Σημερινή

Τρίτη, 18/06/2019
RSS

Τελικά, γιατί οι ΗΠΑ εισέβαλαν στο Ιράκ;

| Εκτύπωση | 09 Ιούνιος 2019, 18:00 | Επιμέλεια: Χρίστος Μιχάλαρος

Παιχνίδια ηγεμονίας και μηνύματα ισχύος στην Παγκόσμια σκακιέρα

Η άποψη ότι η κυβέρνηση Μπους θέλησε να στείλει ένα ηχηρό μήνυμα στον πλανήτη για το "ποιός κάνει κουμάντο" στο παρελθόν δεν είχε συζητηθεί αρκετά

Σύμφωνα με τον Μπατ, ο πόλεμος στο Ιράκ είχε ως κίνητρο την επιθυμία για καθιέρωση της αμερικανικής θέσης ως ηγέτιδας δύναμης στον κόσμο


Δεκαέξι χρόνια μετά από την εισβολή των Ηνωμένων Πολιτειών στο Ιράκ, η οποία έσπειρε το χάος και την καταστροφή τόσο στην αραβική χώρα όσο και στην ευρύτερη περιοχή, μια πτυχή του πολέμου παραμένει εγκληματικά υποτιμημένη στον δημόσιο διάλογο: Γιατί οι ΗΠΑ πολέμησαν με τόσο σθένος και ποια ήταν εν τέλει η προσδοκία της κυβέρνησης Μπους σε σχέση με τα κέρδη που η χώρα της θα αποκόμιζε στο τέλος της διαδρομής;

Σε σχετικό άρθρο του στο Aljazeera o Ασχάν Ι. Μπατ, Αναπληρωτής Καθηγητής στο Schar School of Policy and Government στο George Mason University, υποστηρίζει ότι η πραγματική αιτία του πολέμου αποκλίνει από όσες συζητιούνται καθημερινώς.

Ως γνωστόν, η ευρέως αποδεκτή προσέγγιση παραμένει ακόμα και σήμερα ότι η Ουάσιγκτον παρακινήθηκε από το πρόγραμμα όπλων μαζικής καταστροφής του Σαντάμ Χουσεΐν, με τις πυρηνικές δυνατότητες του οπλοστασίου να θεωρούνται σε μεγάλο βαθμό ανησυχητικές. Εξάλλου, όπως είχε δηλώσει η τότε Αμερικανίδα υπουργός Εξωτερικών Κοντολίζα Ράις, «δεν θέλουμε το όπλο που βλέπουμε να καπνίζει, να αποδειχτεί ένα σύννεφο μανιταριού» (We do not want the smoking gun to be a mushroom cloud).

Εν τέλει, παρά το γεγονός ότι ο Σαντάμ Χουσεΐν δεν διέθετε εν ενεργεία πρόγραμμα όπλων μαζικής καταστροφής, η συγκεκριμένη εξήγηση εξακολουθεί να βρίσκει έδαφος στις αναλύσεις κάποιων μελετητών Διεθνών Σχέσεων.

Όπως υποστηρίζουν, παρά το γεγονός ότι ο Σαντάμ Χουσεΐν δεν είχε ενεργό πρόγραμμα ανάπτυξης όπλων μαζικής καταστροφής, αυτή ακριβώς η θέση υποστηρίχτηκε από μερίδα ακαδημαϊκών Διεθνών Σχέσεων, οι οποίοι λένε ότι, ενώ η διακυβέρνηση Μπους έσφαλε για τις δυνατότητες του προγράμματος, στην πραγματικότητα το λάθος ήταν βαθύ.

Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη παλέτα επιχειρημάτων, οι Μυστικές Υπηρεσίες είναι μια πολύ περίπλοκη και σκοτεινή υπόθεση και, με δεδομένη τη σκιά των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου, η αμερικανική κυβέρνηση μάλλον ανέγνωσε λανθασμένα τα τεκμήρια για τον πραγματικό κίνδυνο που ήγειρε ο Σαντάμ.
Η συγκεκριμένη άποψη αντιμετωπίζει, ωστόσο, ένα σημαντικό πρόβλημα: Δεν εδράζεται πάνω σε πραγματικά στοιχεία, πέραν των μαρτυριών των ίδιων των αξιωματούχων του Μπους. Δεδομένου δε ότι σήμερα γνωρίζουμε πως η τότε κυβέρνηση επιδόθηκε σε μια εκτεταμένη εκστρατεία εξαπάτησης και προπαγάνδας στην πορεία προς τον πόλεμο, κανένας λόγος να πιστέψουμε τη συγκεκριμένη άποψη δεν υπάρχει.

Σύμφωνα με την έρευνα του Ahsan I Butt για τις αιτίες του πολέμου, η απάντηση δεν βρίσκεται ούτε στην πολεμική απειλή του Ιράκ, ούτε στην επιθυμία εξάπλωσης της δημοκρατίας, όπως είχε -μάλλον σκανδαλωδώς- προταχθεί τότε.

Η κυβέρνηση Μπους εισέβαλε στο Ιράκ για λόγους επίδειξης ισχύος και αυτοπροβολής.

Μια γρήγορη και αποφασιστική νίκη στην καρδιά του αραβικού κόσμου θα έστελνε ένα σαφές μήνυμα σε όλες τις χώρες, ειδικά σε ανυπότακτα καθεστώτα, όπως εκείνα της Συρίας, της Λιβύης, του Ιράν ή της Βόρειας Κορέας, ότι η αμερικανική ηγεμονία είναι παρούσα και είχε σκοπό να διαρκέσει για πολύ ακόμα.

Με απλά λόγια, σύμφωνα με τον Μπουτ, ο πόλεμος στο Ιράκ είχε ως κίνητρο την επιθυμία για καθιέρωση της αμερικανικής θέσης ως ηγέτιδας δύναμης στον κόσμο.

Πράγματι, ακόμη και πριν από την 11η Σεπτεμβρίου, ο τότε Υπουργός Άμυνας Ντόναλντ Ράμσφελντ είχε δει το Ιράκ υπό το πρίσμα του καθεστώτος και της φήμης, επιχειρηματολογώντας διαφωτιστικά τον Φεβρουάριο και τον Ιούλιο του 2001 ότι η κατάργηση του Σαντάμ «θα ενισχύσει την αμερικανική αξιοπιστία και την επιρροή σε ολόκληρη την περιοχή». Αυτό ήταν όλο.

Οι εν λόγω ισχυρισμοί κατέρρευσαν την 11η Σεπτεμβρίου του 2001 μαζί με τους δίδυμους πύργους, δηλαδή τα σύμβολα της αμερικανικής στρατιωτικής και οικονομικής κυριαρχίας. Έτσι, οι ΗΠΑ, επί της ουσίας σύρθηκαν στο να επιβεβαιώσουν τη θέση του «αδιαμφισβήτητου ηγεμόνα» η οποία κλονίστηκε συθέμελα και ο μόνος τρόπος να στείλουν ένα τόσο απειλητικό μήνυμα ήταν ένας νικηφόρος πόλεμος.

Μήνυμα ηγεμονίας

Ωστόσο, το Αφγανιστάν δεν ήταν αρκετό: Ήταν, απλώς, πάρα πολύ αδύναμο κράτος. Όπως γνωρίζουν πολύ καλά οι «τραμπούκοι» των φυλακών, μια φριχτή φήμη δεν αποκτάται απλώς από τον ξυλοδαρμό των πιο αδύναμων στην αυλή. Ή, όπως δήλωσε ο Ράμσφελντ το βράδυ της 11ης Σεπτεμβρίου: «Πρέπει να βομβαρδίσουμε κάτι άλλο για να αποδείξουμε ότι είμαστε μεγάλοι και ισχυροί και ότι δεν πρόκειται να καμφθούμε από τέτοιου είδους επιθέσεις».

Επιπλέον, το Αφγανιστάν ήταν ένας «δίκαιος» πόλεμος. Ο Ράμσφελντ, ο Αναπληρωτής Γραμματέας Άμυνας Πολ Γούλφγουζ και ο Υφυπουργός Άμυνας για την Πολιτική Ντάγκλας Φέιθ θεωρούν επικίνδυνα «περιορισμένες», «πενιχρές» και «στενές» τις στρατηγικές αντιποίνων στο Αφγανιστάν.

Κάτι τέτοιο, ισχυρίζονται, «μπορεί να θεωρηθεί ως ένδειξη αδυναμίας και όχι δύναμης» και να αποδειχθεί ότι «ενθαρρύνει αντί να αποθαρρύνει τα καθεστώτα» που αντιτίθενται στις ΗΠΑ. Όλοι γνώριζαν, λοιπόν, ότι η αποστολή ενός μηνύματος αχαλίνωτης ηγεμονίας συνεπαγόταν μια δυσανάλογη απάντηση στην 11η Σεπτεμβρίου, μια απάντηση που έπρεπε να ξεπερνά το Αφγανιστάν. Ως εκ τούτου, το Ιράκ πληρούσε τα κριτήρια, αφενός διότι ήταν ισχυρότερο, αφετέρου διότι βρισκόταν σε ένα σταυροδρόμι ενός νεοσυντηρητικού καθεστώτος, το οποίο εν συνεχεία απέκτησε δύναμη.

Το γεγονός ότι το Ιράκ δέχθηκε επίθεση για λόγους «επίδειξης», σύμφωνα με τον Μπατ, επιβεβαιώνεται από διάφορες πηγές, δημοσιεύματα, άρθρα και μαρτυρίες αξιωματούχων, οι οποίοι τοποθετούν στην ίδια κατηγορία το Ιράν, τη Συρία και τη Βόρεια Κορέα.

Βεβαίως, μπορεί να μην είναι και τόσο ευχάριστο για τους Αμερικανούς να μην πουν λέξη σχετικά με τους λόγους για τους οποίους ξόδεψαν αίμα και χρήμα για έναν πόλεμο που φαίνεται εμπνευσμένος από το «Δόγμα Λεντίν».

Μήπως οι ΗΠΑ ξεκίνησαν στ’ αλήθεια έναν πόλεμο, ο οποίος κόστισε και κοστίζει τρισεκατομμύρια δολάρια, σκότωσε εκατοντάδες χιλιάδες Ιρακινούς, αποσταθεροποίησε την περιοχή και βοήθησε στη δημιουργία του Ισλαμικού Κράτους του Ιράκ και του Λιβάνου μόνο και μόνο για να «αποδείξουν κάτι»;

Ακόμα πιο άβολο είναι ασφαλώς ότι η κυβέρνηση Μπους χρησιμοποίησε τα όπλα μαζικής καταστροφής ως κάλυψη, διασπείροντας τον φόβο και μετερχόμενη στρατηγικές ψεύδους, προκειμένου να διασφαλίσει το επιθυμητό γι’ αυτήν πολιτικό αποτέλεσμα.