Ποια είναι η διαφορά μεταξύ του είναι και του είνε; Μα βέβαια, ότι το πρώτο είναι ορθογραφικά ορθό και το δεύτερο είναι ορθογραφικό λάθος. Κι όμως! Η διαφορά τους είναι μόνο χρονική: αν παρατηρήσει κανείς εφημερίδες και βιβλία των αρχών του 20ού αιώνα θα δει τους πάλαι ποτέ απολύτως ορθούς τύπους είνε, ταξείδι, παληός, καλλίτερος, συνειθίζω και εληά μεταξύ άλλων, οι οποίοι στην πορεία άλλαξαν σε είναι, ταξίδι, παλιός, καλύτερος, συνηθίζω και ελιά, αν και η προφορά τους παρέμεινε ακριβώς η ίδια.
 
Η γραφή δεν είναι παρά μια πολιτισμική εφεύρεση, ένα τεχνητό εργαλείο που σκοπό έχει να βοηθήσει τον άνθρωπο να διασώσει τα προϊόντα της νόησης και της γλώσσας από τη φθορά του χρόνου. Ειδικότερα, η ορθογραφία—η πολιτογραφημένη για κάθε γλώσσα εικόνα της γραφής—θέτει τους κανόνες της σχέσης μεταξύ του προφορικού και του γραπτού λόγου. Και καθώς οι άνισες δυναμικές του προφορικού και του γραπτού λόγου τούς οδηγούν συνήθως σε διάσταση, η ορθογραφική αλλαγή είναι μοιραία επιβεβλημένη και βιώνεται από κάθε εγγράμματο ομιλητή στη διάρκεια της ζωής του.
 
Η ελληνική γλώσσα συγκαταλέγεται στις γλώσσες που χρησιμοποιούν ένα αλφαβητικό σύστημα γραφής και τη λεγόμενη ιστορική ορθογραφία, όπως και η πλειονότητα των ευρωπαϊκών γλωσσών (π.χ. αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά). Η έννοια της ιστορικής ορθογραφίας διαφοροποιείται από την έννοια της φωνητικής ορθογραφίας, η οποία εφαρμόζεται στα γραπτά συστήματα πολλών γλωσσών, όπως τα φινλανδικά και τα τουρκικά.
 
Σε μια γλώσσα με φωνητική ορθογραφία, κάθε διαφοροποιητικός φθόγγος—φώνημα, όπως τον ονομάσαμε στο προηγούμενο άρθρο—αντιστοιχεί σε ένα μόνο γράμμα και, αντίστροφα, κάθε γράμμα αποδίδει ένα και μόνο φώνημα. Οι ομιλητές λοιπόν μιας γλώσσας με φωνητική ορθογραφία γράφουν σύμφωνα με το πώς προφέρουν τις λέξεις στην εποχή τους και αρκεί θεωρητικά να γνωρίζει κανείς τη φωνητική αξία του κάθε γράμματος για να μπορεί να διαβάσει ένα κείμενο στη γλώσσα αυτή.
 
Στις ιστορικές ορθογραφίες ωστόσο οι ομιλητές γράφουν σύμφωνα με το πώς προφέρονταν οι λέξεις σε παλαιότερες εποχές. Με άλλα λόγια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ιστορική ορθογραφία αντικατοπτρίζει μια προγενέστερη γλωσσική κατάσταση, είναι ο απόγονος μιας παλαιότερης φωνητικής ορθογραφίας, η οποία σε μεγάλο βαθμό «απολιθώθηκε» στην αρχική της γραπτή εικόνα και αποσχίστηκε από την προφορική ομιλία: ενώ δηλαδή ο προφορικός λόγος συνέχισε να εξελίσσεται και να αλλάζει στο πέρασμα του χρόνου, η ορθογραφία με τη συντηρητική και αμετάβλητη φύση της έπαψε να αναπροσαρμόζεται στις αλλαγές αυτές.
 
Οι διαχρονικές αυτές διαδικασίες διαταράσσουν την αμφιμονοσήμαντη αντιστοιχία φωνήματος–γράμματος στις ιστορικές ορθογραφίες. Για παράδειγμα, στα φινλανδικά το γράμμα u αποδίδει πάντα το ίδιο φωνήεν ([ου]) και δεδομένου ότι στα φινλανδικά υπάρχουν βραχέα και μακρά φωνήεντα, το μακρό [ου] γράφεται ως uu· οι λέξεις tuli (φωτιά) και tuuli (άνεμος) διαφοροποιούνται ως προς τη διάρκεια του πρώτου φωνήεντος. Στα αγγλικά όμως το μακρό [ου] αποδίδεται ορθογραφικά με πολλούς διαφορετικούς τρόπους: cute, true, moon, through. Αντίστοιχα, στη νεοελληνική ο φθόγγος [ι] αποδίδεται ορθογραφικά με έξι διαφορετικούς τρόπους: λίπη, λύπη, λείπει, κλίση, κλήση, κλοιός, υιοθετώ.
 
Η απώλεια της αμφιμονοσήμαντης αντιστοιχίας φωνήματος–γράμματος κάνει την ιστορική ορθογραφία δύσκολα προσπελάσιμη, κυρίως κατά τη διδασκαλία της μέσα από ένα σύστημα περίπλοκων και πολλές φορές μη προβλέψιμων κανόνων. Σκεφτείτε πόσο «παράλογο» είναι να μαθαίνει κανείς ότι ένα γράμμα που αποδίδει ένα σύμφωνο μπορεί να πάρει τονικό σημάδι (π.χ. εύπορος, αύριο), καθώς η πληροφορία ότι το γράμμα αυτό στα συμπλέγματα ευ και αυ απέδιδε φωνήεν και όχι σύμφωνο στην κλασική ελληνική δεν είναι και δεν μπορεί να είναι εμφανής στον ομιλητή της νεοελληνικής.
 
Ταυτόχρονα όμως αυτό είναι που κάνει την ιστορική ορθογραφία χρήσιμη—και φαιδρή την όποια ρητορική περί αντικατάστασής της με φωνητική ορθογραφία. Η εξέλιξη του φωνολογικού συστήματος από τις αρχαίες φάσεις της ελληνικής μέχρι τη νεοελληνική οδήγησε στη φωνολογική σύμπτωση λέξεων με διαφορετική ορθογραφική εικόνα.
 
Παρότι, για παράδειγμα, η χρήση των ακουστικών εικόνων [lipi] ή [vazo] δημιουργεί αμφισημία αν βρίσκεται εκτός συμφραζομένων—συγκρίνετε τις φράσεις Βάζο δαπέδου και Βάζω καφέ—η ορθογραφική εικόνα των ομόηχων λέξεων λείπει–λύπη και βάζω–βάζο περιέχει σαφείς μορφολογικές πληροφορίες που λύνουν την αμφισημία.
 
Είναι ξεκάθαρο λοιπόν ότι οι καταλήξεις σε -ο και -ω ή -η και -ει είναι σταθεροί και προβλέψιμοι μορφολογικοί δείκτες ουσιαστικού και ρήματος αντίστοιχα. Ωστόσο, δεν συμβαίνει το ίδιο με την ορθογραφία των ριζών των λέξεων, οι οποίες είναι σε μεγάλο βαθμό μη προβλέψιμες: αυγό ή αβγό, κτήριο ή κτίριο;
 
Όσο κι αν η απτή, υλική μορφή δίνουν στην ιστορική ορθογραφία τη δυνατότητα να αντιστέκεται σε ραγδαίες μεταμορφώσεις, η ανάγκη εξορθολογισμού της ορθογραφίας είναι πάντα επιτακτική. Βέβαια η προσέγγιση ζητημάτων ορθογραφικής αλλαγής προσκρούει πολύ συχνά στις λαϊκές αντιλήψεις που περιβάλλουν την ορθογραφία με μύθους, προκαταλήψεις και ιδεολογίες κάθε είδους: από τις μεταφυσικές, μαγικές ιδιότητες που μπορεί να κρύβουν τα γράμματα, μέχρι τον διάχυτο τρόμο ότι οι κατά καιρούς προτεινόμενες ορθογραφικές αλλαγές ή προσαρμογές είναι γλωσσική φθορά· εδώ αξίζει να θυμηθούμε την αυθαίρετη ταύτιση της γλώσσας με τη γραπτή μορφή της που παραφυλάει στις λαϊκές κρίσεις για τη γλώσσα. 
 
Ένας περισσότερο υποψιασμένος ομιλητής καταλαβαίνει ότι λέγοντας «ορθογραφική αλλαγή» εννοούμε την προσπάθεια εξισορρόπησης ανάμεσα στην ετυμολογία μιας λέξης—δηλαδή, την ιστορική προέλευσή της και τη σχέση της με άλλες ομόρριζες λέξεις—και στην καθιερωμένη ορθογραφία της. Η διάσταση μεταξύ αυτών των δύο πόλων μπορεί να είναι μεγάλη.
 
Αν και πιστεύουμε εσφαλμένα ότι η ορθογραφία των λέξεων ιχνηλατεί πάντοτε την ετυμολογία τους, αυτό που θεωρούμε αποδεκτή ορθογραφία μιας λέξης δεν είναι παρά ένας καθιερωμένος τύπος, ο οποίος είχε απομακρυνθεί από την ετυμολογία της λέξης μέσω διαδικασιών απλοποίησης ήδη σε παλαιότερη εποχή—χωρίς δηλαδή εμείς ως σύγχρονοι ομιλητές να έχουμε βιώσει τη συγκεκριμένη αλλαγή.
 
Και αντίστροφα, η απαράβατη εφαρμογή ετυμολογικά αιτιολογημένης ορθογραφίας οδηγεί σε μη καθιερωμένες—και επομένως μη αποδεκτές—ορθογραφίες. Πώς σας φαίνονται οι ορθογραφίες καμμία και τραυώ αντί καμία και τραβώ; Και επιπλέον, πώς αντιδράτε σε «υπερετυμολογημένες» ορθογραφήσεις του τύπου αγώρι, πλημύρα και τσηρώτο αντί αγόρι, πλημμύρα και τσιρότο;
 
Η ορθογραφία είναι αδιαμφισβήτητα ένα αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτισμικού ρόλου της γλώσσας και στοιχείο κοινωνικής αναγνώρισης: αρκεί να συλλογιστούμε πόσο βαρύ είναι το στίγμα που φέρει ο αναλφαβητισμός σήμερα, στην εποχή του εγγραμματισμού, και πόσο ζωτική σημασία έχει η ύπαρξη γραπτού πολιτισμού.
 
Ωστόσο, η τυφλή προσκόλληση και η εμμονή σε απολιθωμένες ορθογραφικές συμβάσεις που περιορίζουν τη λειτουργικότητα στη χρήση της ορθογραφίας είναι το επικίνδυνο άκρο. Η μετατροπή του κοινωνικού χώρου σε πεδίο μάχης με αφορμή τις ορθογραφικές αλλαγές—ένα εγγενές στοιχείο της ιστορικής ορθογραφίας—είναι τελικά σημάδι εθνικής ανασφάλειας και κοινωνικής κρίσης.
 
Βενέδικτος Βασιλείου, M.Sc.
Γλωσσολόγος, υποψήφιος διδάκτορας Νευρογλωσσολογίας
Max Planck Institute for Human Cognitive and Brain Sciences,
Τμήμα Νευροψυχολογίας,
Λειψία, Γερμανία
 
Λεζάντα εικόνας:
Κάντε κλικ για μεγέθυνση και λεζάντα
 
*Ακολουθήστε μας στο @glossoskopio (Twitter) και στο Γλωσσοσκόπιο («Η Σημερινή») (Facebook).