα είχε μάλιστα «καταγράψει» την καλή θέληση να έκανε κάτι για τις εγγυήσεις στις οποίες τόσο επέμενε η ελληνική πλευρά, αλλά εκείνη παρουσιάστηκε «αδιάλλακτη» και δεν της το επέτρεψε;
 
Ακόμα και αν ξεχάσουμε ότι μια τέτοιου είδους «τριμερής συμμαχία», που θεωρούν κάποιοι ότι θα διευκόλυνε την αλλαγή της τουρκικής στάσης για τις εγγυήσεις, είναι αδύνατο να γίνει, αφού, και αν μπορούσε μετά από λύση να εξομαλυνθούν οι σχέσεις Κύπρου-Τουρκίας, είναι εξωπραγματικό να θεωρεί κανείς ότι η Τουρκία προτίθεται να σταματήσει να διεκδικεί είτε το μισό Αιγαίο είτε το Καστελόριζο κ.λπ., πάλι περιπλέκει τα πράγματα το μήνυμα ότι η Τουρκία συναρτά τη στάση της με μια ελληνική υποχώρηση στο εδαφικό, που δεν μπορεί να κάνει ο Κύπριος πρόεδρος.
 
Σφίγγει τον κλοιό στην Τουρκία, αλλά αφήνει μόνους τους Τουρκοκύπριους;
 
Μέσα και από αυτό το «παζλ» με τις τουρκικές τελικές προθέσεις για εγγυήσεις και εδαφικό, η συζήτηση οδηγείται σε ένα κεντρικό ερώτημα που είχαμε θέσει πριν από λίγο καιρό σε αυτές τις στήλες. Και αν ακόμα ο Ταγίπ Ερντογάν, μέσα σε όλα τα μέτωπα που έχει ανοιγμένα μέσα και έξω από τη χώρα του, αποφάσιζε να δώσει κάποια προτεραιότητα στο Κυπριακό, για ποιο λόγο θα έδειχνε μετριοπάθεια και διάθεση συμβιβασμού, φτάνοντας να παραιτηθεί από εκείνο που για δεκαετίες τώρα η Τουρκία παρουσιάζει ως «προστασία των Τουρκοκύπριων αδερφών»; Και το θέμα δεν είναι μόνο αν μπορεί να φανεί «μετριοπαθής» ή και «διαλλακτικός». Αλλά είναι αν το χρειάζεται καν αυτό για να φτάσει σε εκείνο που θεωρεί ως λύση του Κυπριακού.
 
Θέλοντας να δώσει καθαρό στίγμα μιας εξουσίας που κυριαρχεί απόλυτα στο εσωτερικό και υπονομεύοντας καθημερινά τις λειτουργίες ενός κράτους δικαίου, δίνει ένα συγκεκριμένο μήνυμα και πρόσταγμα σε κάθε κατεύθυνση μέσα στην Τουρκία, αλλά και στους συνομιλητές του εκτός. Γιατί να έκανε το ακριβώς αντίθετο στην Κύπρο;
 
Αυτή την ώρα είναι καθαρό ότι την ουσιαστικά προαναγγελθείσα ιδέα ενός κουρδικού κράτους δίπλα του σκοπεύει να την αντιμετωπίσει και πάλι με πολιτική της πυγμής. Γιατί τότε, μετά από τόσες δεκαετίες και όλα όσα έχει «επενδύσει» η Τουρκία, θα διάλεγε ξαφνικά δρόμο συνδιαλλαγής στην Κύπρο;
 
Είναι ξεκάθαρο ότι στήνει την προσωπική του εξουσία σαν ένα «οχυρό» μέσα στο τουρκικό σύστημα και καθαρίζει αδίστακτα κάθε εστία αντίστασης ή και απλής διαφοροποίησης. Μέσα από τέτοιες κινήσεις και επιλογές, με ποια λογική άραγε θα έκανε εκείνο που οι Τούρκοι θεωρούν «παραχωρήσεις» στην Κύπρο;
 
Παρατηρητές που παρακολουθούν στενά την τουρκική κοινωνία και τις εξελίξεις πέρα από την πολιτική, σημείωναν ότι με όσα κάνει και σχεδιάζει σήμερα ο Ερντογάν και το κόμμα του, η διάσταση ανάμεσα στην Άγκυρα και τους «αχάριστους» Τουρκοκύπριους θα γίνεται μεγαλύτερη. Τι είναι εκείνο που μας λέει ότι ειδικά τώρα, που ενισχύει και προβάλλει τον ισλαμικό χαρακτήρα, θα άφηνε τους Τουρκοκύπριους που τους κατηγορούν ήδη για ελλιπή «ισλαμικό ζήλο», να σμίξουν με τους Ελληνοκύπριους;
 
Μπορεί να «προδώσει» για χάρη της Κύπρου και το «ισλαμικό σχέδιό» του; Όλα αυτά δείχνουν ότι κάθε άλλο παρά λογικό θα ήταν να είχαμε τώρα τέτοιες προσδοκίες από τον «ένα και μόνο άρχοντα» της Τουρκίας. Αλλά κάποιοι μας απαντούν ότι δεν πρέπει να περιμένουμε λογική στις αποφάσεις του. Δεν ξέρω, βέβαια, αν αυτό θα πρέπει να «ανακουφίζει» την Κύπρο και να δίνει ελπίδες.
 
Ευρύτατες συγκλίσεις στο πολιτειακό αλλά τα κράτη να είναι δύο!
 
Ξέρω όμως κάποιες άλλες απαντήσεις που μας έδωσαν από στήλες άλλου φίλου, που πρότεινε εποικοδομητικό διάλογο. Σε απάντηση ερωτημάτων που βάλαμε έγραφαν ότι «η Τουρκία επί Ερντογάν έχει κάνει από το 2002 μια σαφή αλλαγή πλεύσης στο Κυπριακό». Πρόσθεταν ότι «μπορεί να μην είναι τέτοια (η αλλαγή πλεύσης) που να ικανοποιεί πλήρως τις ελληνικές θέσεις, ωστόσο η Τουρκία του Ερντογάν αποδέχεται λύση ομοσπονδιακού κράτους, στο πλαίσιο που καθορίζει η διεθνής κοινότητα».
 
Σε αυτό το σχόλιο υπάρχουν όμως δύο βασικά κλειδιά, τα οποία δεν φαίνεται οι ίδιοι να λαμβάνουν υπόψη στην υπόλοιπη επιχειρηματολογία τους. Πρώτον, αυτό που κεντρικά χρειάζεται για λύση του Κυπριακού δεν είναι η Τουρκία να «ικανοποιεί πλήρως τις ελληνικές θέσεις». Κάνουν λάθος. Κατ’ αρχάς, μήπως είναι «ελληνική θέση» ότι πρέπει να έχουμε ένα κοινό ομόσπονδο κράτος και όχι «δύο σε ένα»; Δεν πρόκειται καθόλου για «ελληνική θέση», αλλά για αντικειμενική και στοιχειώδη προϋπόθεση. Είναι και βασική προϋπόθεση εκείνου που αναφέρουν ως «πλαίσιο που καθορίζει η διεθνής κοινότητα».
 
Είναι μήπως ψέματα ότι συνέχεια στις διαπραγματεύσεις και σε όλα τα επιμέρους θέματα, με κάθε ευκαιρία, επανέρχεται αναλλοίωτη η γνωστή τουρκική θέση ότι τα «κράτη» των «δύο λαών» θα συνεργαστούν και θα συγχωνευτούν ως ίσα μέσα σε ένα νέο κράτος; Σε αυτό το κεφαλαιώδες ζήτημα η Τουρκία (και οι Τουρκοκύπριοι ακόμα) δεν έχουν μετακινηθεί ούτε ρούπι. Με κάθε ευκαιρία επαναφέρουν την αντίληψη ότι πολιτική ισοτιμία σημαίνει να θεωρηθεί και η «ΤΔΒΚ» ως κράτος ισότιμο με την Κυπριακή Δημοκρατία. Λένε καθαρά ότι το «νέο κράτος» θα είναι αποτέλεσμα μιας δημιουργίας σε νεκρό χρόνο από τα «δύο υφιστάμενα κράτη». Όχι μόνο επαναφέρουν και προβάλλουν, αλλά καλλιεργούν κιόλας αυτή την ιδέα. Ο ίδιος ο Μουσταφά Ακιντζί έχει εξηγήσει ότι «δεν πρόκειται να εξαφανιστεί ούτε να υποβιβαστεί η "ΤΔΒΚ"».
 
Παρά τις «ευρύτατες συγκλίσεις που έχουν επιτευχθεί στο κεφάλαιο της πολιτειακής δομής, της διακυβέρνησης και του καταμερισμού εξουσιών», στις οποίες αναφέρονται οι φίλοι μας και οι οποίες πιστεύουν ότι «επιβεβαιώνουν ότι ο Ερντογάν αποδέχεται λύση ομοσπονδιακού κράτους στο πλαίσιο που καθορίζει η διεθνής κοινότητα», η τουρκική πλευρά έχει και θέλει να επιβάλει τη χρόνια επιμονή για ισότιμη συνύπαρξη και «ενός δικού της κράτους» και όλοι αντιλαμβάνονται πόσο αυτό είναι επικίνδυνο, όχι μόνο για την εφαρμογή, αλλά και για τη βιωσιμότητα μιας συμφωνίας και για το μέλλον της Κύπρου.
 
Είναι μάλιστα εξαιρετικά ανησυχητικό ότι γίνονται συγκλίσεις στην πολιτειακή δομή, το σύστημα διακυβέρνησης και τον καταμερισμό εξουσιών, ενώ η τουρκική πλευρά σκέφτεται τη λύση ως την «εμπέδωση της ΤΔΒΚ». Εξάλλου, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι παρά τις όποιες συγκλίσεις σε αυτά τα ζητήματα, παραμένει ένα κεντρικό και άλυτο ζήτημα, εκείνο της «εκ περιτροπής προεδρίας».
 
Αυτή η ανυποχώρητη αξίωση, ακόμα και του ίδιου του Ακιντζί, έχει μια και μόνη εξήγηση. Ότι θέλουν να δουν μέσα στο νέο σύστημα τη συνύπαρξη δύο κρατών και αυτό το ερμηνεύουν με τη δική τους λογική σαν την «ισότητα των δύο λαών». Αφού λοιπόν θα είναι «δύο ίσοι λαοί», που θα έχει ο καθένας το δικό του νόμιμο και αναγνωρισμένο «κράτος», γιατί να μην ασκούν εξίσου και την κεντρική εξουσία, που είναι η έκφραση του κοινού κράτους των δύο κρατών; Αυτή είναι η προσέγγισή τους και αυτό ακριβώς μπορεί να δεχτεί και προωθεί και ο Ερντογάν μέσα από τη λύση.
 
Το «πλαίσιο» που καθόρισε η διεθνής κοινότητα
 
Δεύτερον, πράγματι, μπορεί να θεωρηθεί, όπως διευκρινίζουν οι συνομιλητές μας, ότι είναι η διεθνής κοινότητα που με τα χρόνια «καθόρισε το πλαίσιο του ομοσπονδιακού κράτους». Έστω και αν αρχικά δεν το έκανε με εντελώς δική της πρωτοβουλία, τελικά το καθιέρωσε σαν πλαίσιο αναφοράς. Αυτή όμως η ίδια η διεθνής κοινότητα είχε και κάποιες πολύ συγκεκριμένες θέσεις και έβαλε και προδιαγραφές για τη θέση της Τουρκίας απέναντι σε αυτό το νέο πλαίσιο.
 
Από την πρώτη στιγμή και με πολύ σαφή τρόπο αξίωσαν από την Τουρκία να αποσύρει τα στρατεύματά της από την Κύπρο και να αφήσει τα κατεχόμενα εδάφη. Ξέρουμε βέβαια ότι η Τουρκία μπορούσε να γράψει και έγραψε στα παλαιότερα των υποδημάτων της τέτοιες υποδείξεις της διεθνούς κοινότητας. Όμως αυτό δεν αλλάζει την πλήρη αντίληψη της διεθνούς κοινότητας για το ομοσπονδιακό πλαίσιο που καθόρισε για την Κύπρο. Μήπως δεν ήταν η αντίληψη αυτή ότι η Τουρκία θα πάψει να επεμβαίνει στην Κύπρο;
 
Πώς άραγε τώρα μας υποβάλλουν με λογικοφανή τρόπο ότι «όποιος, όμως, περιμένει ότι θα υπάρξει πλαίσιο ασφάλειας χωρίς την οποιαδήποτε αναφορά στην Τουρκία, μάλλον θέτει σε αμφιβολία τη δική του μετριοπάθεια και διάθεση συμβιβασμού»; Πού πήγε το πλαίσιο που καθορίζει η διεθνής κοινότητα;
 
Τι γίνεται αν η «αναστάτωση» είναι στον ίδιο τον πυρήνα μιας ομοσπονδίας;
 
Έγραφαν ακόμα ότι «οι όποιες σκληρές θέσεις στο περιουσιακό ή/και το εδαφικό είναι σε μεγάλο βαθμό απόρροια επιμονής της τουρκοκυπριακής ηγεσίας, που επιδιώκει η λύση να προκαλεί την ελάχιστη δυνατή αναστάτωση στην καθημερινότητα των Τουρκοκυπρίων». Πρόσθεταν όμως ότι αντίθετα από αυτές τις «σκληρές θέσεις», ο Ερντογάν έχει λόγο να δείξει «μετριοπάθεια» και «συμβιβαστική διάθεση» σχετικά με το θέμα των εγγυήσεων, για να βρεθεί ένα «νέο μοντέλο που θα διαφοροποιεί σημαντικά τις διεθνείς συμφωνίες του 1960».
 
Πρώτον, δεν θα πρέπει να αναρωτηθούμε αν οι επικίνδυνες αντιλήψεις που εξακολουθούν να έχουν από κοινού και Ερντογάν και Τουρκοκύπριοι και ολόκληρη η τουρκική πολιτική τάξη σχετικά με τα «δύο κράτη μέσα στην κυπριακή ομοσπονδία» προκαλούν κάποια σημαντική «αναστάτωση»; Μπορεί να μην είναι ακριβώς «αναστάτωση» για τους Ελληνοκύπριους, αλλά ναρκοθετεί τα ίδια τα θεμέλια του ομοσπονδιακού πλαισίου (όπως το καθόρισε η διεθνής κοινότητα).
 
Αυτές τις αντιλήψεις θα έπρεπε να δούμε να αλλάζουν για να πιστέψουμε ότι πάμε πραγματικά σε μια λύση και όχι απλώς σε μια συμφωνία, η οποία θα κινδυνέψει να καταρρεύσει με επικίνδυνο ή και τραγικό τρόπο. Με αυτά τα δεδομένα και τη μόνιμη τουρκική αξίωση, είναι τελικά υπερβολή να υπήρχε μια ξεκάθαρη θεμελιώδης διάταξη, με το κύρος των Η.Ε. και την υπογραφή της Τουρκίας, που να προβλέπει σαφώς ότι σε περίπτωση είτε διάλυσης είτε αδυναμίας ομαλής λειτουργίας του νέου κράτους, τότε υπάρχει και αναγνωρίζεται μόνο η Κυπριακή Δημοκρατία;
 
Για τις ενεργειακές και οικονομικές φιλοδοξίες;
 
Δεύτερο, μπορεί να υπάρχουν στ’ αλήθεια και να είναι όπως μας λένε «πάνω απ’ όλα» οι ενεργειακές και οικονομικές φιλοδοξίες της Τουρκίας του Ερντογάν. Μπορεί να δεχτούμε ότι ίσως και για τον Ερντογάν «είναι σημαντικότερες από την επιμονή σε ξεπερασμένες ρυθμίσεις άλλων εποχών». Αλλά εδώ χρειάζεται να βλέπουμε και κάτι που μας δείχνει καθημερινά ο ίδιος ο Ερντογάν και όσοι μιλούν καθ’ υπόδειξή του. Από καιρό θεωρούν ότι η λύση είναι έτοιμη. Πόσες και πόσες φορές δεν μας το είπαν με διάφορους τρόπους. Τους ακούμε τελευταία να επιμένουν είτε ότι μπορεί να επιτευχθεί σε μερικές εβδομάδες (τέλος του 2016) είτε ότι πρέπει να πάμε αμέσως σε «πενταμερή» κ.λπ.
 
Γιατί η Τουρκία του Ερντογάν το κάνει αυτό; Διότι μόνιμη τουρκική αντίληψη είναι περίπου «ας κάνουν ό,τι θέλουν Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι σε διάφορες λεπτομέρειες - λύση υπάρχει με την ‘ΤΔΒΚ’ να είναι ισότιμο συνιδρυτικό μέρος ενός νέου κράτους, αφού αυτό είναι ‘πολιτική ισοτιμία΄ και με μικρές μόνο εδαφικές αναπροσαρμογές και, περίπου, κάνετε ό,τι θέλετε για εκείνους που θα πρέπει τώρα εσείς να πληρώσετε, αντί η δική μας Επιτροπή Αποζημιώσεων». Γι’ αυτό θεωρούν ότι η λύση μπορεί να είναι άμεση και να πάει κατευθείαν σε «πενταμερή».
 
Διότι θεωρούν πως δεν γίνεται να υπάρξει «αναστάτωση» στο έδαφος, ότι θα έχουν την «ισοτιμία» μέσα από το δικό τους «κράτος», αλλά και θα πάρουν ακριβώς μισά από την κεντρική εξουσία, αφού θα κυβερνούμε «με τη σειρά» και ακόμα θα πάρουν μέσα από μια γενική λειτουργία, που θα προβλέπει πως δεν γίνεται τίποτα αν δεν συμφωνούν εκείνοι.
 
Επειδή είναι αλήθεια ότι έχει και ενεργειακές και οικονομικές φιλοδοξίες και τόσα γεωπολιτικά θέματα η Τουρκία του Ερντογάν, έχει κίνητρο και λέει «να τελειώνουμε». Αυτό όμως πρέπει να σκεφτούμε ότι σημαίνει για την Τουρκία να δεχτούμε εμείς εκείνο που πιστεύει ότι τόσα χρόνια έχει εδραιώσει σαν «πραγματικότητα». Το δικό της το «πλαίσιο» και όχι εκείνο που εννοούσε και καθόρισε η διεθνής κοινότητα.

Top