Σημερινή

Παρασκευή, 21/09/2018
RSS

Ανιστορώντας παρακαταθήκες

| Εκτύπωση | 17 Ιούνιος 2018, 18:00 | Της Χρυσοθέμιδας Χατζηπαναγή

ΣΤΕΛΛΑ ΣΠΥΡΟΥ: H ΑΕΝΑΩΣ ΙΣΤΟΡΟΥΣΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΔΑ ΚΕΡΥΝΕΙΑ

ΜΕ ΠΗΓΑΙΑ ΦΩΝΗ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΚΑΤΑΠΑΥΣΤΑ ΑΝΙΣΤΟΡΕΙ ΚΙ ΑΝΙΣΤΟΡΕΙ ΤΙΣ ΙΕΡΕΣ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΤΗΣ. ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΕΙ ΤΟ ΑΝΑΠΟΔΡΑΣΤΟ ΧΡΕΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ, ΥΠΟΜΙΜΝΗΣΚΟΝΤΑΣ ΜΑΣ ΤΗΝ ΑΡΕΤΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΟΛΜΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΕΠΑΛΞΕΩΝ ΤΟΥ ΔΙΚΟΥ ΤΗΣ ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΥ ΗΘΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΑΧΗΤΙΚΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΤΗΣ ΦΡΟΝΗΜΑΤΟΣ


Η Στέλλα Σπύρου, ελεύθερη πια, θα έχει επιστρέψει κι αληθινά «αδούλωτη» θα κατοικεί στο σπίτι της, που δεν μπορούσε να ήταν σε άλλο δρόμο παρά στην οδό Ελλάδος 98. Σαν άλλη Ρήγαινα, τώρα θ’ ανοίγει διάπλατα το παράθυρο του αρχοντικού της και θα θωρεί, πέρα από την προκυμαία, το λιμάνι και το κάστρο με το αρχέγονο καράβι, τις κορφές του Πενταδακτύλου να ορθώνουν περήφανες το Αββαείο, τον Κουτσοβέντη, το Βουφαβέντο και τον Άη Λαρκό

Έφυγε πρόσφατα, αφήνοντάς μας με τον πόνο της πρόωρης αναχώρησής της· παρότι μας προμηνούσε με τον Όμηρο από καιρό το «νόστιμον ήμαρ» για την εκπλήρωση του πολύπαθου πόθου και του απόρθητου νόστου της καρδιάς της: «Οι ψυχές πετούν όπου αγαπούν». Και τώρα, ωσάν παραμυθία «αύρας λεπτής» αφουγκραζόμαστε τα ψαλμικά φθογγόσημα και τα ελληνοπρεπή ηδύφθογγα της ποιητικής της ανάτασης: «Ταξιδεύω επί πτερύγων αγγέλου,/στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον της Ελληνίδας Κερύνειας».

Και τώρα, καθώς την βλέπουμε αναγεννημένη και αείζωη να σκύβει ευλαβικά και να προσκυνεί με κατάνυξη το γενέθλιο χώμα της πατρογονικής γης, νιώθουμε την πνοή της ασίγαστη να μας ορμηνεύει και άσβηστη φλόγα να μας καίει τα σπλάχνα: «Ζωή χωρίς την Κερύνεια μας,/δεν είναι Ζωή». Και όσο δικοί μας και ξένοι θα τη διαγράφουν από τον χάρτη του ξεχασμένου «δεν ξεχνώ» των «αχαρτογράφητων» συνόρων μας, εκχωρώντας την στον κατακτητή, άλλο τόσο η μεγάλη Κερυνειώτισσα της αθάνατης ελληνικής ψυχής θα επαγρυπνεί και θ’ αφυπνίζει την κοιμισμένη μας συνείδηση.

Επειδή η Στέλλα Σπύρου, ελεύθερη πια, θα έχει επιστρέψει κι αληθινά «αδούλωτη» θα κατοικεί στο σπίτι της, που δεν μπορούσε να ήταν σε άλλο δρόμο παρά στην οδό Ελλάδος 98. Σαν άλλη Ρήγαινα, τώρα θ’ ανοίγει διάπλατα το παράθυρο του αρχοντικού της και θα θωρεί, πέρα από την προκυμαία, το λιμάνι και το κάστρο με το αρχέγονο καράβι, τις κορφές του Πενταδακτύλου να ορθώνουν περήφανες το Αββαείο, τον Κουτσοβέντη, το Βουφαβέντο και τον Άη Λαρκό.

Και ιδέστε, που καθαγιασμένη την τυλίγει το μύρο της αγαπημένης θάλασσας της Κερύνειας της και μ’ ένα «φτερό χελιδονιού βουτηγμένο» στα βαθυγάλανα νερά και στ’ ανεξίτηλα χρώματά της «αενάως ιστορεί» μύριες ομορφιές κι ευωδιές μεθυστικές περιβολιών, τις πανάρχαιες και τις νεότερες μνήμες των θρύλων και της Ιστορίας της από τον Πράξανδρο κα τον Κηφέα μέχρι τον Ακρίτα και τον Μάτση· τις κεντημένες πέτρες των μνημείων, τους αμύθητους θησαυρούς της Λάμπουσας και το αυθεντικό υφάδι της λαϊκής της παράδοσης.

Και ιδού που χαιρετά τους γνώριμούς της στεριανούς και τους παλαιικούς θαλασσινούς, τους αγέρωχους εκείνους καραβοκύρηδες και τους ταπεινούς ψαράδες, αναπέμποντας εγκάρδια προσευχή σε ολοφώτεινους Αρχαγγέλους και σεπτούς Αγίους, μα πρώτα στις Μεγαλόχαρες Παναγίες της πόλης της, από τη Χρυσοπολίτισσα και τη Χρυσοκάβα, έως τη Φανερωμένη και τη Γλυκιώτισσα.

Υπομιμνήσκοντας την αρετή

Με πηγαία φωνή και γλώσσα ελληνική ακατάπαυστα ανιστορεί κι ανιστορεί τις ιερές παρακαταθήκες του τόπου της. Για να μας υπενθυμίζει το αναπόδραστο χρέος προς την πατρίδα, υπομιμνήσκοντάς μας την αρετή και την τόλμη επί των επάλξεων του δικού της αγωνιστικού ήθους και του μαχητικού εθνικού της φρονήματος, της αφειδώλευτης προσφοράς προς τον συνάνθρωπο και της παιδαγωγούσας αγάπης προς τους μαθητές της. Όλα εκείνα τα πατριωτικά και ανθρωπιστικά ιδεώδη, που απέδειξε έμπρακτα ως αγωνίστρια της ΕΟΚΑ κατά τον Απελευθερωτικό μας Αγώνα, άγρυπνη φρουρός και συμπαραστάτισσα των στρατιωτών και των γυναικόπαιδων κατά την εισβολή τον τραγικό Ιούλιο του 1974 και εγκλωβισμένη δασκάλα επί διετίαν στο Μπέλλαπαϊς· όπως και άλλες τόσες αψευδείς μαρτυρίες πράξεων γενναιότητας και αυτοθυσίας, που ευσύνοπτα εγκωμίασε στο αναθηματικό δημοσίευμά του ο φίλος και συναγωνιστής της Αντρέας Κελέσιης.

Ωστόσο, οι ηρωικές της μέρες επισφραγίζονται με τα σπουδαία έργα της συγγραφικής της κατάθεσης, όλα σχεδόν εμπνευσμένα από την Κερύνεια, την ιστορία και τα πολιτισμικά της δρώμενα, από τον δικό της εγκλωβισμό και την προσφυγιά των συμπολιτών της, θησαυρίσματα πολύτιμα, που εμπλουτίζουν την κερυνειώτικη βιβλιογραφία. Έτσι, η αγαπημένη μας Στέλλα θα είναι παντού και πάντοτε παρούσα· με τη δύναμη του πνεύματος και την καλλιέπεια του λόγου της μέσα από τις πολύμορφες και πολυσχιδείς σελίδες των βιβλίων της να συμπληρώνουν το δυσαναπλήρωτο κενό της απουσίας της.

Αξιόλογη, κατ’ αρχήν, η συνεισφορά της, όταν υπηρετούσε ως αποσπασμένη φιλόλογος στην υπηρεσία ανάπτυξης προγραμμάτων του Υπουργείου Παιδείας, αναλαμβάνοντας την επιμέλεια, επιλογή και επεξεργασία κειμένων σε συνεργασία με άλλους συναδέλφους της για την έκδοση των σχολικών εγχειριδίων «Της Πατρίδας Χώματα»(1985) και «Το Καράβι της Κερύνειας»(1987). Ήταν τα πρώτα δύο βιβλία, προ της έκδοσης «Η Κατεχόμενη Γη μας»(1991), που καλλιεργούσαν την πατριδογνωσία, διατηρώντας ζωντανή τη μνήμη καθηγητών και μαθητών για τα τουρκοσκλαβωμένα εδάφη μας και σφυρηλατώντας την αγωνιστική θέληση για επιστροφή.

Η αείμνηστη όμως συγγραφέας δεν γνοιάστηκε μόνο τους μεγαλύτερους μαθητές αλλά και τους μικρότερους, εκδίδοντας τα παιδικά της «Τρεις ψυχούλες βροχής»(1997) και «Ένα Δύο Τρία-για μικρούς το ένα και για μεγάλους»(2009), αμφότερα ηθοπλαστικού και πατριδογνωστικού περιεχομένου με τα ρόδινα ακρογιάλια και τους ολάνθιστους κήπους της Κερύνειας, τα κερυνειώτικα καράβια και τα κυκλάμινα του Πενταδακτύλου να διανθίζουν τις σελίδες τους μαζί με την έγχρωμη εμβληματική τους εικονογράφηση από την Ελένη Λάμπρου το πρώτο και το δεύτερο από τη Στέλλα Σεκκίδου-Παπαδημητρίου. Συγκινησιακά φορτισμένα τ’ ακροτελεύτια αντιστοίχως μηνύματά τους:

«Η Στέλλα ζει πάντα στην Κερύνεια και μαζεύει κυκλάμινα κάθε Άνοιξη». «-Εδώ θα είμαι πάντα, είπε ύστερα το κοχύλι, εδώ θα είμαι. Θα σε περιμένω εδώ, στην άκρη των κυμάτων». Ακαταλάγιαστος ο καημός μακριά από τη γενέτειρα, παρόμοιος με τον καημό της Ρωμιοσύνης για τις αλησμόνητες πατρίδες της Μικρασίας, καθώς έγραφε σ’ ένα λογοτεχνικό της αφήγημα στο Ημερολόγιο του Συνδέσμου Μικρασιατών Κύπρου το 2017.

Και εδώ κάνω την παρένθεση: Με τη Στέλλα βρεθήκαμε πριν από μερικά χρόνια, προσκεκλημένες από κάποιο Γυμνάσιο, να μιλούμε στα παιδιά για τις τουρκοκατεχόμενες πατρογονικές μας εστίες. Μαζί μας και η φίλη Αντωνία Προδρόμου με μικρασιατική καταγωγή. Και οι τρεις σμίξαμε σε ένα τον Αισχύλειο «μνησιπήμονα πόνο» μας, η Στέλλα για την Κερύνεια της, εγώ για την Αμμόχωστό μου και η Αντωνία για τη Σελεύκεια της γιαγιάς και το Ανεμούριο της μητέρας της.

«Δακρύων ποταμοί» επιγράφει η Στέλλα ένα από τα τελευταία κεφάλαια των πεζόμορφων ποιητικών της σκέψεων, που συναρθρώνονται στο κομψό της βιβλιαράκι υπό τον τίτλο «Ελάσσονα» (2014). Η αναφορά εδώ του Μαίανδρου, του Σκάμανδρου και του Σαγγάριου της Μικρασίας, ανάμεσα σε άλλους ποταμούς της Ελλάδας και της Κύπρου, της φέρνει στη μνήμη τον κερυνειώτικο χείμαρρο κοντά στο σπίτι της δικής της γιαγιάς.

Μια τοιχογραφία του κόσμου της Κερύνειας

Το 2008 κυκλοφορεί την αριστοτεχνική της ποιητική συλλογή «Αενάως ιστορώ» με σχέδια του Α. Κελέσιη, «σηματωρούς» στίχους της οποίας σταχυολογήσαμε ήδη προλογικά. Τα ποιήματα συνθέτουν μιαν απέραντη τοιχογραφία του όμορφου κόσμου της Κερύνειας, με ονόματα μιας πλειάδας αξέχαστων φίλων, τεθνεώτων και ζώντων, που «έρχονται όλοι στις γιορτές, όλοι Κερυνειώτες/και όσοι ακόμη δεν έχουν γεννηθεί». Από τα συντρίμμια του 1974 η ποιήτρια ανασταίνει τ’ αχειροποίητα έργα των χειρών τους, εμφυσώντας πνοή ζωής σε όλα τα πλάσματα της παραδείσιας γης, της ιχθυόεσσας και πολύφλοισβης Ομηρικής της θάλασσας.

Κι ακόμη, λευτερώνει τις εκκλησιές και τα σχολεία ξανακτίζει, τα σπίτια και τα μοναστήρια, για να μην πνίγεται η ψαλμωδία του Αντιφωνητή στο αντηχείο του μουεζίνη. Οι βαθιές ρίζες, που τη δένουν σαν ομφάλιος λώρος με τη γη της, απηχούν ενδεικτικά ως επωδός στους τελευταίους στίχους τριών ποιημάτων της: «ανύστακτη,/ν’ ακούω να θωρώ την Κερύνεια,/να μεταγγίζομαι το αίμα της.», «ελιά ασημόφυλλη γίνομαι,/ριζώνω, να ριζώνω στα χώματά της.», «στης Κερύνειας τα κύματα τα ζείδωρα,/αναβαφτίζομαι.».

Εξάλλου, το δηλώνει ρητά και η ίδια στην εισαγωγή του τόμου, που εξεπόνησε υπό τον τίτλο «Η μικρά ημών πόλις Κερύνεια» (2005): «Την Κερύνεια με τις ρίζες τις αρχαίες σαν πέτρες, τη διψασμένη για ζωή και γνώση, προσπαθώ ν’ αναστήσω μέσα από τις εφημερίδες που διάβαζαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας». Σύμφωνα με τον διευκρινιστικό υπότιτλο «Ερανίσματα περί Κερυνείας εξ εφημερίδων παλαιών 1879-1912», πρόκειται για συλλογή από 13 κυπριακές εφημερίδες της εποχής κοινωνικο-πολιτικών και πολιτισμικών ειδήσεων, που αποτυπώνουν γλαφυρά ποικιλώνυμες εκφάνσεις της αλλοτινής ζωής στην Κερύνεια στο διάστημα μεταξύ δύο κομβικών χρονολογιών. Επισημαίνει με την ποιητικότητα του λόγου της ανάμεσα σε άλλα σημαντικά:

«Οι ειδήσεις παρατίθενται αυτούσιες, για να ρέει η γλώσσα με τη μουσικότητα, το άρωμα και την ποίησή της, για να κάνει το γαλάζιο της κερυνειώτικης θάλασσας ν’ αχνίζει, το δειλινό της φως μαγικό, το αείρροο εθνικό της δάκρυ παντοδύναμο, για να διώχνει τη δουλοφροσύνη και την ηττοπάθεια, για να εμπλουτίζει τις βρύσες της Μνήμης τις αστείρευτες».

Καθώς επί σειράν ετών εργάστηκε στο Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, θα διψούσε να ασχοληθεί με έρευνες και μελέτες των προσωπικών της ενδιαφερόντων, όπως τεκμαίρεται και από τις τρεις κατοπινότερες εκδόσεις των επίπονων και άκρως αξιόλογων εργασιών της: «επί του κλειδοκυμβάλου-Αναζήτηση των πρώτων μουσικοδιδακάλων κλειδοκυμβάλου 1845-1927»(2009), που αναφέρεται στους πρώτους δασκάλους πιάνου στην Κύπρο, σε φιλαρμονικές, ωδεία και μουσικές σχολές, συναυλίες και μουσικοφιλολογικές εκδηλώσεις στον τόπο μας, σύμφωνα με πληροφορίες από τον Ελληνικό Κυπριακό Τύπο κατά την περίοδο κυρίως 1880-1927.

Εξίσου μνημειώδη πηγή πληροφοριών αποτελεί το Χρονικό της «Φως Παιδείας-Ελληνικόν Γυμνάσιον Κυρηνείας, Σύλλογος Αποφοίτων (ΣΑΓΚ), που αρυόμενη τις περισσότερες πληροφορίες από τις εφημερίδες «Ελευθερία» και «Έθνος», από συνεντεύξεις Κερυνειωτών, μέλη του ΣΑΓΚ και βιβλία, αναδεικνύει τη δράση και την πνευματική προσφορά του Ελληνικού Γυμνασίου Κυρηνείας από τους πρώτους απόφοιτους του έτους 1942-43 μέχρι το 1974.

Στις ωχρές σελίδες των παλαιών ελληνοκυπριακών εφημερίδων ερείδεται επίσης το πρωτότυπο έργο της, καρπός και πάλι χαλκέντερης εντρύφησης, με τίτλο «Εν Κυρηνεία 1897-1974» και προϊδεαστικό υπότιτλο «Ηυλογήθησαν τα μνήστρα καλλίστου νέου μετά σεμνοπρεπούς χαριεστάτης δεσποσύνης». Στο πρώτο μέρος προβάλλονται οι ευτυχισμένες μέρες και οι χαρμόσυνες καλές ώρες των ανθρώπων της Κερύνειας μέσα από τις κοινωνικές στήλες των αγγελιών (ευ-αγγελιών) των μνήστρων και γάμων των παλαιότερων και νεότερων γηγενών, των νεήλυδων, των απόδημων και επαναπατρισθέντων, προσκλητήρια και αναγγελίες τέλεσης γάμων και αρραβώνων είτε συγχαρητηρίων με τη γραφικότητα της λογίας γλώσσας της εποχής, όπου εμφαίνεται η κοινωνικο-οικονομική τάξη και επαγγελματική ιδιότητα των μελλονύμφων ή νεονύμφων Κερυνειωτών/Κερυνειωτισσών. Οι σελίδες του δευτέρου μέρους περιλαμβάνουν φωτογραφικά στιγμιότυπα αρραβώνων και γαμήλιων τελετών.

«Στην Κερύνεια επί πτερύγων αγγέλου»

Στο βραβευμένο της βιβλίο «Στην Κερύνεια επί πτερύγων αγγέλου», όπου αποτυπώνει με λυρική ποιητικότητα πικρές μνήμες και ζωντανά βιώματα από τον εγκλεισμό της στο «Ντόουμ» και στο Μπέλλαπαϊς, ανακαλώντας συνειρμικές καταγραφές και ιστορικές ειδήσεις από το παρελθόν της Κερύνειας, με εξομολογητικούς τόνους ιστορεί: «Γράφω να περισώσω τις γαλανές ώρες, την οδύνη, την πίκρα, τα φευγαλέα κι άπιαστα συμβαίνοντα, την εγκαρτέρηση, την απελπισία, τα χρώματα ανατολής και δύσης, τις αγέραστες ιστορίες της γιαγιάς, τις παραδόσεις, έθιμα παλιά, καπετάνιων ονόματα, καραβιών, μύθους, αναλαμπές ψυχής και νου, σκαλιστά πλουμίδια, ονόματα δασκάλων, δρόμων, ανθρώπων, ανέμους, άλλα πολλά που μοιάζουν να μην έχουν συνοχή. Μήνες εγκλεισμού».

Και αν στο τέλος συνόψιζε «Η Κερύνεια δεν έχει τέλος», η Στέλλα Σπύρου της Κερύνειας ετελειώθη με τη σφραγίδα της δωρεάς μέσα στα Έργα και τις Ημέρες της. Προφητική η φωνή της στον επίλογο του βιβλίου και της ζωής της: «Ζω στην Κερύνεια στον περασμένο, τον τωρινό και στον μελλοντικό της άφθαρτο χρόνο».