Εκτενές κεντρικό δημοσίευμα, με λεπτομέρειες και παρασκήνιο για τη μεταρρύθμιση του ελληνικού ασφαλιστικού συστήματος περιέχεται στην έκδοση του "Politico" Βρυξελλών, ανοίγοντας την ατζέντα της πρώτης αξιολόγησης του τρίτου ελληνικού προγράμματος.

Το δημοσίευμα αναφέρει ότι η ελληνική κυβέρνηση σχεδιάζει τη ριζική αναδιοργάνωση του συνταξιοδοτικού συστήματος της χώρας, σε μια προσπάθεια να εντυπωσιάσει τις αγορές και να επανεκκινήσει τη σχέση της με τους Ευρωπαίους εταίρους της. Ωστόσο, αντί να επιδιώκει την έγκριση των μεταρρυθμίσεων από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η ελληνική κυβέρνηση προωθεί το σχέδιο μέσα από μια προσπάθεια δημοσίων σχέσεων προς εθνικές κυβερνήσεις και δημοσιογράφους, καθώς πιστεύει ότι οι Υπουργοί Οικονομικών της ευρωζώνης, οι οποίοι θα συναντηθούν την Πέμπτη (14.01), έχουν μια πολύ περιοριστική οπτική και αδυνατούν να δουν τη μεγάλη εικόνα σε πολιτική επίπεδο.

Στόχος της Αθήνας, σύμφωνα με το Politico όπως διατυπώνεται σε ένα νέο έγγραφο συζήτησης για ένα βελτιωμένο σύστημα συνταξιοδότησης, είναι να δημιουργηθεί «ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο», το οποίο η ελληνική κυβέρνηση προωθεί στους πιστωτές με σκοπό την επιστροφή της χώρας στις κεφαλαιαγορές.

Η παράκαμψη αυτή των Βρυξελλών έρχεται παρά τον κεντρικό ρόλο που θα διαδραματίσουν οι Ευρωπαίοι στην έγκριση του νέου συνταξιοδοτικού συστήματος, καθώς και την αναμενόμενη άφιξη της αποστολής της ΕΕ στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου για συζητήσεις επί των μεταρρυθμίσεων.

Έλληνες αξιωματούχοι που παρουσιάζουν το νέο σχέδιο, αναφέρουν ότι οι πιστωτές δεν θα πρέπει να ερμηνεύσουν την προθυμία της Αθήνας να μεταρρυθμίσει το συνταξιοδοτικό της σύστημα ως σημάδι ότι παραιτείται από τις απαιτήσεις για την ελάφρυνση του χρέους. Αντίθετα, υποστηρίζουν ότι έχουν επικεντρωθεί στον πιο άμεσο στόχο να κερδίσουν εκ νέου την εμπιστοσύνη πιστωτών και αγορών, με σκοπό την επιστροφή στις αγορές κεφαλαίων.

Οι απειλές και οι απαιτήσεις για επιείκεια που παρατηρήθηκαν στις διαπραγματεύσεις του 2015 μεταξύ Ελλάδας και πιστωτών απουσιάζουν από το νέο έγγραφο για το συνταξιοδοτικό σύστημα. Η Αθήνα εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι οι προσπάθειες για τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος μέσω περικοπών δαπανών έχουν αποδειχθεί «εντελώς αναποτελεσματικές» και ως αντίβαρο προωθεί μια λίστα με περισσότερες από εκατό μεταρρυθμίσεις, τις οποίες υποστηρίζει ότι έχει ήδη υλοποιήσει.

Ανώτερος κυβερνητικός αξιωματούχος ανέφερε στο Politico ότι η Ελλάδα έχει «πλήρως συμμορφωθεί» με το «γράμμα και το πνεύμα» της συμφωνίας διάσωσης του Ιουλίου 2015 και τώρα πηγαίνει πέρα ​​από τα αρχικά αιτήματα των πιστωτών.

Στη συνέχεια, το δημοσίευμα αναφέρει ότι η ελληνική κυβέρνηση θα ήθελε οι πιστωτές να δουν την αλλαγή στον τόνο, καθώς ο κυβερνητικός συνασπισμός υπό τον ΣΥΡΙΖΑ επιστρέφει στις αριστερές ρίζες της ρητορικής του, ήτοι την καταπολέμηση της «ευνοιοκρατίας και πελατειακών σχέσεων», ενώ επίσης «σαρώνει το παλιό καθεστώς». Ωστόσο, η ελληνική πλευρά μπορεί να περιμένει ένα μπαράζ ερωτήσεων σχετικά με το κατά πόσο οι αριθμοί της ‘βγαίνουν’, πώς η οικονομία της χώρας θα επηρεαστεί από τους νέους φόρους, καθώς και πώς αυτοί θα διαμορφωθούν. Τα σχέδια είναι αναλυτικά σχετικά με τους στόχους, αλλά παρέχουν λίγα στοιχεία ως προς το οικονομικό σκέλος της συζήτησης – σχολιάζει το δημοσίευμα.

Για να εξασφαλιστεί η «κοινωνική αλληλεγγύη», η κυβέρνηση συνεχίζει να υπόσχεται ότι δεν θα υπάρξει «καμία μείωση σε κύριες συντάξεις» και αναφέρει ότι οι συνολικές ετήσιες εξοικονομήσεις του σχεδίου της θα φτάσουν το ποσό των 791 εκατ. ευρώ. Αυτός είναι ένας εκπληκτικά ακριβής αριθμός για μια προσπάθεια που η ίδια η κυβέρνηση παραδέχεται ότι απαιτεί εναρμόνιση 900 διαφορετικών τρόπων υπολογισμού συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων σε μια κοινή μέθοδο.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι επίσης πιθανό ότι ανησυχούν για την κάλυψη των κενών στη χρηματοδότηση των συντάξεων μέσω της αύξησης των εισφορών και όχι μέσω περικοπών, ενώ απαιτείται ακόμη να διευκρινιστεί κατά πόσο η μεταρρύθμιση καλύπτει τους νυν συνταξιούχους ή αφορά μόνο τους νέους συνταξιούχους.

Το δημοσίευμα συνεχίζει αναφέροντας ότι οι πιστωτές έχουν πολλές φορές περιέλθει σε διαπραγματευτικό αδιέξοδο κατά τα τελευταία πέντε έτη, με τον Πρόεδρο του Eurogroup να παραμένει επιφυλακτικός. Ο ίδιος απέρριψε, για παράδειγμα, τη θέση ότι η συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα είναι πολυτέλεια και όχι αναγκαιότητα: «Μερικές φορές ακούω ότι μπορούμε να κάνουμε χωρίς το ΔΝΤ. Δεν μπορούμε», ανέφερε σε δημοσιογράφους την προηγούμενη εβδομάδα, σημειώνοντας επίσης ότι η συζήτηση για την ελάφρυνση του χρέους δεν πρόκειται να ξεκινήσει χωρίς πρώτα να έχει ολοκληρωθεί η πρώτη αξιολόγηση του προγράμματος.

Ένα πράγμα επί του οποίου όλοι είναι πιθανό να συμφωνήσουν είναι η παραδοχή της ελληνικής κυβέρνησης ότι τα τελευταία χρόνια «το κόστος των συντάξεων αποδεσμεύθηκε από τις εισροές στο συνταξιοδοτικό σύστημα». Αυτό το χάσμα έχει αυξηθεί τόσο πολύ που η κυβέρνηση τώρα ισχυρίζεται ότι το ίδιο το σύστημα βρίσκεται «στο στο χείλος της κατάρρευσης», παρά μια πρώτη μεταρρύθμιση που ψηφίστηκε από την ελληνική Βουλή το 2015 και αναμένεται να αποδώσει σε εξοικονομήσεις περίπου το ήμισυ του 1,25% του ΑΕΠ που έχει υποσχεθεί η Ελλάδα.

Η λύση, αναφέρει η ελληνική κυβέρνηση, είναι μια δεύτερη μεταρρύθμιση για τη δημιουργίας ενός ενιαίου συστήματος, με βάση:

  • Έναν φορέα ασφάλισης για όλους.
  • Ενιαίους κανόνες για τον υπολογισμό των ασφαλιστικών εισφορών και το ύψος των συντάξεων.
  • Ένα νέο σύστημα προσδιορισμού των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης.

Σύμφωνα με το σχέδιο, δικαίωμα σε συνταξιοδότηση θα έχουν «όλοι όσοι έχουν τουλάχιστον 15 έτη ασφάλισης σε ηλικία των 67 ετών ή 40 έτη εισφορών στην ηλικία των 62 ετών». Η κατώτατη σύνταξη θα διαμορφωθεί στα 384 ευρώ μηνιαίως. Επιπλέον ποσά θα υπολογίζονται μέσω «πρωτογενών» και «επικουρικών» συντάξεων, σύμφωνα με τις εισφορές εργαζομένου και εργοδότη.

Προς διασφάλιση της χρηματοδότησης, Έλληνες αξιωματούχοι αναφέρουν ότι η κυβέρνηση θα αυξήσει τις εργοδοτικές εισφορές κατά 1%, στη βάση σχετικών υποσχέσεων στήριξης από τις κυριότερες εργοδοτικές οργανώσεις της χώρας, ενώ οι εργαζόμενοι επίσης να αναμένεται να καταβάλλουν ένα επιπλέον 0,5%. Άλλη σημαντική πηγή εξοικονομήσεων, σύμφωνα με το έγγραφο, θα αποτελέσει η ενοποίηση των εικοσιένα ασφαλιστικών ταμείων σε ένα.

Το δημοσίευμα καταλήγει σημειώνοντας ότι σε συνέχεια κατηγοριών από τις φτωχότερες χώρες της ΕΕ, καθώς και κράτη μέλη του ΔΝΤ, ότι οι Έλληνες περιμένουν από τις άλλες χώρες να επιδοτούν τις σπατάλες τους, η κυβέρνηση αναφέρει ότι τα δύο τρίτα των συνταξιούχων θα λαμβάνουν λιγότερα από 1.000 ευρώ το μήνα, ενώ μόλις το 1,89% των συνταξιούχων λαμβάνουν σήμερα άνω των 2.000 ευρώ μηνιαίως.

Πηγή: ΚΥΠΕ