Σημερινή

Τετάρτη, 14/11/2018
RSS

Ρώμη - Βρυξέλλες σημειώσατε Χ

| Εκτύπωση | 31 Οκτώβριος 2018, 12:05 | Του Γιάννη Γιωργαλλή

ΕΝΑ ΝΕΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΣΤΟ «ΔΡΑΜΑ» ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΑΣ, ΚΑΘΩΣ Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΠΕΡΡΙΨΕ ΤΟ ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ ΙΤΑΛΙΚΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

Πενιχρή είναι η πρόοδος και στις σχεδιαζόμενες μεταρρυθμίσεις για την Ευρωζώνη, με τις προσπάθειες για θωράκιση του κοινού νομίσματος να πέφτουν στο  ενό, ενώ μια μελλοντική κρίση φαίνεται να παίρνει σάρκα και οστά με το συνεχιζόμενο και εντεινόμενο πρόβλημα των οικονομικών της Ιταλίας


Με την αναμενόμενη απόρριψη του προσχεδίου του ιταλικού προϋπολογισμού, οι Βρυξέλλες πέταξαν το «καυτό» μπαλάκι πίσω στο ρωμαϊκό γήπεδο, δίνοντας διορία τριών εβδομάδων, ώστε οι Ιταλοί να διαμορφώσουν ένα προσχέδιο πιο «αρεστό», εξορκίζοντας έτσι φόβους για έναν επικίνδυνο εκτροχιασμό των δαπανών της χώρας. Αναμενόμενη δε η αντίδραση του λαϊκιστικού συνασπισμού των Πέντε Αστέρων και της Λέγκας, οι οποίοι διόλου τυχαία δεν εμμένουν στον φουσκωμένο με προεκλογικές υποσχέσεις προϋπολογισμό τους.

Το ιταλικό παπούτσι και το «παίγνιο της δειλίας»

Η κόντρα της ιταλικής κυβέρνησης με τους αξιωματούχους της ΕΕ, η οποία κορυφώθηκε με το «επεισόδιο του ιταλικού παπουτσιού» -ένας Ιταλός ευρωβουλευτής έφτασε στο σημείο να πάρει τις σημειώσεις του αρμόδιου επιτρόπου για θέματα Οικονομίας, Πιερ Μοσκοβισί, μετά το πέρας της συνέντευξης Τύπου, να βγάλει το παπούτσι του και να αρχίσει να χτυπάει τα φύλλα- για πολλούς αναλυτές ερμηνεύεται με το παίγνιο της δειλίας (Chicken Game), στο οποίο υποθετικά δύο οδηγοί κατευθύνονται µε μεγάλη ταχύτητα προς έναν γκρεμό. Αυτός που θα αλλάξει πρώτος την πορεία του αυτοκινήτου του για να µην πέσει από τον γκρεμό είναι το «κοτόπουλο» (chicken) και χάνει. Εάν κανένας παίκτης δεν αλλάξει πορεία, τότε και τα δύο αυτοκίνητα θα πέσουν από τον γκρεμό και οι δύο οδηγοί θα πεθάνουν.

Εντούτοις, η πιο πάνω θεωρία δεν μπορεί να ενσωματώσει και να ερμηνεύει τις στρατηγικές που ακολουθούν οι δύο παίκτες στην ευρωπαϊκή σκακιέρα, αφού τόσο η απουσία πολεμικής ρητορικής από πλευράς Βρυξελλών, όσο και η εμμονή της ιταλικής κυβέρνησης στον προϋπολογισμό αυτό, δείχνουν τον σχεδιασμό των δύο αντιμαχόμενων μερών.

Η Ευρώπη των τεράστιων προβλημάτων και της ισχνής προόδου

Η πολιτική κατάσταση στην ΕΕ μπορεί να συνοψιστεί στη φράση «τεράστια προβλήματα, ισχνή πρόοδος». Ανέκαθεν οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν ήταν σε θέση να λάβουν γενναίες αποφάσεις για τις μεγάλες προκλήσεις που αντιμετώπιζε το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, με τους λόγους να αναζητούνται στις λεπτές ισορροπίες μεταξύ εθνικού και κοινοτικού συμφέροντος.

Στην παρούσα φάση, πέρα από την ιταλική «βόμβα», η ΕΕ ταλανίζεται με το «αγκάθι» του Brexit και την πολυπόθητη επίτευξη συμφωνίας για τη διαδικασία αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου, όχι μόνο να μην πλησιάζει αλλά οι φόβοι για άτακτη έξοδο χωρίς συμφωνία να εντείνονται και ν’ αποτυπώνονται στις δηλώσεις των πολιτικών αξιωματούχων που εμπλέκονται στο ζήτημα.

Σε ό,τι αφορά το μεταναστευτικό πρόβλημα, αν και τα ρεύματα μετανάστευσης προς τη Γηραιά Ήπειρο έχουν μειωθεί αισθητά, σε πολιτικό επίπεδο η διαμάχη για το ζήτημα δεν έχει σε καμία περίπτωση επιλυθεί και «ανατροφοδοτείται» από τα κρατικά συμφέροντα, κάτω από την πίεση της ακροδεξιάς ρητορικής σε όλη την ΕΕ. Πενιχρή είναι η πρόοδος και στις σχεδιαζόμενες μεταρρυθμίσεις για την Ευρωζώνη, με τις προσπάθειες για θωράκιση του κοινού νομίσματος να πέφτουν στο κενό, ενώ μια μελλοντική κρίση φαίνεται να παίρνει σάρκα και οστά με το συνεχιζόμενο και εντεινόμενο πρόβλημα των οικονομικών της Ιταλίας.

Η στρατηγική των Βρυξελλών

Αυτή η χαώδης κατάσταση δεν αφήνει πολλά περιθώρια για τακτικισμούς στις Βρυξέλλες και το γνωρίζουν πολύ καλά οι υπάλληλοι της ΕΕ. Δεν είναι τυχαία η στρατηγική της σταθερής υποτίμησης της κρισιμότητας της κατάστασης, μη αναλαμβάνοντας ουσιαστική δράση και αφήνοντας τις αγορές να κάνουν τη «βρόμικη» δουλειά. Αυτή η τακτική έχει στόχο να εκθειάσει το τι μπορεί να συμβεί όταν οι λαϊκιστικές πολιτικές συναντούν τον ρεαλισμό και ειδικά την «αδυσώπητη» κρίση των οίκων αξιολόγησης.

Πλέον η Ιταλία κινδυνεύει σοβαρά να υποβαθμιστεί στα «σκουπίδια» από τους οίκους αξιολόγησης, ενώ οδηγήθηκαν σε νέα άνοδο τα επιτόκια των κρατικών ομολόγων δεκαετούς διάρκειας της χώρας. Στην πραγματικότητα οι οίκοι αξιολόγησης όσον αφορά τα κριτήρια του Μάαστριχτ παρουσιάζονται «αδίστακτοι», αφού μόλις διαπιστωθεί η παραμικρή απόκλιση, αυτομάτως φτάνουν στο συμπέρασμα ότι υπάρχει πρόβλημα με τη βιωσιμότητα του χρέους και υποβαθμίζουν την πιστοληπτική ικανότητα με αποτέλεσμα την αύξηση των επιτοκίων.

Οι μνήμες από το 2015

Ο «πόλεμος» Ιταλίας - ΕΕ ξυπνάει μνήμες από τη σύγκρουση της τότε νεοεκλεγείσας ελληνικής κυβέρνησης με τους Ευρωπαίους αξιωματούχους το 2015. Φυσικά όμως η Ιταλία δεν είναι Ελλάδα. Με τα δημοσιονομικά ελλείμματά της η Ελλάδα το 2015 σαφώς «φυτοζωούσε». Η Ιταλία, αντιθέτως, διαθέτει πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα, άρα χρειάζεται περισσότερο χρόνο η πίεση των αγορών να κάμψει την αποφασιστικότητα της κυβέρνησής της. Από την άλλη όμως, το εύρος τής, δεκαπλάσιας από της Ελλάδας, οικονομίας της σε περίπτωση ενός «ατυχήματος» καθιστά πιο δύσκολη, ίσως και αδύνατη, τη διάσωσή της, σηματοδοτώντας κατά γενικήν ομολογίαν το τέλος του κοινού νομίσματος.

Η στρατηγική του ιταλικού συνασπισμού

Αυτή η διαφοροποίηση μεταξύ Ελλάδας-Ιταλίας ενισχύει την πεποίθηση του κυβερνητικού συνασπισμού της Ιταλίας ότι η κατάσταση, όποια τροπή και να πάρει, θα είναι προς όφελός του. Δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί ότι αυτή η μάχη με τις Βρυξέλλες όχι μόνο δεν προκαλεί ζημιά στους Λουίτζι Ντι Μάιο και Ματέο Σαλβίνι, αλλά είναι καλοδεχούμενη. Με την άνοδό του στην εξουσία ο κυβερνητικός συνασπισμός, χαρακτηριζόμενος από πολλούς ως «γάμος συμφερόντων», θέλησε να πραγματοποιήσει μία αντιφατική προεκλογική υπόσχεση που σηματοδότησε το casus beli για τις Βρυξέλλες.

Από τη μια το Κόμμα των Πέντε Αστέρων κοιτάζοντας Νότια, στόχευσε στην αποκατάσταση των μισθών της μεσαίας τάξης. Από την άλλη η Λέγκα υποσχέθηκε τη μείωση των φόρων για τον εύρωστο Βορρά. Και τα δύο κόμματα έστησαν μια προεκλογική εκστρατεία «σημαιοφόρο» όλων των αντιθέσεων στις επιταγές των Βρυξελλών.

Η άρνηση της Ευρώπης στον προϋπολογισμό, όμως, είναι ακριβώς αυτό που ήθελε η ιταλική κυβέρνηση. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Ματέο Σαλβίνι, η κινητήριος δύναμη του συνασπισμού, ανελίχθηκε στην εξουσία με λάβαρο την πολεμική ρητορική του ευρωσκεπτικισμού. Ο «συνεργός» του, Λουίτζι Ντι Μάιο, εξελέγη με την υπόσχεση του επανακαθορισμού της σχέσης της Ιταλίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Μαζί δημιούργησαν μία κυβέρνηση, η οποία έχει ανάγκη τέτοιους «εχθρούς», ώστε να δικαιολογεί την ύπαρξή της. Οι Βρυξέλλες με τους απόλυτους κανόνες και τα μέτρα λιτότητας φαντάζουν ο ιδανικός εχθρός. Μέσα σε αυτό το πολιτικό σκηνικό η στρατηγική του ιταλικού συνασπισμού φαίνεται να είναι win-win. Εάν εγκρίνει η Κομισιόν τον προϋπολογισμό, η Ιταλία δικαιώνεται.

Εάν απορριφθεί ξανά από τους Ευρωπαίους αξιωματούχους, θα κατηγορηθούν για επίθεση όχι στην ιταλική κυβέρνησης, αλλά σύμφωνα με τον Σαλβίνι, στον ιταλικό λαό. Δίχως δυσκολία μπορεί να αποδοθεί στην ΕΕ η κατηγορία της επέμβασης στην κρατική κυριαρχία, ενώ με τις ευρωεκλογές να πλησιάζουν δεν ενοχλεί τους λαϊκιστές να επαναφέρουν την απειλή του μπαμπούλα της γραφειοκρατίας, η οποία τους απαγορεύει να ακολουθήσουν τις οικονομικές πολιτικές που υποσχέθηκαν προεκλογικά.

Τα ερωτήματα της κρίσης

Η διαμορφωθείσα πολιτική και οικονομική κατάσταση όμως γεννάει κάποια ερωτήματα που καθορίζουν το μέλλον του ίδιου του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Εύλογα μπορεί να διερωτηθεί κάποιος πόσο μακριά προτίθεται η ιταλική κυβέρνηση να φτάσει στο θέμα του προϋπολογισμού της. Θα υποχωρήσει κάτω από το βάρος των ασφυκτικών πιέσεων των αγορών ή οι Ιταλοί ηγέτες θα πείσουν τους ψηφοφόρους ότι αξίζει να ρισκάρουν την οικονομία τους με αντίτιμο την πολιτική και οικονομική τους ανεξαρτησία από τις Βρυξέλλες;

Όσον αφορά το άλλο «στρατόπεδο», κρίσιμο είναι να καθοριστεί πόσο «αυστηροί» πρέπει να είναι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, ενώ κομβική είναι η απάντηση στο δίλημμα εάν θα «κτυπηθούν» μετωπικά ή όχι με ένα ισχυρό κράτος μέλος με διακύβευμα την ίδια την ύπαρξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.