Σημερινή

Παρασκευή, 24/05/2019
RSS

Σε ανταρσία η Ρώμη

| Εκτύπωση | 14 Οκτώβριος 2018, 18:05 | Του Γιάννη Γιωργαλλή

ME «BENTETA» ΑΠΕΙΛΟΥΝ ΤΗΝ Ε.Ε. ΟΙ «ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ» ΕΞΟΥΣΙΑΣΤΕΣ.

ΒΗΜΑ-ΒΗΜΑ Η ΙΤΑΛΙΑ ΜΕΤΑΤΡΕΠΕΤΑΙ ΣΤΟΝ «ΠΑΡΙΑ» ΤΗΣ ΓΗΡΑΙΑΣ ΗΠΕΙΡΟΥ, ΝΑΡΚΟΘΕΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΥΘΡΑΥΣΤΗ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΣ, ΕΝΩ ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΑ ΑΚΡΑ ΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΤΑΙΡΟΥΣ, ΧΑΡΑΣΣΟΝΤΑΣ ΑΠΟΚΛΙΝΟΥΣΑ ΠΟΡΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οι δύο πρωταγωνιστές της ιταλικής «βεντέτας», ο ηγέτης της Λέγκας του Βορρά, Ματέο Σαλβίνι, και ο αρχηγός των Πέντε Αστέρων, Λουίτζι Ντι Μάιο, με την απόφασή τους να καταθέσουν σχέδιο προϋπολογισμού που περιλαμβάνει στόχο ελλείμματος 2,4% για το 2019, κήρυξαν τον πόλεμο στις Βρυξέλλες, δημιουργώντας παράλληλα ευρύτερες αναταράξεις στην Ευρωζώνη, αλλά και στην παγκόσμια οικονομία, δεδομένου του μεγέθους του χρέους της.

Διαφοροποίηση στο μεταναστευτικό

Από τον Ιούνιο που ανέλαβε τα ηνία της χώρας το… «παράταιρο» αυτό δίδυμο, η Ιταλία αποξενώθηκε ακόμα και από τον πιο στενό της σύμμαχο, τη Μάλτα, κατηγορώντας την ότι δεν βοηθά στην αντιμετώπιση του μεταναστευτικού και προσφυγικού προβλήματος. Η «ατίθαση» συμπεριφορά της, δε, στο προσφυγικό προκάλεσε εκνευρισμό σε πολλά κράτη μέλη της ΕΕ, αφού, μεταξύ άλλων, αρνήθηκε να ανοίξει τα λιμάνια της σε πλοία διάσωσης, αναγκάζοντάς τους να πάρουν, κατά περίπτωση, μέτρα. Ωστόσο, στην κατηγορία ότι η ιταλική κυβέρνηση είναι «ξενοφοβική», ο Σαλβίνι διακήρυττε ότι δεν υπάρχει ρατσισμός ή ξενοφοβία στην Ιταλία, αλλά μια εκλελεγμένη κυβέρνηση, «που επιτέλους μπλόκαρε τους λαθραίους μετανάστες».

Η σύνδεση του προϋπολογισμού με το θέμα των προσφύγων

Η αναφορά στο προσφυγικό δεν είναι αποσυνδεδεμένη από τη συζήτηση για τον προϋπολογισμό. Ένας από τους λόγους της «ελαστικότητας» των Βρυξελλών στους «φουσκωμένους» με έλλειμμα προηγούμενους προϋπολογισμούς, ήταν η προσφορά της Ιταλίας στο μεταναστευτικό πρόβλημα, καθώς έπαιξε τον ρόλο του προπυργίου για την υπόλοιπη Ευρώπη.

Φυσικά, δεν μπορεί να παραθεωρηθεί ότι η Ιταλία είναι μέλος των G7, 3η οικονομία της Ευρωζώνης, μέλος του βασικού «πυρήνα» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με εισφορά στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό πέραν των 13 δισεκατομμυρίων ευρώ, παρόλο που πλέον φλερτάρει με τον όλεθρο, κουβαλώντας στην πλάτη της το εξωπραγματικό χρέος των 2,3 τρισεκατομμυρίων ευρώ. Αυτές είναι οι αντιθέσεις που καθιστούν τον χειρισμό της από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς ιδιαίτερο και την απομακρύνουν από το γνωστό παράδειγμα της Ελλάδας.

«Ωρολογιακή βόμβα»

Η ανάλυση, όμως, του προϋπολογισμού ως φύσει οικονομικού ζητήματος, δεν μπορεί να αποδώσει τη σωστή διάσταση. Η σημασία που έχει ο προϋπολογισμός για τον κάθε παίκτη στην ευρωπαϊκή οικονομική σκακιέρα όχι μόνο διαφέρει, αλλά φτάνει σε συγκρουσιακό επίπεδο. Εάν διερευνήσουμε τη σημασία που έχει ο προϋπολογισμός για την ίδια την ιταλική κυβέρνηση, δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι καθορίζει την πολιτική επιβίωσή της. Έτσι κι αλλιώς, οι Ιταλοί δεν ψήφισαν τα δύο αυτά κόμματα για να τους επιστρέψουν στις πολιτικές επιλογές των προκατόχων τους.

Μπορεί για την ακροδεξιά Λέγκα πρώτιστο μέλημα να είναι το μεταναστευτικό, για τον αριστερό εταίρο της, όμως, το Κόμμα των Πέντε Αστέρων, το στοίχημα είναι η πραγματοποίηση της προεκλογικής του υπόσχεσης για οικονομική ανάπτυξη για τους φτωχότερους Ιταλούς. Στοίχημα που έρχεται σε εκ διαμέτρου αντίθεση με τις επιταγές των Βρυξελλών.

Παράλληλα, το Κόμμα των Πέντε Αστέρων έχει να αντιμετωπίσει την πίεση της καλπάζουσας αύξησης των εκλογικών ποσοστών των ακροδεξιών συμμάχων του, οι οποίοι φιγουράρουν στις δημοσκοπήσεις πλέον ως το πρώτο κόμμα. Η πίεση αυτή για πολλούς αναλυτές δεν αφήνει άλλα περιθώρια παρά ξεκάθαρη πολιτική νίκη στον προϋπολογισμό, χωρίς να αποκλείουν τη δημιουργία πολιτικής κρίσης και πρόωρη επιστροφή στις κάλπες, με όπλο τις κατηγορίες κατά των Βρυξελλών.

Το πρόβλημα στο «γήπεδο» των Βρυξελλών

Το πρόβλημα, όμως, του προϋπολογισμού σε μια νομισματική ένωση δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να επηρεάζει μόνον την κρατική πολιτική σκηνή. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες καλούνται να λύσουν το σύνθετο οικονομικό πρόβλημα της Ιταλίας, το οποίο τείνει να λαμβάνει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Η «ανταρσία» της ιταλικής κυβέρνησης αποτελεί κόκκινο πανί για την ΕΕ, όχι γιατί το έλλειμμα του προϋπολογισμού είναι εκτός των προβλέψεων του Μάαστριχτ, αλλά επειδή υπερβαίνει τις συστάσεις της Κομισιόν και των άλλων ευρωπαϊκών θεσμών, που υποστηρίζουν ότι, επειδή η Ιταλία είναι η δεύτερη πιο υπερχρεωμένη χώρα της ΕΕ μετά την Ελλάδα, πρέπει να ακολουθήσει μια πολιτική μεγαλύτερου περιορισμού των ελλειμμάτων.

Είναι γεγονός ότι η κεντροαριστερή κυβέρνηση Ρέντσι στο προεκλογικό της πρόγραμμα υποσχόταν έλλειμμα 2,9%, χωρίς να υπάρξουν αντιδράσεις από πλευράς ΕΕ. Εντούτοις, στην εξαγγελία Σαλβίνι- Ντι Μάιο η Επιτροπή απέρριψε το προσχέδιο εκφράζοντας σοβαρή ανησυχία, ενώ ο Επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων, Πιέρ Μοσκοβισί, δεν δίστασε να κάνει αναφορά σε επιβολή κυρώσεων, εάν κριθεί ότι ο προϋπολογισμός ξεφεύγει από τους κανόνες της ΕΕ.

Η εκρηκτική αυτή κατάσταση, όμως, γεννάει «υπαρξιακά» ερωτήματα για την ίδια την Ευρωζώνη και οι απαντήσεις καθορίζουν το μέλλον του κοινού νομίσματος. Μπορεί εκ των πραγμάτων η ΕΕ να επιβάλει στην Ιταλία αλλαγή του προϋπολογισμού της, έχοντας υπόψη την ισχυρή οικονομική συμβολή της στον κοινοτικό προϋπολογισμό; Εάν ναι, με ποιο κόστος και ποιος θα βγει κερδισμένος από αυτήν τη μάχη; Εάν πάλι δεν καταφέρει να επιβάλει την οικονομική της πολιτική, ποιες συνέπειες θα έχει για τα άλλα κράτη μέλη;

Απαντώντας στο τελευταίο ερώτημα, υπάρχει η κοινή παραδοχή ότι οι Βρυξέλλες θα κάμψουν τις αντιστάσεις της Ρώμης, ώστε να εξασφαλίσουν ότι κανένα άλλο κράτος μέλος δεν θα ακολουθήσει παρόμοιο δρόμο και το ιταλικό χρέος δεν θα μεταπηδήσει στην υπόλοιπη Ευρωζώνη. Η επιμονή της Ιταλίας σε «ανυπακοή» στην αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία, την οποία προωθεί, κυρίως, η Γερμανία, δημιουργεί κραδασμούς, ενώ δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν πώς η «ευελιξία» θα στείλει το μήνυμα ότι οι κανόνες μπορούν να χαλαρώσουν, αποδομώντας όλο το πλαίσιο της αυξημένης δημοσιονομικής αυστηρότητας.

Win-win κατάσταση για την ιταλική κυβέρνηση

Όσον αφορά τον κερδισμένο, η πλάστιγγα γέρνει υπέρ της νίκης της Ιταλίας, χωρίς, όμως, να μπορεί να διαφανεί ακόμα εάν θα κερδίσει τον πόλεμο και όχι μόνο τη μάχη. Ακόμα και σε υποχώρηση της ιταλικής κυβέρνησης από το προσχέδιο του προϋπολογισμού, υπάρχει η άποψη ότι θα χρησιμοποιηθεί το επιχείρημα της εμπλοκής της ΕΕ σε εσωτερικές υποθέσεις, ενισχύοντας, έτσι, τη σκληρή εθνική ρητορική της ακροδεξιάς Λέγκας. Οι προβλέψεις του κυβερνητικού συνασπισμού της Ιταλίας προκρίνουν μια win-win κατάσταση, στην οποία ουδεμία ενέργεια από πλευράς ΕΕ σημαίνει πράσινο φως για τον προϋπολογισμό, ενώ ανάληψη ενεργειών από την ΕΕ μεταφράζεται σε θυματοποίηση της κυβέρνησης και αύξηση της δημοτικότητάς της.

Δεν είναι τυχαία η πολεμική ρητορική της Ρώμης εναντίον του ευρωπαϊκού «αυταρχισμού», με τον Ντι Μάιο να απειλεί ότι «αυτή εδώ η Ευρώπη δεν θα υπάρχει σε έξι μήνες που θα γίνουν ευρωεκλογές», ανοίγοντας πρόωρα την προεκλογική περίοδο του Μαΐου. Καθόλου τυχαία δεν είναι, επίσης, η κοινή συνέντευξη Τύπου της ηγέτιδας της αξιωματικής αντιπολίτευσης της Γαλλίας, Μαρίν Λεπέν, και του Ματέο Σαλβίνι, οι οποίοι καταφέρθηκαν κατά «των Γιούνκερ και Μοσκοβισί, που έφεραν την επισφάλεια και τον φόβο στην Ευρώπη», προαναγγέλλοντας, μάλιστα, το τέλος της διαδρομής μιας απολυταρχικής ΕΕ που αρνείται τα έθνη.

Οι δύο ομοϊδεάτες ξεδίπλωσαν το όραμά τους για μια Ευρώπη βασισμένη στην εθνική κυριαρχία, που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες των λαών, μακριά από την «επιβεβλημένη λιτότητα των Ευρωκρατών». Αν και δεν έχει ανακοινωθεί επίσημα ακόμα ένα κοινό μέτωπο για τις Ευρωεκλογές, οι δύο θέλουν να ανοίξουν διάπλατα τις πόρτες στις συμμαχίες τους στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες.