Σημερινή

Σάββατο, 17/11/2018
RSS

Γερμανικά Ρίχτερ απειλούν την Ευρώπη

| Εκτύπωση | 07 Νοέμβριος 2018, 12:00 | Του Γιάννη Γιωργαλλή

ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΩΚΟ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΔΗΜΟΚΡΑΤΩΝ

ΤΕΛΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΑΡΙΕΡΑ ΑΠΟΦΑΣΙΣΕ ΝΑ ΒΑΛΕΙ Η ΚΑΓΚΕΛΑΡΙΟΣ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ, ΣΕ ΜΙΑ ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ ΣΥΓΚΡΑΤΗΣΗΣ ΤΩΝ ΠΟΣΟΣΤΩΝ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ, ΕΝΟΨΕΙ ΕΥΡΩΕΚΛΟΓΩΝ. ΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ΠΩΣ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΡΚΕΤΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΓΙΑ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΔΥΣΑΡΕΣΤΗΜΕΝΩΝ ΨΗΦΟΦΟΡΩΝ, ΑΝΤΙ ΑΛΛΑΓΗ ΠΛΕΥΣΗΣ, ΑΠΟΦΑΣΙΣΕ ΝΑ ΑΠΟΧΩΡΗΣΕΙ, ΠΑΡΑΜΕΝΟΝΤΑΣ ΚΑΓΚΕΛΑΡΙΟΣ, ΚΑΙ ΝΑ ΠΑΡΑΔΩΣΕΙ ΤΑ ΗΝΙΑ ΤΟΥ CDU ΣΕ ΕΝΑΝ ΝΕΟ ΗΓΕΤΗ


Η ιστορία της Άγκελα Μέρκελ, της «αιώνιας» καγκελαρίου, δείχνει ότι ακόμα και όταν οι δυνατοί πολιτικοί πέφτουν, διαλέγουν τους όρους της πτώσης τους. Η… «Κάιζερ» της Ευρώπης, αντικρίζοντας με ρεαλισμό το αναπόφευκτο, όπως πάντα άλλωστε, επιβεβαίωσε ότι δεν θα επιδιώξει την επανεκλογή της για την προεδρία της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (CDU) τον Δεκέμβριο, ενώ διαβεβαίωσε ότι στις ομοσπονδιακές εκλογές του 2021 δεν θα είναι ξανά υποψήφια για την καγκελαρία, ούτε υποψήφια για το κοινοβούλιο, και δεν θα επιδιώξει άλλα πολιτικά αξιώματα, αναλαμβάνοντας ουσιαστικά την ευθύνη για τα εκλογικά αποτελέσματα των δύο τοπικών εκλογικών αναμετρήσεων του Οκτωβρίου στην Βαυαρία και την Έσση.

Η απόφασή της, είτε της εξασφαλίσει την παραμονή στην καγκελαρία μέχρι το 2021 είτε την οδηγήσει σε μια πρόωρη εκθρόνιση από τους πολιτικούς της αντιπάλους, προκαλεί τεράστιες πολιτικές ανακατατάξεις, που σπάνε τα γερμανικά εθνικά σύνορα και διαχέονται στην ήδη προβληματική ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή.

Μετρώντας μετεκλογικές πληγές

Η ραγδαία πτώση των ποσοστών του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος στις εκλογές της Έσσης ήρθε να υπενθυμίσει ότι η πολιτική κρίση στη Γερμανία δεν έχει ξεπεραστεί. Άλλωστε, η εκλογική διαδικασία ένα χρόνο πριν φώναζε ότι η κρίση όχι μόνο δεν είχε περάσει, αλλά θα εντεινόταν. Μπορεί η «σιδηρά κυρία» να επιβλήθηκε στην αντιπαράθεση με τους Σοσιαλδημοκράτες του Μάρτιν Σουλτς, όμως ο πολύτιμος χρόνος που χάθηκε, εξέθεσε τις αδυναμίες του κατακερματισμένου πολιτικού συστήματος, που διαμορφώθηκε από τις γερμανικές ομοσπονδιακές εκλογές.

Η απόπειρα δημιουργίας κυβέρνησης συνεργασίας με τους Φιλελεύθερους και τους Πράσινους δεν τελεσφόρησε, αναγκάζοντας τη Μέρκελ σε μιαν «αναγκαστική» επιστροφή σε κυβέρνηση «μεγάλου συνασπισμού», την οποία στην πραγματικότητα κανένα κόμμα δεν ήθελε. Στην πορεία, αυτός ο μεγάλος συνασπισμός αποδείχτηκε πολύ μικρός, με τις δημοσκοπήσεις να ανεβάζουν τα ποσοστά του σήμερα μόλις στο 39%.

Οι φτωχές νίκες στην Έσση και στη Βαυαρία έδειξαν ότι το πολιτικό μέλλον στη Γερμανία σε τίποτα δεν θα θυμίζει τις εποχές του ισχυρού διπολισμού, αφού νέες, εναλλακτικές δυνάμεις, με κοινό παρονομαστή τον ευρωσκεπτικισμό, κατακτούν τον εκλογικό στίβο. Σε αυτές είναι και το ακροδεξιό κόμμα «Εναλλακτική για τη Γερμανία», που τριπλασίασε τα ποσοστά του από την προηγούμενη εκλογική αναμέτρηση.

Πολιτικός «θάνατος» οι… πρώτες βοήθειες

Η ίδια, πάντως, επιμένει ότι δεν ήταν τα εκλογικά αποτελέσματα της Έσσης που «πυροδότησαν» τον πολιτικό της «θάνατο», αλλά μια απόφαση που είχε πάρει ήδη από το καλοκαίρι. Απόφαση, όμως, η οποία 13 χρόνια πριν θα ακουγόταν παράλογη, αφού τότε διατεινόταν ότι τη θέση του προέδρου του κόμματος έπρεπε να κατέχει ο καγκελάριος, γνωρίζοντας ότι μία σύγκρουση μεταξύ των δύο ισχυρών αξιωμάτων θα δημιουργούσε επιπλοκές στο ήδη δύσκολο έργο της διακυβέρνησης. Το επιχείρημα, όμως, ότι η αποχώρησή της δεν σχετίζεται με τα εκλογικά ποσοστά, δύσκολα γίνεται αποδεκτό.

Η ριψοκίνδυνη, όχι μόνο για το μέλλον του μεγάλου συνασπισμού, αλλά και για ολόκληρη τη Γερμανία, κίνησή της είναι σχεδιασμένη, ώστε να δημιουργήσει μια νέα δυναμική για το κόμμα της, για να ανακτήσει τη χαμένη δύναμή του. Τα αποτελέσματα των εκλογικών αναμετρήσεων, όσο αισιόδοξα και αν διαβάστηκαν, έδειξαν ξεκάθαρα τη δυσαρέσκεια της κοινωνίας για την κυβέρνηση Μέρκελ, αρχής γενομένης από το 2015, με το «θανάσιμο αμάρτημα» του ανοίγματος της Γερμανίας στις προσφυγικές ροές.

Έτσι, η στρατηγική της «ομαλής μετάβασης», που έθεσε σε εφαρμογή με την παραίτησή της, διασφαλίζει την προσωρινή πολιτική επιβίωσή της Καγκελαρίου για όσο χρόνο τής απομένει, αφήνοντας παράλληλα τους Χριστιανοδημοκράτες να ετοιμάσουν το έδαφος για τον νέο υποψήφιό τους.

Η κούρσα της διαδοχής

Αυτή η επιβίωση, όμως, θα εξαρτηθεί άμεσα από το ποιος θα την αντικαταστήσει στην αρχηγία του κόμματος τον Δεκέμβριο. Ο «μνηστήρας» που θα κερδίσει τη θέση, αναμφίβολα θα είναι και ο υποψήφιος για τη διαδοχή της Μέρκελ στην καγκελαρία στις επόμενες εκλογές. Εάν κερδίσει κάποιος από τους συμμάχους της Μέρκελ, όπως, για παράδειγμα, η γενική γραμματέας του CDU, Ανεγκρέτ Κραμπ-Καρενμπάουερ, η οποία είναι η εκλεκτή της Καγκελαρίου και χαρακτηρίζεται από πολλούς ως η «μίνι-Μέρκελ», τότε πιο εύκολα, όχι όμως εγγυημένα -αφού στην εξίσωση πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν οι Σοσιαλδημοκράτες- θα διατηρηθεί ο κυβερνητικός συνασπισμός με τη σημερινή του σύσταση.

Στην περίπτωση κατά την οποία στον προεδρικό θώκο των Χριστιανοδημοκρατών θα βρεθεί ένας εκ των επικριτών των πολιτικών της Μέρκελ, όπως ο νυν Υπουργός Υγείας Γενς Σπαν και ο πρώην επικεφαλής της Κ.Ο. της Χριστιανικής Ένωσης, Φρίντριχ Μερτς, κατά πάσα πιθανότητα ο νεοεκλεγείς θα λάβει την πολιτική απόφαση να «πατήσει» το κουμπί των πρόωρων εκλογών, αργά ή γρήγορα.

Η μετακίνηση προς τα δεξιά

Όποιος από τους τρεις και να τη διαδεχτεί, όμως, σίγουρα η ατζέντα του θα «μετακινηθεί» προς δεξιά και θα είναι περισσότερο «γερμανική» και λιγότερο ευρωπαϊκή. Έτσι κι αλλιώς, το στοίχημα του νέου ηγέτη των Χριστιανοδημοκρατών θα είναι να κερδίσει πίσω τις χαμένες ψήφους από το κόμμα της «Εναλλακτικής για τη Γερμανία». Αν και αυτή η ανάγνωση από τους επικριτές της Μέρκελ εντός του κόμματος παραβλέπει τη διαρροή ψήφων του CDU προς τους Πράσινους στις εκλογές της Έσσης, εντούτοις δείχνει ότι το κόμμα γίνεται πιο πολωμένο, σπρώχνοντας τους διεκδικητές πιο δεξιά, προδιαγράφοντας μια συντηρητική και ίσως αναπόφευκτή στροφή της χώρας.

Μια αποδυναμωμένη ηγέτιδα στην Ε.Ε.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση ετοιμάζεται να μπει σε μια καθοριστική για την ύπαρξή της τροχιά, με τις συζητήσεις για το Brexit να είναι σε εξέλιξη, ενώ τον επόμενο χρόνο θα πραγματοποιηθούν οι πιο κρίσιμες Ευρωεκλογές των τελευταίων χρόνων. Μέσα σε αυτήν τη χαώδη πολιτική κατάσταση, στο πιο ισχυρό έθνος της ηπείρου, τη Γερμανία, συντελείται μια απρόβλεπτη μετάβαση, που αναμένεται να σηματοδοτήσει μια νέα εποχή στις σχέσεις με τους Ευρωπαίους εταίρους της. Κάποιοι Ευρωπαίοι ηγέτες ανέμεναν ότι στη Σύνοδο Κορυφής του Δεκεμβρίου θα ήταν η στιγμή για λήψη κρίσιμων αποφάσεων πριν από τις εκλογές του Μαΐου.

Πόσο εύκολα όμως θα μπορέσει η Μέρκελ να πιέσει για τη λήψη αυτών των αποφάσεων στην κατάσταση που έχει περιέλθει; Ήδη από το 2017 παρατηρούνταν κάποια στοιχεία αδυναμίας της πάλαι πότε ισχυρής γυναίκας της Ευρώπης. Η αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης δημιούργησε αμφιβολίες ανάμεσα στους Ευρωπαίους ηγέτες. Η αποδυναμωμένη, πλέον, θέση της Καγκελαρίου στο εσωτερικό, εξωτερικεύεται με απώλεια της ηγετικής ισχύος που απολάμβανε προηγουμένως εντός της Ε.Ε. Ένας «φιλάσθενος» μεγάλος συνασπισμός, απορροφημένος από τα εσωτερικά προβλήματα επιβίωσής του, αφαιρεί την ικανότητα αποτελεσματικής ηγεσίας στην Ε.Ε.

Μια «διαλυμένη» Γερμανία, για πολλούς μεταφράζεται σε απειλή για τη συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Brexit, η κρίση με τον προϋπολογισμό της Ιταλίας, η άνοδος της ακροδεξιάς και η απειλή της «απέλασής» της από το Ευρωκοινοβούλιο, είναι προκλήσεις που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με λειψή ηγεσία και απουσία δυνατότητας πρωτοβουλιών πανευρωπαϊκού εύρους.