ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ Ο ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΚΑΙ ΠΥΡΗΝΙΚΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ

Οι Αμερικανοί κατηγορούν τη Μόσχα για βάρβαρη πολιτική στο Χαλέπι και ετοιμάζονται να απαγγείλουν καταγγελίες για εγκλήματα πολέμου στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας

Οι Αμερικανοί, μαζί με τους Βρετανούς, επιστρέφουν στις παλιές τακτικές τους, όταν στραγγάλιζαν χώρες που θεωρούσαν επικίνδυνες αντιπάλους στην πολιτική της αποικιοκρατίας που εφήρμοζαν, σχεδιάζοντας νέες κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας, ώστε να τη γονατίσουν οικονομικά


Με το φανάρι του Διογένη πρέπει να αρχίσει να ψάχνει κανείς για να βρει κάποια καλύτερη στιγμή στις σχέσεις ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Ρωσία, από τότε που υποτίθεται ότι τερματίσθηκε ο Ψυχρός Πόλεμος. Μόσχα και Ουάσιγκτον παγώνουν συνέχεια τις σχέσεις τους, προσπαθώντας να αποκτήσουν στρατηγικά και γεωπολιτικά πλεονεκτήματα σε έναν κόσμο που πάει από το κακό στο χειρότερο.

Οι Αμερικανοί, μαζί με τους Βρετανούς, επιστρέφουν στις παλιές τακτικές τους, όταν στραγγάλιζαν χώρες που θεωρούσαν επικίνδυνες αντιπάλους στην πολιτική της αποικιοκρατίας που εφήρμοζαν, σχεδιάζοντας νέες κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας, ώστε να τη γονατίσουν οικονομικά. Οι Αγγλοσάξονες εφήρμοσαν αυτή την τακτική πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και αμέσως μετά από αυτόν, προκειμένου να τσακίσουν τις Γερμανία και Ιαπωνία. Τώρα την εφαρμόζουν στη Ρωσία, κατασυκοφαντώντας το Κρεμλίνο ως υπεύθυνο για όλα τα κακά που συμβαίνουν στον κόσμο.

Επαφές σε επιδεινούμενο κλίμα

Αξιωματούχοι από τις ΗΠΑ αποκαλούν τις κοινές ρωσο-συριακές επιχειρήσεις στο Χαλέπι βάρβαρες και προειδοποίησαν πως θα αρχίσουν καταγγελίες για εγκλήματα πολέμου. Ο Ρώσος Πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν από καιρό μιλά για το επιδεινούμενο κλίμα στις σχέσεις ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και τη Μόσχα, επιμένοντας πως η κυβέρνηση του Αμερικανού Προέδρου Μπαράκ Ομπάμα θέλει να «υπαγορεύσει», αντί να συζητήσει.

Παρ' όλ' αυτά, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και η Ρωσία συνεχίζουν τις επαφές για το ζήτημα της Συρίας. Παρά τη σκληρή ρητορική και τις κατηγορίες, αντιλαμβάνονται και οι δύο πως έχουν να διαδραματίσουν καίριο ρόλο σε οποιαδήποτε διευθέτηση του συριακού δράματος. Όπως επισημαίνουν έγκυροι αναλυτές, οποιεσδήποτε και αν είναι οι επικείμενες στρατηγικές προθέσεις τους, ένας μόνιμος πόλεμος στη Συρία δεν συμφέρει ούτε τη Μόσχα αλλά ούτε και την Ουάσιγκτον.

Αλλά, χωρίς κάποιο επίπεδο εμπιστοσύνης και κατανόησης ανάμεσά τους, οποιοσδήποτε διάλογος περιορίζεται σε ασταθείς βάσεις. Και όμως, υποτίθεται πως δεν θα συνέβαινε τέτοια κατάσταση. Ο τερματισμός του Ψυχρού Πολέμου αναμενόταν ότι θα άλλαζε τα πάντα σε αυτόν τον κόσμο και θα οδηγούσε σε μια νέα εποχή. Όπως υποδεικνύει το BBC σε πρόσφατη ανάλυσή του, για κάποιο διάστημα η Ρωσία είχε υποχωρήσει από την παγκόσμια σκηνή, αλλά τώρα έχει επιστρέψει δυναμικά, φιλόδοξη να σταθεροποιήσει τη θέση της πλησιέστερα στα σύνορά της, να αποκαταστήσει μέρος του διεθνούς ρόλου της και να υπενθυμίσει στη Δύση πως είναι και αυτή εκεί για έναν παγκόσμιο ρόλο.

Η Δύση και ο ρεβανσισμός

Πού, λοιπόν, τα πράγματα πήγαν λάθος; Γιατί η Ρωσία και η Δύση δεν μπόρεσαν να δημιουργήσουν μια διαφορετική σχέση; Ποιος πρέπει να αναλάβει την ευθύνη; Ήταν η αμερικανική υπεροψία ή η ρωσική νοσταλγία για ένα είδος σοβιετικού μεγαλείου; Γιατί τα πράγματα έχουν επιδεινωθεί τόσο πολύ, ενώ είναι σωστό το να περιγράφει κανείς την παρούσα κατάσταση ως έναν «Νέο Ψυχρό Πόλεμο;».

Αναλυτική απάντηση σε όλα αυτά τα ερωτήματα δεν είναι δυνατόν να δοθεί - όπως επισημαίνει ένας παρατηρητής, θα χρειαζόταν να εκδοθεί ολόκληρο βιβλίο σαν αυτό του Τολστόι με τίτλο «Πόλεμος και Ειρήνη». Μπορεί εντούτοις κάποιος να μείνει σε μερικά σημεία.

Σύμφωνα με την άποψη του Πολ Πίλλαρ, που είναι ανώτατο στέλεχος του Κέντρου Μελετών για την Ασφάλεια στο Πανεπιστήμιο Τζώρτζταουν της Ουάσιγκτον και πρώην ανώτατος αξιωματούχος της CIA, το βασικό λάθος το έκανε η Δύση. Η σχέση χάλασε όταν η Δύση δεν συμπεριφέρθηκε στη Ρωσία ως ένα έθνος που αποτίναξε από πάνω του τον Σοβιετικό Κομμουνισμό. Θα έπρεπε να είχε γίνει θερμά δεκτή σαν τέτοια, σε μια νέα κοινότητα εθνών - αλλά αντ' αυτού θεωρήθηκε ως ο διάδοχος της ΕΣΣΔ, ενώ συνέχισε να αντιμετωπίζεται με μεγάλη δυσπιστία από τη Δύση.

Αυτό το τεράστιο λάθος συνοδεύτηκε από τη φιλοδοξία του ΝΑΤΟ για επέκταση, πρώτα σε χώρες όπως οι Πολωνία, Δημοκρατία της Τσεχίας και Ουγγαρία, που από πολύ καιρό είχαν εθνικιστικές διαφορές εναντίον της κυριαρχίας και της επιβουλής της Μόσχας. Αλλά η επέκταση του ΝΑΤΟ δεν σταμάτησε εκεί, καθώς πρόσθεσε χώρες όπως οι τρεις της Βαλτικής - Λιθουανία, Λετονία, Εσθονία, που τα εδάφη τους ήταν μέρος της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.

Η Ρωσία άρχισε να ανησυχεί μήπως χώρες που επίσης ήταν μέρος της ΕΣΣΔ, όπως η Γεωργία και η Ουκρανία, έπεφταν στην επιρροή της Δύσης και μετατρέπονταν σε δορυφόρους της. Με λίγα λόγια, η Ρωσία πιστεύει πως τη μεταχειρίστηκαν εντελώς άδικα, από τότε που τέλειωσε ο Ψυχρός Πόλεμος. Φυσικά αυτό δεν το συμμερίζονται οι Δυτικοί, που ρίχνουν όλο το βάρος στη Ρωσία. Μιλάνε για ρωσικό ρεβανσισμό, που προσωποποιείται στον Βλαντίμιρ Πούτιν, έναν άνθρωπο ο οποίος έχει αποκαλέσει την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης ως τη «μεγαλύτερη γεωπολιτική καταστροφή» του 20στού αιώνα.

Αν υπήρχε κατανόηση…

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι απόψεις είναι διχασμένες για το ποια από τις δύο θεωρίες είναι η πιο σωστή. Θα πρέπει να εστιάσουν στα αρχικά στρατηγικά σφάλματα της Δύσης στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίσθηκε η Ρωσία, ή να ληφθεί υπόψη η πιο πρόσφατη συμπεριφορά της Μόσχας, στις κρίσεις με τις Γεωργία, Συρία ή Ουκρανία;

Ο Σερ Τζον Σόουερς, πρώην επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών της Βρετανίας (ΜΙ6), είναι επίσης ένας πρώην Πρέσβης της Βρετανίας στον ΟΗΕ και παρακολουθεί με προσοχή το πώς κινείται και ενεργεί η ρωσική διπλωματία τα τελευταία χρόνια. Αυτός προτιμά τη δεύτερη εκδοχή. Σε πρόσφατη συνέντευξή του στο BBC, επεσήμανε πως η Δύση δεν φρόντισε να δώσει αρκετή προσοχή στη σωστή στρατηγική σχέση με τη Ρωσία τα οκτώ τελευταία χρόνια. «Αν υπήρχε ξεκάθαρη κατανόηση ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και τη Μόσχα, σχετικά με τους κανόνες του παιγνιδιού -ότι δηλαδή δεν προσπαθούμε να καταρρίψουμε ο ένας το σύστημα του άλλου- τότε η επίλυση περιφερειακών προβλημάτων όπως αυτά της Συρίας ή της Ουκρανίας ή της Βορείου Κορέας, που βρίσκονται συνέχεια μπροστά μας, θα ήταν πολύ πιο εύκολο να αντιμετωπιστούν», είπε.

Αρκετοί εμπειρογνώμονες υποδεικνύουν, επίσης, την αμφιλεγόμενη πολιτική της διπλωματίας της κυβέρνησης Ομπάμα και τα αντιφατικά μηνύματα που συχνά έστελνε.
Η απόλυτη δύναμη της Ουάσιγκτον μπορεί να υποχωρεί, αλλά αρκετές φορές δεν έχει διστάσει να δείξει τα δόντια της. Στρέφει την προσοχή της στην Ασία, ενώ παρακολουθεί με προσοχή τα όσα διαδραματίζονται στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή. Είναι, όμως, έτοιμη ή πρόθυμη να στηρίξει τη ρητορική της με δύναμη; Στη Συρία η απάντηση είναι όχι. Και ποια είναι η πολιτική της απέναντι στη Ρωσία; Είναι άραγε ικανοποιημένη με τα όσα συμβαίνουν ανάμεσά τους;

Ανταγωνιστικότητα για παγκόσμια επιρροή

Το 2014, την παραμονή της προσάρτησης της Κριμαίας από τη Ρωσία, ο κ. Πούτιν, μιλώντας στη ρωσική Δούμα, επεσήμανε πως «αν τεντώσεις το σκοινί στα όριά του θα τιναχθεί και θα σε κτυπήσει σκληρά. Πρέπει να το θυμάστε αυτό». Το αμερικανικό περιοδικό «National Interest», που ασχολείται με θέματα πραγματικής και ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής, επισημαίνει πως «η σώφρων απάντηση στα όσα συμβαίνουν είναι είτε να βρεθούν τρόποι αποκλιμάκωσης των πιέσεων την ερχόμενη άνοιξη, είτε να αρχίσει η ετοιμασία για την αντιμετώπιση του κλονισμού που θα μπορούσε να προκληθεί από μια δυναμική αναμέτρηση ανάμεσα στις δύο πλευρές».

Οποιαδήποτε και αν είναι τα λάθη του παρελθόντος, οποιαδήποτε και αν είναι η ευθύνη των δύο πλευρών, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η Ρωσία και οι ΗΠΑ είναι έτοιμες να αλληλοεξοντωθούν για χάρη της Συρίας. Ελάχιστοι το πιστεύουν. Αλλά δεν αποκλείεται το γεγονός η ανθρωπότητα να μπαίνει σε νέα περίοδο Ψυχρού Πολέμου.
Αλλά και αυτός ο όρος δεν είναι ο πλέον κατάλληλος, καθώς άλλες ιδεολογικές συνθήκες επικρατούσαν στο παρελθόν και άλλες σήμερα. Δεν υπάρχει ο παγκόσμιος ιδεολογικός ανταγωνισμός που χαρακτήριζε τον πρώτο Ψυχρό Πόλεμο, ενώ ακόμα δεν παρατηρείται άλλος ένας ανταγωνισμός στους πυρηνικούς εξοπλισμούς.

Αυτό που απομένει είναι μια μεγάλη ανταγωνιστικότητα για παγκόσμια επιρροή, ενώ η Ρωσία είναι μια δύναμη με πιο περιορισμένες δυνατότητες από αυτές που είχε η πρώην Σοβιετική Ένωση και από αυτές που εξακολουθεί να έχει η Υπερδύναμη των ΗΠΑ.

Η ευθύνη στον επόμενο

Ποιο, λοιπόν, μπορεί να είναι το μέλλον; Καθώς γίνεται πανζουρλισμός στις ΗΠΑ με τις προεδρικές εκλογές, η Μόσχα ίσως να πιστεύει πως έχει το ελεύθερο να κάνει ό,τι θέλει - προς το παρόν. Και υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις πως θα προσπαθήσει αυτή την εποχή να παρουσιάσει στον επόμενο ένοικο του Λευκού Οίκου καταστάσεις ως τετελεσμένα γεγονότα (fait accompli).

Η κατάσταση θυμίζει το 2008, όταν οι σχέσεις της Ρωσίας με τις ΗΠΑ ψυχράνθηκαν μετά τον πόλεμο της Ρωσίας με τη Γεωργία. Αυτός ο πόλεμος στιγμάτισε την πολιτική της κυβέρνηση Μπους προς τη Μόσχα και την έφερε σε μεγάλα χάλια, που τα κληρονόμησε ο Πρόεδρος Ομπάμα. Θυμάται, επίσης, κανείς τις υποσχέσεις της τότε Υπουργού Εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον, ότι θα αναθεωρηθούν οι σχέσεις με τη Ρωσία, αλλά τίποτε δεν έγινε.

Σύμφωνα με την άποψη πολλών, η μεγαλύτερη ευθύνη θα πέσει τώρα στους ώμους του επόμενου Προέδρου των ΗΠΑ, στο να εγκαθιδρύσει ένα νέο είδος σχέσης με τη Ρωσία. «Επιδιώκουμε πιο θερμές σχέσεις με τη Ρωσία και δεν επιδιώκουμε πιο ψυχρές σχέσεις με τη Ρωσία», λένε. Στην Ουάσιγκτον και το Λονδίνο θέλουν στρατηγική κατανόηση με τη Μόσχα, για το πώς θα υπάρξουν εγγυήσεις για παγκόσμια σταθερότητα, για σταθερότητα κατά μήκος της Ευρώπης με τη Ρωσία και τις ΗΠΑ, ώστε η βασική σταθερότητα του κόσμου να τεθεί σε πιο στέρεες βάσεις, απ' ό,τι ήταν.

«Η Pax Americana, η κάθε άλλο παρά δημοφιλής διεθνής κατάσταση, δεν διήρκεσε πολύ και κανείς δεν τη θέλει άλλο. Τέλειωσε», επεσήμανε Βρετανός διπλωμάτης. Οι μόνοι νοσταλγοί της ίσως να είναι μερικοί στρατηγοί των Αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων, που νοιάζονται περισσότερο για τα γαλόνια και τους παχυλούς μισθούς τους και λιγότερο για την παγκόσμια ειρήνη.

Αλλά -όπως δήλωσε αυτήν τη βδομάδα ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών Τζον Κέρι, αναφερόμενος στην προοπτική μεγαλύτερης κλιμάκωσης του πολέμου στη Συρία- «δεν διαπίστωσα θέληση από τους συμμάχους μας στην Ανατολή και την Ευρώπη για εμπλοκή τους σε πολεμικές επιχειρήσεις. Προς το παρόν, θα εμμείνουμε στην προοπτική μιας διπλωματικής λύσης».