Σημερινή

Κυριακή, 16/12/2018
RSS

Ευρώπη μεταξύ σφύρας και άκμονος

| Εκτύπωση | 05 Δεκέμβριος 2018, 12:04 | Του Γιάννη Γιωργαλλή

Η εικονα των υποστηρικτων του Forza Italia να διαδηλωνουν κατα τησ εε, που απειλει να διακοψει το εργο τησ σιδηροδρομικησ γραμμη

ΕΦΤΑΣΕ Ο ΚΟΜΠΟΣ ΤΩΝ ΒΡΥΞΕΛΛΩΝ ΣΤΟ ΧΤΕΝΙ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ

ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΠΝΟΗ ΤΟΥ 2018 ΟΙ ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ ΔΙΝΟΥΝ ΚΡΙΣΙΜΕΣ ΜΑΧΕΣ ΜΕ ΤΗ ΒΡΕΤΑΝΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ, ΓΙΑ ΝΑ ΚΕΡΔΙΣΟΥΝ ΕΝΑΝ «ΠΟΛΕΜΟ» ΜΕ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΒΙΩΣΗ ΤΗΣ ΕΕ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΞΕΡΟΥΜΕ ΣΗΜΕΡΑ

Ο λόγος που αναμένεται η ΕΕ να παραμείνει αμετακίνητη στη θέση για τις παραχωρήσεις της Βρετανίας στη συμφωνία μπορεί να αναζητηθεί στην ευρύτερη τακτική επίλυσης των κρίσεων που προκύπτουν


Το πρόβλημα εξόδου της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να αποτελεί μεγάλο στοίχημα, αφού ο κίνδυνος για «άτακτη» αποχώρηση είναι ακόμη ορατός. Την ίδια ώρα, η αντιπαράθεση για τον ιταλικό προϋπολογισμό, αλλά και η άνοδος της ακροδεξιάς και του λαϊκισμού αποτελούν ζητήματα-στοίχημα, τα οποία φαίνεται να έχουν κοινό σημείο εκκίνησης και οι ρίζες τους εντοπίζονται στον ίδιο τον πυρήνα της Ευρώπης, στη φιλοσοφία που οικοδόμησε η νέα ηγεσία της και στον τρόπο επίλυσης των σοβαρών της προβλημάτων.

«Brexit» όπως… κύβος του Ρούμπικ

Αναλύοντας τη διαπραγματευτική διαδικασία για την εκπόνηση της τελικής συμφωνίας για το Brexit, εξάγεται το συμπέρασμα ότι η συμφωνία βαραίνει υπέρ της ΕΕ, γεγονός που καθιστά την επίλυση του προβλήματος μόνο προσωρινή. Πολύ σύντομα η Ευρώπη θα αναγκαστεί να πληρώσει το τίμημα της ομολογουμένως καλής συμφωνίας, αφού τον Δεκέμβριο ελάχιστες είναι οι πιθανότητες η Βουλή των Κοινοτήτων να ανάψει το πράσινο φως στο σχέδιο «υποδούλωσης» της χώρας τους, όπως το χαρακτηρίζουν, στη σημερινή του μορφή.

Ενδεικτικό της παρούσας κατάστασης είναι, από τη μία, η πλειοψηφούσα κατακραυγή κατά του σχεδίου που έφερε ενώπιόν τους η Πρωθυπουργός της Βρετανίας, Τερέζα Μέι, και από την άλλη, ο κατακερματισμός στην προσέγγιση με την οποία θα μπορούσε να αποχωρήσει η χώρα από την ΕΕ με τον πιο «ανώδυνο» τρόπο. Αυτές οι πολιτικές προσεγγίσεις, ενδεδυμένες πάντα με διάθεση καταψήφισης της συμφωνίας της Μέι για το Brexit, αναμένεται να μετουσιωθούν σε εναλλακτικές προτάσεις που θα κατατεθούν την κρίσιμη ημέρα της ψηφοφορίας στο Βρετανικό Κοινοβούλιο.

Ανάμεσα σε αυτές τις προτάσεις τελικά θα αποτυπωθούν διάφορες τάσεις, όπως έξοδος χωρίς συμφωνία, δεύτερο δημοψήφισμα, προσωρινή συμφωνία στα πρότυπα της Νορβηγίας, μόνιμη παραμονή στην Τελωνειακή Ένωση και ίσως απαίτηση διαπραγμάτευσης μιας καλύτερης συμφωνίας. Με το Κοινοβούλιο να μοιάζει διχασμένο και αμετακίνητο στις αρνητικές απόψεις, πλέον η μπάλα θα μετακυλιστεί ξανά στο γήπεδο των Βρυξελλών, υπό την πίεση να συμβάλουν στη διάσωση της συμφωνίας και να προσφέρουν τέτοιες παραχωρήσεις, που θα επιτρέψουν ίσως στη Βρετανία να αποχωρήσει τουλάχιστον μονομερώς από το «δίχτυ ασφαλείας» των ιρλανδικών συνόρων, προοπτική, όμως, η οποία στο παρόν στάδιο μοιάζει να είναι απομακρυσμένη.

Η τιμωρία των «ανταρτών»

Ο λόγος που αναμένεται η ΕΕ να παραμείνει αμετακίνητη στη θέση για τις παραχωρήσεις της Βρετανίας στη συμφωνία μπορεί να αναζητηθεί στην ευρύτερη τακτική επίλυσης των κρίσεων που προκύπτουν. Ειδικότερα, οι Βρυξέλλες τείνουν να «τιμωρούν» τους «αντάρτες», χρησιμοποιώντας τους από τη μια ως παράδειγμα για να αποτρέψουν παρόμοιες ενέργειες από άλλα κράτη-μέλη και, από την άλλη, διότι δεν θέλουν να ευνοούν τη δημιουργία προηγούμενου, σε περίπτωση που φτάσουν τελικά σε συμβιβασμό. Η καταδικαστική, για πολλούς, συμφωνία που «πέτυχε» η Βρετανία αλλά και η άρνηση να συζητήσουν οποιαδήποτε αποδοχή αυξημένου ελλείμματος στον ιταλικό προϋπολογισμό μαρτυρεί αυτήν τη στρατηγική επίλυσης κρίσεων.

Το στοίχημα της Ιταλίας

Στην αρένα της Ρώμης, η κυβέρνηση συνασπισμού παλεύει μέχρι και σήμερα με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, ώστε να περάσει το προσχέδιο του προϋπολογισμού της, στο οποίο υπάρχουν προβλέψεις για έλλειμμα 2,7%, με στόχο να πραγματοποιήσει τις προεκλογικές της υποσχέσεις. Από τη μια το λαϊκίστικο αριστερό Κόμμα των Πέντε Αστέρων, με αρχηγό τον Λουίτζι Ντι Μάιο, υποσχέθηκε ένα καθολικό βασικό εισόδημα για τους φτωχούς, ενώ, από την άλλη, η ακροδεξιά Λέγκα, ηγούμενη από τον Ματέο Σαλβίνι, επιδιώκει μείωση της φορολογίας, προκαλώντας την έντονη αντίδραση των Βρυξελλών.

Η πραγματική φύση όμως αυτής της αντιπαράθεσης είναι πιο σύνθετη. Για τους Ιταλούς, ο προϋπολογισμός φέρει μαζί του ένα πανίσχυρο πολιτικοοικονομικό μήνυμα. Δεν θέλουν μόνο να περάσουν τις προεκλογικές τους υποσχέσεις. Είναι πλέον ζήτημα πολιτικής επιβίωσης η εφαρμογή άλλων πολιτικών από αυτές της αυστηρής λιτότητας που επέβαλαν «ετσιθελικά», κατά την ιταλική κυβέρνηση, οι Βρυξέλλες.

Από την άλλη, η άρνηση της ΕΕ να διαπραγματευτεί τον ελλειμματικό προϋπολογισμό της Ρώμης δείχνει ότι, πέρα από αριθμούς, που ισχυρίζονται ότι δεν βγαίνουν, υπάρχει μια ξεκάθαρη πολιτική τακτική. Έτσι κι αλλιώς, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επέτρεψε στη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ισπανία να καταθέσουν προϋπολογισμούς με ελλείμματα. Το γεγονός ότι το χρέος της Ιταλίας ξεπερνάει το 180% του ΑΕΠ δεν είναι κάτι καινούργιο, υπήρχε εδώ και πολλά χρόνια και δεν εμπόδισαν τις προηγούμενες ιταλικές κυβερνήσεις να έχουν προβλέψεις ακόμα και πάνω από 3% έλλειμμα.

Η πόλωση της ακροδεξιάς

Η ριψοκίνδυνη απόφαση της Επιτροπής όμως να απορρίψει το προσχέδιο του προϋπολογισμού της τρίτης μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρωζώνης και το τελεσίγραφο «αναθεώρηση ή κυρώσεις» καταδεικνύουν ότι η τακτική της άτεγκτης θέσεις για ενίσχυση της διαπραγματευτικής ισχύος και αποφυγή δημιουργίας προηγούμενου, δεν είναι καταδικασμένη να πετύχει. Η συγκυρία μάλιστα δεν θα μπορούσε να είναι χειρότερη, όταν ως εναλλακτική αυτών των πολιτικών εμφανίζεται η ακροδεξιά πτέρυγα, η οποία υπόσχεται ότι μπορεί να προκαλέσει και να αντιμετωπίσει αυτήν την «αντιλαϊκή» ΕΕ.

Μια Ιταλία που απειλείται με κυρώσεις από τους συμμάχους της μεταφράζεται αυτόματα από τους λαϊκιστές της Ουγγαρίας, της Πολωνίας και της Γαλλίας ως επίθεση και επέμβαση στην κυριαρχία ενός κράτους. Ακόμα και αν η ΕΕ δεν λερώσει τα χέρια της και αφήσει την αγορά να κάνει τη «βρόμικη» δουλειά, τιμωρώντας την Ιταλία και όποια άλλη χώρα ακολουθήσει το παράδειγμά της, η διαχείριση του πολιτικού μέρους της κρίσης θα είναι η αληθινή πρόκληση, με ένα Κοινοβούλιο θα κατακλύζεται από ευρωσκεπτικιστικά κόμματα, λόγω αυτής της εξέλιξης.

Η μεταναστευτική κρίση του 2005

Έτσι κι αλλιώς, ούτε για τα ακροδεξιά και λαϊκίστικα κόμματα το αληθινό ζητούμενο ήταν η ίδια η οικονομία. Έχοντας ως εφαλτήριο τη μεταναστευτική κρίση του 2005, κατάφεραν να πατήσουν πάνω στην πολιτική απόφαση της Μέρκελ να καλωσορίσει ένα εκατομμύριο μετανάστες και πρόσφυγες στους κόλπους τής ΕΕ, καλλιεργώντας μιαν «αντισυμβατική» ρητορική που υποβοήθησε τους εθνικιστές στην καμπάνια για το Brexit, έκανε τρίτο κόμμα στη Γερμανία την ακροδεξιά, διπλασίασε τα ποσοστά της Λε Πεν στη Γαλλία και ανέβασε στην εξουσία, στην Ιταλία, έναν συνασπισμό λαϊκιστών.

Την ίδια ώρα, οι Βρυξέλλες φέρουν το βάρος της αδυναμίας να αντιμετωπίσουν τόσο το οικονομικό πρόβλημα, που τείνει να εμφανίζεται επανειλημμένα στην Ευρωζώνη, όσο και την ανισότητα Βορρά-Νότου, είτε λόγω πολιτικής δειλίας, είτε λόγω έλλειψης θέλησης. Όσο για την ίδια την Άγκελα Μέρκελ, υπό το βάρος της απόφασής της, εξαναγκάστηκε σε παραίτηση όχι μόνο του κόμματός της, αλλά και της ίδιας της Ευρώπης, δημιουργώντας ένα κενό εξουσίας που δεν περνάει απαρατήρητο από τους «επαναστάτες» της ΕΕ.