Σημερινή

Σάββατο, 16/02/2019
RSS

Ακροδεξιός «τυφώνας» στην Ε.Ε. - Ο νέος πολιτικός χάρτης

| Εκτύπωση | 21 Οκτώβριος 2018, 18:03 | Του Γιάννη Γιωργαλλή

ΘΕΣΜΙΚΟ ΣΕΙΣΜΟ ΠΡΟΚΑΛΕΙ Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΣΚΕΠΤΙΚΙΣΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΚΡΟΔΕΞΙΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ

Η ακροδεξιά αντλεί δύναμη από την αρνητική στάση των πολιτών στα θέματα της μαζικής μετανάστευσης, της πολιτισμικής απελευθέρωσης και της απώλειας της εθνικής κυριαρχίας υπέρ της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης

Βασικό μοτίβο ο εθνισμός

Με δεδομένα τα παραδείγματα που υπάρχουν, φαίνεται πως τα ακροδεξιά κόμματα σε κάθε χώρα ακολουθούν συγκεκριμένα μοτίβα, με την ισχύ τους να πηγάζει αρχικά από μια γενικευμένη αίσθηση δυσαρέσκειας στην παραδοσιακή πολιτική που εφαρμόζεται στην Ε.Ε. Είναι πλέον ξεκάθαρο ότι η ακροδεξιά αντλεί δύναμη από την αρνητική στάση των πολιτών στα θέματα της μαζικής μετανάστευσης, της πολιτισμικής απελευθέρωσης αλλά της απώλειας της εθνικής κυριαρχίας υπέρ της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, με τους Ευρωπαίους να νιώθουν ότι οι ανάγκες τους αγνοούνται από τις «απόμακρες και αδιάφορες» Βρυξέλλες.

Τα ευρωπαϊκά ακροδεξιά κόμματα διαφέρουν σε πολλά επίπεδα, ωστόσο βρίσκουν κοινό έδαφος στην έμφαση που δίνουν στην εθνική κυριαρχία και στις πολιτικές που προωθούν για την αντιμετώπιση εθνικών θεμάτων, δηλαδή πολιτικές που τοποθετούν τους πολίτες ενός έθνους σε προτεραιότητα σε μια σειρά από τομείς, συμπεριλαμβανομένων αυτών της κοινωνικής πρόνοιας και των κοινωνικών υπηρεσιών. Περαιτέρω, ο εθνισμός είναι το βασικό μοτίβο που «ανήκει» στην ακροδεξιά - δεν είναι τυχαία η ρητορική ενάντια στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, οι οποίοι ουσιαστικά αφαιρούν εξουσίες από το έθνος και τις μεταφέρουν σε υπερ-εθνικά σώματα.

Κάθε εθνική εκλογική αναμέτρηση είναι άλλη μια υπενθύμιση της πολιτικής πραγματικότητας που επικρατεί πλέον στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η άνοδος των ευρωσκεπτικιστικών κομμάτων και κυρίως των ακροδεξιών, τα οποία όχι μόνο επιβιώνουν αλλά και εδραιώνονται στον ευρωπαϊκό χώρο, προκαλούν θεσμικό σεισμό, επιβεβαιώνοντας ότι δεν είναι ένα παροδικό φαινόμενο - πρόκειται για συνεχιζόμενη δυσαρέσκεια των πολιτών στα παραδοσιακά κόμματα και στις πολιτικές που ακολουθούν. Έτσι κι αλλιώς, το αφήγημα που θέλει την άνοδο των ποσοστών των ακροδεξιών κομμάτων να σχετίζεται αποκλειστικά με την οικονομική κρίση, φαίνεται να μην βρίσκει αντίκρισμα σε μια Ευρώπη, η οποία, σε μεγάλο βαθμό, έχει περάσει προ πολλού τις οικονομικές δυσκολίες.

Εάν το επιχείρημα της οικονομικής κρίσης δεν σχετίζεται, τουλάχιστον σε απόλυτο βαθμό, με την αύξηση της εκλογικής ισχύος των ακροδεξιών κομμάτων, τότε οι λόγοι πρέπει να αναζητηθούν στις παρούσες συνθήκες που επικρατούν στην Γηραιά Ήπειρο και συνεχίζουν να ανατροφοδοτούν τη στήριξη σε κόμματα, τα οποία ελάχιστα χρόνια πριν φάνταζε αδύνατο, όχι μόνο να σχηματίσουν κυβέρνηση, αλλά και να πετύχουν είσοδο στα εθνικά κοινοβούλια των χωρών μελών της Ε.Ε.

Τα παραδείγματα που θορύβησαν

Εάν πάρουμε το παράδειγμα της Γαλλίας το 2007, στον πρώτο γύρο των Προεδρικών, η ακροδεξιά Μαρίν Λεπέν βρέθηκε μιαν ανάσα από τον Εμμανουέλ Μακρόν, με ποσοστά 21,30% και 24,01% αντίστοιχα. Στον δεύτερο γύρο, ο «καταποντισμός» της ακροδεξιάς, που αρκέστηκε στο 33,9%, έκρυβε μια δυσοίωνη πραγματικότητα. Αρχικά, ο Μακρόν είχε σχηματίσει ένα νέο κόμμα, το οποίο μετακίνησε προς τα «δεξιά» και το παρουσίασε ως «αντισυμβατικό» σε σχέση με τις πολιτικές του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Από την άλλη, υπάρχει η άποψη ότι η Λεπέν έδωσε την προεκλογική της μάχη, όχι για τις εκλογές του 2017, αλλά για τις εκλογές του 2022.

Στη Γερμανία είναι, ίσως, η τελευταία φορά που βλέπουμε την Άγκελα Μέρκελ στην Καγκελαρία. Η λαϊκή δυσαρέσκεια, λόγω των αφόρητων πιέσεων για το μεταναστευτικό, καταδίκασαν την Καγκελάριο να καταφύγει σε επώδυνους συμβιβασμούς και συμμαχίες, ακόμα και με αντιμαχόμενες δυνάμεις, εξαιτίας των ποσοστών που έχασε από το ακροδεξιό κόμμα «Εναλλακτική για τη Γερμανία», το οποίο πέτυχε είσοδο στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο (Budenstag) με 12.6%.

Όχι πολύ μακριά από τη Γερμανία, το ευρωσκεπτικιστικό και αντιμεταναστευτικό Κόμμα Ελευθερίας της Αυστρίας κατάφερε είσοδο στον κυβερνητικό συνασπισμό το 2017, κλειδώνοντας υπουργεία-«κλειδιά» στη νέα κυβέρνηση. Η εκλογική αναμέτρηση τον Μάρτιο στην Ιταλία δεν αποτέλεσε εξαίρεση στον πολιτικό «τυφώνα» της ακροδεξιάς, που έχει χτυπήσει την Ευρώπη. Οι Ιταλοί ψηφοφόροι γύρισαν την πλάτη στις παραδοσιακές δυνάμεις και στην ευρωπαϊκή πορεία της χώρας, αναδεικνύοντας νικητές την ακροδεξιά Λέγκα και το αντισυστημικό κόμμα των Πέντε Αστέρων.

Η εμπλοκή στις Ευρωεκλογές

Στο Ευρωκοινοβούλιο, όπως το γνωρίζουμε σήμερα, από τους 751 ευρωβουλευτές, οι 151 ανήκουν σε ομάδες, οι οποίες είτε τάσσονται κατά της Ε.Ε. είτε είναι εχθρικές προς αυτήν (ευρωσκεπτικιστές). Αν και το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα είναι η κυρίαρχη πολιτική δύναμη, οι ακροδεξιές δυνάμεις, σαρώνοντας στις εθνικές εκλογές, δεν αναμένεται να δυσκολευτούν να κατακτήσουν μεγάλη μερίδα στη νέα σύνθεση της Ευρωβουλής, όπως αυτή θα διαμορφωθεί στις εκλογές του ερχόμενου Μάη.

Το κόμμα «Εναλλακτική για τη Γερμανία», για παράδειγμα, έχει έναν μόνο ευρωβουλευτή, αλλά το 12,6% που πήρε στις εθνικές εκλογές δείχνει ότι τα πράγματα τον Μάιο θα είναι διαφορετικά. Οι ίδιες προβλέψεις ισχύουν για τη Λέγκα και το Κόμμα Ελευθερίας της Αυστρίας, τα οποία πλέον είναι μέρη κυβερνητικών συνασπισμών. Σε όλα αυτά προστίθεται και ο παράγοντας «Brexit», που άλλαξε άρδην τις ισορροπίες στη σύνθετη αρένα των Ευρωεκλογών.

Το ακροδεξιό «τσουνάμι» απειλεί πλέον να πάρει και πολιτική υπόσταση, με τη Λεπέν να συστήνει την «Ένωση του Ευρωπαϊκών Εθνών», ελπίζοντας πως θα δημιουργήσει τέτοια δυναμική, που θα της επιτρέπει να ηγηθεί των ακροδεξιών κομμάτων μέσα στο Ευρωκοινοβούλιο. Σε αυτήν την «ιερή» συμμαχία εντάσσονται το τσεχικό SPD, το κόμμα Volya της Βουλγαρίας, αλλά και η Νέα Δεξιά από την Ελλάδα.

Ο στόχος τους, όσο οξύμωρο και εάν ακούγεται, παρά την ευρωσκεπτικιστική τους ρητορική, δεν είναι ούτε διάλυση της Ε.Ε. ούτε και έξοδος των χωρών τους από το κοινό νόμισμα. Αντίθετα, απολαμβάνοντας τα οφέλη από την ευρωπαϊκή ενοποίηση, επιδιώκουν να πάρουν τον έλεγχο και να την αλλάξουν «εκ των έσω», σε ένα μοντέλο πιο κοντά στα δικά τους μέτρα, απαλλαγμένο από τις υπερεξουσίες των Βρυξελλών και την απειλή της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης.