...και την οικονομική δραστηριότητα
ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ


Μεταρρύθμιση της φορολογίας στην Κύπρο, ώστε αυτή να γίνει πιο «πράσινη», εισηγείται το Κέντρο Οικονομικών Ερευνών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Στόχος, να δοθεί λιγότερη βαρύτητα στους άμεσου φόρους με σκοπό να επηρεάζεται σε μικρότερο βαθμό η οικονομική δραστηριότητα με αποτέλεσμα να βλάπτεται η απασχόληση.

Την ίδια στιγμή με την επιβολή φιλοπεριβαλλοντικών φόρων θα προκύψει μείωση της χρήσης ενέργειας και των φυσικών πόρων. Τη συγκεκριμένη ανάλυση υπογράφει ο ακαδημαϊκός σύμβουλος Θεόδωρος Ζαχαριάδης, ο οποίος επισημαίνει ότι δραστηριότητες που ρυπαίνουν το περιβάλλον ή ξοδεύουν σπάνιους φυσικούς πόρους, δεν συνεισφέρουν ιδιαίτερα στα έσοδα των κυβερνήσεων.

Τα βάρη σε εργασία και εισόδημα
Αναλυτικά, ο κ. Ζαχαριάδης επισημαίνει ότι το μεγαλύτερο μέρος των δημόσιων εσόδων των ευρωπαϊκών κρατών προέρχεται από τη φορολόγηση της εργασίας και του εισοδήματος. Οι άμεσοι φόροι (φόροι εισοδήματος, εταιρικοί και κεφαλαιουχικοί φόροι και ασφαλιστικές εισφορές) αντιστοιχούν στα 2/3 των φορολογικών εσόδων στην Ε.Ε. Στην Κύπρο, τα φορολογικά έσοδα της κυβέρνησης ανήλθαν το 2014 στα 6 δισ. ευρώ περίπου ή 34% του ΑΕΠ, αρκετά κάτω από τον μέσο όρο της Ε.Ε., που ήταν 40%.

Από αυτά, οι έμμεσοι φόροι αντιστοιχούσαν στο 44% του συνόλου, οι άμεσοι φόροι στο 30% και οι ασφαλιστικές εισφορές στο 26%. Την ίδια στιγμή οι περιβαλλοντικοί φόροι (με τον τρόπο που ορίζονται από τις ευρωπαϊκές στατιστικές Αρχές) αντιπροσώπευαν το 3,1% του ΑΕΠ ή 9% του συνόλου των φορολογικών εσόδων της Δημοκρατίας - μειωμένοι σημαντικά σε σχέση με μια δεκαετία νωρίτερα.

Γι’ αυτό πολλές ευρωπαϊκές χώρες έχουν προχωρήσει σε «Πράσινη (δηλαδή φιλο-περιβαλλοντική) Φορολογική Μεταρρύθμιση». Αυτή περιλαμβάνει μερική διαφοροποίηση της πηγής των κρατικών εσόδων, με μείωση της φορολόγησης του κεφαλαίου και της εργασίας και αντίστοιχη αύξηση της φορολογίας δραστηριοτήτων που καταναλώνουν φυσικούς πόρους ή ρυπαίνουν.

Τα οφέλη
Στην ανάλυση επισημαίνεται ότι η έμφαση στους άμεσους φόρους θέτει σε κίνδυνο την απασχόληση και την οικονομική ανάπτυξη. Αυξάνει το κόστος της εργασίας και αποθαρρύνει την οικονομική δραστηριότητα, ενώ έμμεσα ενισχύει την παραοικονομία, αφού δίνει κίνητρα για απόκρυψη εισοδημάτων ή/και αδήλωτη εργασία.

Εξειδικευμένες μελέτες στην Ευρώπη έχουν δείξει ότι, σε αντίθεση με τον φόρο εισοδήματος ή τις ασφαλιστικές εισφορές, οι περιβαλλοντικοί φόροι στρεβλώνουν λιγότερο την οικονομική δραστηριότητα και δεν βλάπτουν την απασχόληση, ενώ ταυτόχρονα μειώνουν τη χρήση ενέργειας και φυσικών πόρων. Ειδικά σε εποχές υψηλής ανεργίας, αποκτά προτεραιότητα η μείωση του εργατικού κόστους μέσω μείωσης της άμεσης και έμμεσης φορολόγησης της εργασίας. Οι απώλειες δημόσιων εσόδων μπορούν να αντισταθμιστούν με αύξηση της περιβαλλοντικής φορολογίας.

Προτάσεις
Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Ζαχαριάδης προτείνει την υιοθέτηση μιας «πράσινης περιβαλλοντικής μεταρρύθμισης» και στην Κύπρο που να περιλαμβάνει: • Σταδιακή εισαγωγή ενός φόρου άνθρακα για κάθε έτος της επόμενης πενταετίας, για όλα τα καύσιμα που χρησιμοποιούνται στους τομείς της οικονομίας, οι οποίοι δεν εμπίπτουν στο Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών Αερίων του Θερμοκηπίου.

• Εισαγωγή εντός διετίας μιας χρέωσης για το νερό ύδρευσης που να αντιστοιχεί στο κόστος της σπανιότητας νερού και το κόστος των περιβαλλοντικών επιπτώσεων της χρήσης νερού στην Κύπρο.

• Εισαγωγή ενιαίας παγκύπριας χρέωσης για τα συνήθη οικιακά απορρίμματα, με την επιβολή ενός οριζόντιου «φόρου ταφής απορριμμάτων» εντός τριετίας. Από αυτό το ποσό, ένα μέρος θα καλύπτει το χρηματοοικονομικό κόστος διαχείρισης των αποβλήτων παγκύπρια, και το υπόλοιπο θα αποτελεί «πράσινο φόρο» με σκοπό τη μείωση της ροής αποβλήτων στους σκυβαλότοπους και την ενθάρρυνση εναλλακτικών πρακτικών, δηλαδή μείωση, επαναχρησιμοποίηση ή ανακύκλωση αυτών.

Η «πράσινη φορολογική μεταρρύθμιση» προτείνεται να είναι δημοσιονομικά ουδέτερη, ώστε να μην αυξηθεί η συνολική περιβαλλοντική επιβάρυνση στη χώρα. Έτσι, τα αυξημένα έσοδα από τους ανωτέρω περιβαλλοντικούς φόρους θα μπορούν να οδηγήσουν σε μείωση του κόστους εργασίας (π.χ. με μείωση των ασφαλιστικών εισφορών ή άλλων επιβαρύνσεων) ή και για την αποζημίωση ευάλωτων νοικοκυριών.