Σημερινή

Τετάρτη, 21/11/2018
RSS

Η ακτημοσύνη των λέξεων

| Εκτύπωση | 24 Ιούνιος 2018, 18:00 | Του Πόλυ Κυριάκου

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ: ΣΤΑ ΠΕΡΙΘΩΡΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΜΕ ΤΗ ΓΡΑΦΙΔΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

Η ΠΟΙΗΣΗ ΑΝΑΔΥΕΤΑΙ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΙΟ ΒΑΘΙΑ, ΔΥΣΕΞΙΧΝΙΑΣΤΑ ΣΚΟΤΑΔΙΑ ΤΟΥ ΚΟΡΜΙΟΥ ΚΑΙ ΔΙΑΜΟΡΦΩΝΕΤΑΙ, ΜΟΡΦΙΚΑ, ΣΑΝ ΑΙΝΙΓΜΑ ΧΩΡΙΣ ΕΠΙΛΥΣΗ. ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΣΕ ΣΕΝΑ ΠΟΥ ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΣ, ΠΡΟΚΑΛΕΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΠΟΡΙΕΣ, ΠΑΡΑ ΤΗΝ ΚΑΘΗΣΥΧΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΕΡΑΤΩΜΕΝΗΣ ΜΟΡΦΗΣ

Στις μέρες μας, η περιπέτεια της ποίησης να προχωρεί κερματισμένα, σε διαφορετικές μοναχικές διαδρομές, εντούτοις, βλέπουμε, μέσα από τη χρήση μέσων όπως το διαδίκτυο, αλλά και αρκετές δημιουργικές συνομαδώσεις, που όλο και περισσότερο πληθαίνουν, να αναπτύσσεται ένα δημιουργικό πάθος για τη συλλογικότητα, το οποίο, θεωρώ, είναι η μοναδική σωτήρια σανίδα που μπορεί να μας μεταφέρει στον Καιρό που έρχεται


Κι αν δεν τον έβλεπα να κάθεται σε δημοσιογραφική καρέκλα, πάλι θα καταλάβαινα ότι αυτός ο άνθρωπος έχει σαν αγαπημένη ενασχόλησή του τη γραφή. Θα μπορούσε και να ζει κάπου στην Ενετοκρατία στην Κύπρο ή στη Φλωρεντία του 1950. Ζει και δημιουργεί ανάμεσά μας, αλλάζοντας μολύβια. Τη μια ποιητής, την άλλη δημοσιογράφος. Και στις δυο περιπτώσεις, ο λόγος του είναι κοφτερός και διάφανος. Έχει στο μυαλό του τον τόπο στον οποίο ζει, καθώς γνωρίζει τις ομορφιές του αλλά και τις κακοτοπιές του. Πάνω απ' όλα πρόκειται για έναν ποιητή και δημοσιογράφο που σέβεται, αγαπά και υπηρετεί την υπέροχη ελληνική γλώσσα έτσι όπως ακριβώς της αξίζει! Αυτός είναι ο Μιχάλης Παπαδόπουλος!

Γιατί γράφεις; Έχουν λόγο ύπαρξης οι ποιητές;

Αν γνώριζα γιατί γράφω, ίσως να μην έγραφα καθόλου! Και, ίσως, ο λόγος που συνεχίζω να γράφω, είναι γιατί επιχειρώ να απαντήσω σ’ αυτό το αναπάντητο ερώτημα, να φτάσω στις πηγές της συγγραφικής πράξης, προφανώς ανεύρετες, απλησίαστες και ανεξάντλητες. Κατά τον ίδιο τρόπο, αν γνώριζα την απάντηση στο ερώτημα τι είναι ποίηση, ίσως σταματούσα να γράφω. Σε κάποιο ποίημα λέω: «Γράφω, για να κάνω ορατό το σημείο που με κτύπησε η αθλιότητα και, όπως ο Μαρκήσιος ντε Σαντ, ώσπου να γίνει ασέλγεια η μοναξιά μου», και, κάπου αλλού, «Γράφω, σημαίνει εναντιώνομαι στη νομοτέλεια του αναπόδραστου…». Ωστόσο, δεν ξέρω αν και σε τι απαντούν όλα αυτά.

Όσο για το δεύτερο ερώτημα, «Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες. Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα», λέει, σε μιαν από τις καλύτερές του στιγμές ο Τίτος Πατρίκιος. Ωστόσο, μπορεί οι ποιητές να μην είναι σήμερα οι καθοδηγητές του κόσμου, μάρτυρες και ήρωες του Καθολικού, προσφέρουν, όμως, τους ακτινοβόλους αστερισμούς που φωτίζουν και καθοδηγούν, μες στα σκοτάδια, τη ζωή μας.

Και μπορεί, στις μέρες μας, η περιπέτεια της ποίησης να προχωρεί κερματισμένα, σε διαφορετικές μοναχικές διαδρομές, εντούτοις, βλέπουμε, μέσα από τη χρήση μέσων όπως το διαδίκτυο, με τις δυνατότητες που παρέχει -ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά, blogs, fb κ.λπ.-, αλλά και αρκετές δημιουργικές συνομαδώσεις, που όλο και περισσότερο πληθαίνουν, να αναπτύσσεται ένα δημιουργικό πάθος για τη συλλογικότητα, το οποίο, θεωρώ, είναι η μοναδική σωτήρια σανίδα που μπορεί να μας μεταφέρει στον Καιρό που έρχεται.

Δημοσιογράφος και ποιητής. Πες μας δυο λόγια γι’ αυτές τις δύο ιδιότητές σου. Τι υπάρχει ανάμεσα στα δύο;

Νομίζω ότι οι δύο αυτές ιδιότητες, μέσα από μιαν αέναα αντιπαραθετική σχέση, αλληλοτροφοδοτούν η μια την άλλη. Όσο κι αν ο λόγος της ποίησης «αρέσκεται στο να κρύβεται», τόσον ο δημοσιογραφικός όσο και ο ποιητικός λόγος αποτελούν, με διαφορετικό τρόπο ο καθένας, μορφές του δημόσιου λόγου. Ωστόσο, όσον αφορά τη δική μου περίπτωση, αισθάνομαι ότι η ποιητική έκφραση λειτουργεί, σε μεγάλο βαθμό, καθαρκτικά έναντι του δημοσιογραφικού λόγου, που υπόκειται σε ποικιλώνυμες εξαρτήσεις, στερεότυπα και αλλοτριώσεις.

Αν ο δημοσιογραφικός λόγος είναι υποταγμένος, συχνά μ’ έναν ευτελή τρόπο, στην επικαιρότητα, ο λόγος της ποίησης υπερβαίνει αυτήν την τελευταία, αποβλέποντας, διά της χρήσης του γεγονοτολογικού και του επίκαιρου, στην ίδια την ανθρώπινη μοίρα.

Ζεις σ’ έναν κουρασμένο και αδικημένο τόπο. Τι θα ήθελες να πεις στους πολιτικούς αυτού του τόπου, εσύ, ως ένας άνθρωπος που βλέπει τη μικρή πατρίδα με τα μάτια ενός ποιητή;

Τι άλλο, από το να προσπαθήσουν να μην είναι τόσο κατώτεροι των ανθρώπων που τους εμπιστεύονται, να μη βλέπουν τα πράγματα με τους μυωπικούς φακούς της μικροπολιτικής, αλλά με τη χάρη μιας πιο ανοικτής και καθαρής ματιάς, να εγκαταλείψουν τη στενόθωρη λογική της διαχειριστικής διεκπεραίωσης, συλλαμβάνοντας, μέσα από τον αστερισμό του μερικού, τον χρόνο του Κοινού και της Ολότητας, και να διαβάζουν, πότε-πότε, κανένα βιβλίο.

Η παλαιότερη και νεότερη γενιά

Μίλησέ μας για τους παλιούς και τους νεότερους Κύπριους ποιητές.

Υπάρχει μια ζώσα και βαριά κληρονομιά, που παρέχεται ως έρεισμα, αλλά και ως απαίτηση στους νεότερους. Δεν μπορείς να γράψεις χωρίς αυτό που προηγήθηκε, έστω κι αν η ποίηση έρχεται από το ανήκουστο και το αλλού/αλλιώς ειπωμένο. Βασίλης Μιχαηλίδης, Λιπέρτης, Μόντης, Ανθίας, Θ. Πιερίδης, Π. Μηχανικός, Θ. Νικολάου, Κ. Χαραλαμπίδης, Κ. Βασιλείου, Μ. Πασιαρδής, Λ. Ζαφειρίου, Μ. Πιερής, Ν. Μαραγκού, Φ. Κολοσσιάτου, Ν. Κατσούρη -ο κατάλογος είναι μακρύς-, αποτελούν σηματωρούς για την κυπριακή λογοτεχνία αλλά και τις νεότερες γενιές, που, κατά τη γνώμη μου, δεν υπολείπονται σε ταλέντο, ενώ, επιπρόσθετα, διακρίνονται από μια ευρύτατη γνώση των σύγχρονων λογοτεχνικών και ποιητικών ρευμάτων, ίσως ευρύτερη από των προηγουμένων. Τολμώ να πω, μάλιστα, χωρίς να υπεισέρχομαι σε απαρίθμηση ονομάτων, πως μερικοί εξ αυτών γράφουν ποίηση ισοϋψή με την καλύτερη που γράφεται σήμερα στον ελληνικό χώρο.

Ωστόσο, με λύπη μου διακρίνω μια έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίας μεταξύ των λεγόμενων «γενεών», ενός πραγματικού διαλόγου για τα πεπραγμένα της παραχθείσας και παραγόμενης λογοτεχνίας μας, για τις συνέχειες και τις ασυνέχειες, τις ενδεχόμενες ρήξεις και μετατοπίσεις μέσα στο κυρίαρχο μοντερνιστικό παράδειγμα.

Προσωπικά, αισθάνομαι να συνομιλώ, περίπου βοών εν τη ερήμω, μόνο με μερικούς συνομηλίκους μου, μέσα στην πλήρη αδιαφορία και άγνοια για το τι παράγεται σήμερα, τόσο από την κυπριακή κοινωνία, όσο και από τους προηγούμενους δημιουργούς. Υπάρχουν λόγοι γι’ αυτό, αλλά δεν είναι της παρούσης. Ίσως, το διεισδυτικό βιβλίο του ποιητή και κριτικού Παναγιώτη Νικολαΐδη, «Η γενιά της κατοχής και της αφθονίας», που κατοχυρώνει γραμματολογικά, ως όνομα, τη νέα ποιητική γενιά, βάλει, επιτέλους, μερικά πράγματα στη θέση τους.

Κυπριακό ιδίωμα. Τι σημαίνει για σένα αυτή η τόσο ιδιαίτερη γλώσσα;

«Το νερό που πίνουμε, ο αέρας που αναπνέουμε, το ψωμί που τρώμε…».

Το μελίρρυτο ποτάμι, που ποτίζει τα άγονα και τις αγωνίες της ζωής μας. Ωστόσο, με θλίβει ο σταδιακός εκφυλισμός του σε στοιχείο του φολκλόρ, καθώς και η πολιτική του χειραγώγηση, για τις ανάγκες μιας ύποπτης και ιστορικά ανεδαφικής πολεμικής των «ταυτοτήτων».

Η πολιτική του πολιτισμού

Έχουμε περιθώρια να αναπτύξουμε τον πολιτισμό στην Κύπρο σε σημείο που κάποια στιγμή να είμαστε περήφανοι γι’ αυτόν και με ποιον τρόπο μπορούμε να τον αναδείξουμε;

Φρονώ ότι έχουμε τεράστιες δυνατότητες, ως χώρα, παρά το… λιλιπούτειο του πληθυσμού και του χώρου. Κατ' αρχήν, έχουμε έναν πλούσιο σε ιστορία και επιτεύξεις πολιτισμό, μια ζείδωρη πολιτισμική κληρονομιά που αρύεται από πολλές πηγές και εκχύεται σε πολλαπλές γόνιμες διασταυρώσεις.

Κατά δεύτερον, έχουμε ένα εξαιρετικά αξιόλογο καλλιτεχνικό δυναμικό, σε όλες τις σφαίρες της καλλιτεχνικής δημιουργίας - στον κινηματογράφο, που πετυχαίνει σημαντικές διεθνείς διακρίσεις τα τελευταία χρόνια, στο θέατρο, στα εικαστικά, στη λογοτεχνία, στον χορό, στη φωτογραφία, κ.λπ. Υπάρχουν, ωστόσο, σοβαρές παθογένειες σε επίπεδο πολιτισμικής ηγεσίας και πολιτιστικής πολιτικής, γεγονός που χαλιναγωγεί τη δημιουργική έξαρση και ώσμωση που συντελείται σε πυρηνικό επίπεδο. Και αυτό, παρά την ύπαρξη κάποιων εξαιρετικά καταρτισμένων ανθρώπων, με όραμα, εκεί στις Πολιτιστικές Υπηρεσίες, που δυστυχώς αποτελούν απελπιστικά έρημες… καλαμιές στον κάμπο.

Ένα άλλο αρνητικό στοιχείο, και εδώ μπορώ να μιλήσω και με γνώμονα την τριβή μου με το πολιτιστικό ρεπορτάζ, είναι το γεγονός ότι οι εκάστοτε Υπουργοί Παιδείας και Πολιτισμού διαχρονικά λειτουργούσαν και λειτουργούν μόνον ως Υπουργοί Παιδείας, αγνοώντας ή υποβαθμίζοντας τη διάσταση του πολιτισμού. Όμως, παιδεία χωρίς πολιτισμό, δεν μπορεί να υπάρξει. Και είδαμε πώς κατήντησε η παιδεία μας: Φροντιστήριο οργανωμένου αναλφαβητισμού, παιδαγωγείο παραπαιδευτικής κερδοσκοπίας, εκκολαπτήριο νεανικής παραβατικότητας, εντευκτήριο ασύδοτης διεκδίκησης και επιβολής συντεχνιακών συμφερόντων, σπούδαγμα αγράμματου τεχνοκρατισμού, άεργη θεραπαινίδα της αγοραίας επιχειρηματικότητας.

Επιβάλλεται, λοιπόν, ο πολιτισμός να αντικριστεί ως εθνική προτεραιότητα, να αποκτήσει, σε διοικητικό επίπεδο, τις δικές του ανεξάρτητες δομές και να ενισχυθεί οικονομικά από το Κράτος με τον επιβαλλόμενο τρόπο. Δυστυχώς, περιμένουμε εδώ και χρόνια τη δημιουργία υφυπουργείου Πολιτισμού ή την ουσιαστική αναβάθμιση των Π.Υ., αλλά τίποτα δεν γίνεται.

Όταν βλέπεις τον Πενταδάκτυλο με την τεράστια τουρκική σημαία 44 χρόνια μετά την εισβολή, πώς αισθάνεσαι;

Πόνο, οργή, θλίψη… Βλέποντας τον Πενταδάκτυλο, αισθάνεσαι να αναδεύουν οι πληγές της Ιστορίας μέσα σου. Είναι σαν να βλέπεις, χαραγμένη πάνω στην καρδιά του βράχου, την αμείλικτη ετυμηγορία της Ιστορίας σαν μιαν ανέκκλητη καταδίκη. Σαν ν’ ακούς, επαναληπτικά, την αφήγηση της διάπραξης ενός εγκλήματος έξω από δικαστήριο. Νομίζω ότι, ο Πενταδάκτυλος, παρά τα ποιήματα και τις μουσικές που του γράφουμε, είναι ο καθρέφτης της ταραγμένης, ενοχικής μας συνείδησης. Και ίσως γι’ αυτό τα γράφουμε.

Μίλησέ μας για τις εκδόσεις σου. Πόση αγάπη για τη λογοτεχνία χρειάζεται σήμερα από έναν άνθρωπο για να επιμένει να γράφει και να εκδίδει την ποίησή του;

Οφείλω να ομολογήσω ότι τις πρώτες μου εκδόσεις τις εξέδωσα με αρκετή… βαρυθυμία και διστακτικότητα. Είχα αρκετές αμφιβολίες γι’ αυτό που έκανα, οι οποίες συνοδεύουν μέχρι και σήμερα -ίσως, τώρα, μ’ έναν περισσότερο δημιουργικό και γόνιμο τρόπο-, το ποιητικό μου διάβημα. Αισθανόμουν σαν κάποιος που δεν ήξερε καλά-καλά τι είναι αυτό που κάνει και περίμενε, κάποια στιγμή, οι άλλοι να καταλάβουν.

Η ποίηση αναδύεται μέσα από τα πιο βαθιά, δυσεξιχνίαστα σκοτάδια του κορμιού και διαμορφώνεται, μορφικά, σαν αίνιγμα χωρίς επίλυση. Ακόμα και σε σένα που το γράφεις, προκαλεί περισσότερα ερωτήματα και απορίες, παρά την καθησυχαστικότητα της περατωμένης μορφής. Ωστόσο, είσαι πιασμένος σ’ αυτό το δίχτυ της γραφής, δεν μπορείς να ξεφύγεις, παρά μόνο για να εμπλακείς πιο βαθιά στις αρθρώσεις και στους κόμβους του.

Τι ετοιμάζεις αυτόν τον καιρό;

Όσο κι αν ακούγεται παράξενο για κάποιον που ολόκληρη σχεδόν τη ζωή του γκρινιάζει για έλλειψη χρόνου -δημοσιογραφία, γαρ-, γράφω αρκετά πράγματα, που, στην ανάπτυξή τους, διασταυρώνονται με τον ρέοντα χρόνο και τα φορτία του. Γράφω αλληλουχίες πραγμάτων σε χρονικές επαλληλίες, σταθερά επανερχόμενος στην ήδη συσσωρευθείσα ύλη. Έτσι, τα περισσότερα ποιήματα μορφοποιούνται απρογραμμάτιστα, εκτός σχεδίου και… προσδοκίας.

Αυτήν ακριβώς την περίοδο ετοιμάζω μια ποιητική συλλογή εμψυχωμένη από τα σιωπηρά συμπαρομαρτούντα της… λοξής συνομιλίας μας με τον επιστήθιο φίλο μου Τίτο Χριστοδούλου, πνεύμα τρυφερά τραχύ και φανατικά… οξύμωρο, που δορκάζει, επιστητά και ανεπίστητα, επί πτερύγων ανέμων, και το δεύτερο βιβλίο της ποιητικής μας σύμπραξης με τον επίσης επιστήθιό μου ποιητή Παναγιώτη Νικολαΐδη. Το πρώτο εκδόθηκε τον Ιούλιο 2017, υπό τον τίτλο «Μια στο λευκό και δυο στο μαύρο - Σονάτα για την αφαίρεση», από τις εκδόσεις «Θράκα». Πρόκειται για ένα πείραμα ποιητικής κοινοκτημοσύνης, όπου σχεδόν τα πάντα είναι γραμμένα και από τους δύο, το οποίο ελπίζω να μετεξελιχθεί σ’ ένα πείραμα ποιητικής… ακτημοσύνης, που δεν θα ανήκει, εν τέλει, σε Κανέναν.

Λογοτεχνία και ποδόσφαιρο...

Θεωρώ ότι το ποδόσφαιρο, ως κοινωνικό φαινόμενο, αλλά και ως ανθρώπινη δραστηριότητα είναι έκφανση του πολιτισμού και αυτού που ονομάζουμε «κουλτούρα». Οι διαστάσεις του είναι πολλαπλές και πολύμορφες. Η ίδια η γένεση, η ανάπτυξη και η εξέλιξή του έχουν βαθιές ρίζες στην κοινωνική, πολιτική και πολιτισμική ιστορία των κοινωνιών. Και αν δεν το αντικρίσει κανείς μέσα από αυτόν τον πολύπλευρο φακό, δεν θα μπορέσει να αντιληφθεί τις σύνθετες διαστάσεις του, τι ακριβώς είναι και τι αντιπροσωπεύει.

Προφανώς, είναι μία από τις κατ’ εξοχήν εκφάνσεις της λαϊκής κουλτούρας, ασχέτως εάν σήμερα έγινε ένα προϊόν πολυτελείας για τους VIPs και τους οικονομικά ισχυρούς, έρμαιο της κερδοσκοπίας των πολυεθνικών εταιρειών. Γι’ αυτό, ακριβώς, το στοιχείο της λαϊκότητας και καλλιτεχνικότητάς του έχει χαρακτηριστεί ως η «όπερα των φτωχών», αλλά και ως «ποίηση εν κινήσει» (Poetry in motion). Ως τέτοιο, δεν θα μπορούσε να άφηνε αδιάφορη την τέχνη και τη λογοτεχνία. Και είναι πάμπολλοι οι λογοτέχνες, οι ποιητές και οι καλλιτεχνικοί δημιουργοί που έχουν εμπνευστεί από αυτό και ασχοληθεί με όλες αυτές τις διαστάσεις του.

Θα μπορούσες να μοιραστείς μαζί μας ένα αγαπημένο σου ποίημα;

Από τη συλλογή «Έλικας φανταστικού ελικοπτέρου» (Εκδόσεις «Φαρφουλάς», 2010)

Παλιάτσοι
(Σχεδίασμα πάνω στο ομώνυμο ποίημα του Μ. Χόλουπ)

«Οι παλιάτσοι πού πηγαίνουν;
Πού κοιμούνται οι παλιάτσοι;
Τι τρώνε οι παλιάτσοι;
Τι κάνουν οι παλιάτσοι
όταν κανένας
μα κανένας απολύτως
δεν γελά πια
Μανούλα;»

Λοιπόν...
Οι παλιάτσοι ξαναγυρίζουν
στο τσίρκο
κοιμούνται πάνω στην παλιατσαρία τους
τρώνε τις σαβούρες απ’ τα αστεία τους
κάνουν το νούμερό τους
στα θηρία
Τώρα που κανένας
μα κανένας απολύτως
δεν γελά πια
Μανούλα