Σημερινή

Τρίτη, 25/09/2018
RSS

«Ποίηση είναι μια ψαριά στη θάλασσα των λέξεων»

| Εκτύπωση | 17 Ιούνιος 2018, 18:00 | Του Πόλυ Κυριάκου

Αθανασία Γιασουμή: ΠΑΡΑΤΗΡΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΑΠΟ ΕΝΑ… ΚΑΦΕΝΕΙΟ

ΑΝ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΔΕΝ «ΜΟΝΑΣΕΙ» ΜΕΣΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΑΘΕΙ ΝΑ ΑΦΟΥΓΚΡΑΖΕΤΑΙ ΤΗ ΣΙΩΠΗ ΤΟΥ, ΔΕΝ ΘΑ ΜΠΟΡΕΣΕΙ ΝΑ ΚΑΘΟΛΙΚΕΥΣΕΙ ΤΟ ΒΙΩΜΑ ΤΟΥ, ΕΙΤΕ ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΕΙΤΕ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟ. ΓΕΝΙΚΕΥΟΝΤΑΣ, ΣΤΗ ΦΥΣΗ ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΗ ΜΕΤΑΒΛΗΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΥΝΝΕΦΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ, ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΠΛΗΡΗ ΑΤΑΡΑΞΙΑ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ

«Νομίζω ότι ποίηση και στίχος πάνε μαζί και ότι το μέτρο που ενώνει αυτά τα δύο δεν πρέπει να είναι φαινομενικό, αλλά ουσιαστικό. Δεν γράφω ποίηση ή στίχο μετρώντας τις συλλαβές. Ακολουθώ τον μέσα μου ρυθμό»


Ανάμεσά μας ζουν και δημιουργούν άνθρωποι με ταλέντο και ψυχισμό. Άλλοτε τους γνωρίζουμε, άλλοτε όχι. Πολλοί εξ αυτών δεν στριφογυρίζουν ούτε σε κανάλια, ούτε σε ραδιόφωνα, ούτε σε τίτλους εφημερίδων. Είναι παρόντες, όμως, εκεί που η ψυχή προστάζει. Η Αθανασία Γιασουμή περιφέρεται στις γειτονιές της ποίησης, κάπου ανάμεσα στην Κύπρο και την Ελλάδα.

Γεννημένη πολλά χρόνια μετά την εισβολή, ξέρει πολύ καλά την πληγή και την καταγράφει. Είδε, παρακολούθησε τη ζωή μέσα από ένα καφενείο, το καφενείο των γονιών της, απ’ όπου έμαθε πολλά. Το ονομάζει “παρατηρητήριό της”…
Αθανασία Γιασουμή, λοιπόν. Μέσα στα ταξίδια της ποίησης και της στιχουργικής της, πολλά υποσχόμενη και πολύ αισιόδοξη!

Από τις Βρυσούλλες στην Πάτρα, σαν να λέμε από την ποίηση στη φιλοσοφία και τανάπαλιν. Τι είναι ποίηση για σένα;

Ποίηση είναι μια ψαριά στη θάλασσα των λέξεων με τα δίχτυα της σιωπής. Την ποίηση, θεωρώ, την κάνει η σιωπή και όχι οι λέξεις. Αν ο ποιητής δεν «μονάσει» μέσα του και δεν μάθει να αφουγκράζεται τη σιωπή του, δεν θα μπορέσει να καθολικεύσει το βίωμά του, είτε αυτό είναι πραγματικό είτε φανταστικό. Γενικεύοντας, στη φύση όλα είναι ποίηση: από την ολοκληρωτική μεταβλητότητα του σύννεφου και της θάλασσας, μέχρι την πλήρη αταραξία της πέτρας.

Έχεις επενδύσει πολλά χρόνια σε σπουδές στη Φιλοσοφία, όπου σήμερα είσαι Υποψήφια Διδάκτωρ. Μέσα από αυτές τις σπουδές πώς ενδυναμώθηκε η αγάπη σου για την ποίηση;

Η φιλοσοφία μού έμαθε να ψάχνω πέρα από το φλούδι των λέξεων, για να παραφράσω τον ποιητή. Πέρα ακόμα και από το συναίσθημα, που είναι κυρίαρχο στην ποιητική τέχνη. Μέσα από τα κείμενα του Πλάτωνα έμαθα ότι ο πραγματικά εμπνεόμενος ποιητής είναι θεϊκά μαινόμενος και δεν αποσκοπεί στο να κερδίσει την εύνοια του ακροατηρίου (ή του αναγνωστικού κοινού του), αλλά στο να το παιδεύσει ψυχικά, μυώντας το στην αλήθεια.

Ο ποιητής, τρόπον τινά, λειτουργεί σαν ένας μεσίτης ανάμεσα στα θεία και στα ανθρώπινα. Η φιλοσοφία, λοιπόν, στάθηκε η αφορμή, αφενός για να μεστώσει η σκέψη μου γύρω από την ποίηση και την ίδια τη ζωή και, αφετέρου, ώστε να συνειδητοποιήσω ότι οφείλω να είμαι αληθινή απέναντι στον εαυτό μου και στον όποιον άλλο. Χωρίς αλήθεια, η τέχνη χάνει το πραγματικό της κάλλος.

Υψηλά ο πήχης

Ποια είναι η αίσθησή σου για την κυπριακή ποίηση;

Υπήρξαν κατά περιόδους σπουδαίοι Κύπριοι ποιητές, όπως ο Κώστας Μόντης, ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, ο Τεύκρος Ανθίας. Ποιητές που με τη γραφή τους ανέβασαν τον πήχη της κυπριακής λογοτεχνίας. Με λύπη μου, όμως, παρατηρώ πως όχι μόνο δεν μελετούμε την αξιόλογη ποίησή τους, αλλά και ελάχιστοι αισθανόμαστε ευθύνη απέναντι στην τεράστια παρακαταθήκη που μας κληροδότησαν.

Έπειτα, επειδή δεν μου αρέσει να είμαι απαισιόδοξη, οφείλω να πω ότι υπάρχουν και οι φωτεινές εξαιρέσεις νέων Κύπριων ποιητών, όπως, λόγου χάρη, ο Γιώργος Μαννούρης, ένας νέος που εκπροσωπεί πανάξια την Κύπρο μας στον χώρο της ποίησης αλλά και της μουσικής. Ενδεικτικά να αναφέρω ότι ο Γιώργος κέρδισε το 2016, σε ηλικία 23 ετών και όντας ο νεότερος νικητής στην ιστορία των αγώνων, τους τριακοστούς πρώτους Δελφικούς Αγώνες Ποίησης.

Είσαι νέα σε ηλικία. Η αίσθησή σου, όμως, για τη μικρή πατρίδα είναι υπαρκτή. Τι σε έκανε να σημειώσεις την υπόθεση της μοιρασμένης Κύπρου τόσο έντονα;

Είναι πολλοί οι παράγοντες που δεν μου επιτρέπουν να λησμονήσω αυτήν την αίσθηση. Κατά πρώτον, οι γονείς μου είναι και οι δύο πρόσφυγες, ο πατέρας μου από την Αμμόχωστο και η μητέρα μου από την Βατυλή. Μου έχουν διηγηθεί πολλές φορές ιστορίες για τον εμφύλιο σπαραγμό, το πραξικόπημα και την εισβολή. Τους βλέπω κάθε 15η Ιουλίου να κλαίνε με το άκουσμα των σειρήνων. Είναι ένα βίωμα που θα μείνει για πάντα ανεξίτηλο στην ψυχή μου. Κατά δεύτερον, το χωριό μου το χωρίζει από την Αμμόχωστο η Πράσινη Γραμμή.

Έχουμε, μάλιστα, το οδόφραγμα των Στροβιλιών. Μου ήταν δύσκολο να αποδεχθώ ότι πρέπει να δείξω την ταυτότητα ή το διαβατήριό μου για να επισκεφτώ το σπίτι των γονιών μου. Κατά τρίτον, ο παππούς μου έχει δολοφονηθεί από τον Τούρκο κατακτητή, έναν χρόνο μετά την εισβολή και ενώ πότιζε αμέριμνος το χωράφι του. Δεν τον γνώρισα ποτέ. Είναι ένα από τα «παράπονά μου».

Καφενείο… παρατηρητήριο

Ένα καφενείο σού χάρισε πολλές γνώσεις και εμπειρίες. Μίλησέ μας γι’ αυτό...

Το καφενείο μπήκε στη ζωή μου όταν ήμουν περίπου οχτώ χρονών. Έπρεπε, λοιπόν, να προσαρμόσω την παιδικότητά μου στο νέο εργασιακό περιβάλλον των γονιών μου. Δεν μπορώ να πω ότι δυσκολεύτηκα ιδιαίτερα, ούτε ότι οι δικοί μου μού στέρησαν κάτι. Πάντως, το καφενείο υπήρξε -και είναι ακόμα- ένα απίστευτο παρατηρητήριο για εμένα. Εκεί, μπορούσα με τις ώρες να παρατηρώ και να συναναστρέφομαι λογής-λογής ανθρώπους, να ερμηνεύω τις πράξεις, τα λόγια και τη συμπεριφορά τους και, παρατηρώντας τους, εν τέλει, να κατανοώ τη δική μου ανθρώπινη φύση. Το καφενείο, όσο κι αν ακούγεται περίεργο, με ωρίμασε απότομα. Έμαθα να διαχωρίζω τον εαυτό μου από το σύνολο και να ζυγίζω πιο καλά τις καταστάσεις.

Έχεις στο ενεργητικό σου δύο ποιητικές συλλογές. Κατάφερε αυτό το υλικό να βρεθεί στα χέρια των ανθρώπων; Πώς αντιλαμβάνεσαι τη διακίνηση της ποίησης στις μέρες μας;

Κακά τα ψέματα, στις μέρες μας η διακίνηση της ποίησης είναι πιο εύκολη μέσα από το διαδίκτυο, παρά μέσα από το βιβλίο. Προσωπικά αξιοποιώ και τα δύο μέσα για να κοινωνήσω το έργο μου. Πείτε με ρομαντική, αλλά το βιβλίο το προτιμώ. Οι συλλογές μου ήταν ένας τρόπος να τιμήσω τη μνήμη δύο ανθρώπων που με καθόρισαν. Την πρώτη μου συλλογή («Τα πρώτα ερωτικά και εφτά μικρές εναποθέσεις») την αφιέρωσα στον μέντορά μου, Γιώργο Σερδάρη, με την παρότρυνση και την καθοδήγηση του οποίου εμβάθυνα στην ποίηση και στον στίχο.

Τη δεύτερη συλλογή, την αφιέρωσα στη μνήμη του Αδάμου Καυκαρκού, ενός λαμπρού νέου με τον οποίον μεγάλωσα και που, δυστυχώς, χάθηκε πρόωρα από τη ζωή. Τους κουβαλώ πάντα μέσα μου και τους δύο, τον καθένα για διαφορετικούς λόγους. Όσο για το αν οι συλλογές μου έφτασαν στα χέρια των ανθρώπων, έχω να πω ότι έφτασαν στα χέρια εκείνων που επιθυμούσα να φτάσουν.

Ποίηση και στιχουργική

Κάποιες φορές ανάμεσα στα ποιήματά σου ξεφυτρώνουν στίχοι για τραγούδια. Ποίηση και στιχουργική μαζί;

Αυτό είναι αλήθεια, πάντως, δεν το κάνω επίτηδες! Νομίζω ότι ποίηση και στίχος πάνε μαζί και ότι το μέτρο που ενώνει αυτά τα δύο δεν πρέπει να είναι φαινομενικό, αλλά ουσιαστικό. Δεν γράφω ποίηση ή στίχο μετρώντας τις συλλαβές. Ακολουθώ τον μέσα μου ρυθμό.

Πού επιλέγεις να ζήσεις στο μέλλον. Κύπρο ή Ελλάδα;

Είναι και οι δύο πατρίδες μου. Δεν θα μπορούσα να επιλέξω μίαν από τις δύο, όπως επίσης και να αποκλείσω να διαμείνω και να εργαστώ μελλοντικά σε μια ξένη χώρα. Αρκεί να κάνω αυτό το οποίο έχω σπουδάσει και αγαπώ.

Δημιουργικά τι να αναμένουμε από εσένα σύντομα;

Έχω την τιμή να συμμετέχω στο ολοκαίνουργιο άλμπουμ της Ελένης Τσαλιγοπούλου με ένα κομμάτι σε στίχους δικούς μου και σε μουσική του Κώστα Μπουντούρη, ενός εξαίρετου νέου συνθέτη, με τον οποίον έχουμε στα σκαριά και άλλα κομμάτια. Χρωστάω ένα μεγάλο ευχαριστώ στην κυρία Τσαλιγοπούλου για την τιμή που μου έκανε να συμπεριλάβει το «Τελευταίο φιλί» «Στων φίλων τα σπίτια» και ανάλογο ευχαριστώ οφείλω στον Κώστα, που με τη μουσική του ευφυΐα ξανάγραψε τόσο μελωδικά τους στίχους μου. Τέλος, να πω ότι ετοιμάζουμε δύο κομμάτια, τα οποία εκτός απροόπτου θα κυκλοφορήσουν το 2019, με τον Διονύση Μπουκουβάλα, έναν επίσης αξιόλογο νέο συνθέτη.

Βιογραφικό

Γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1985 και μεγάλωσε στο χωριό Βρυσούλλες, της Επαρχίας Αμμοχώστου. Από παιδί προσπαθούσε να καταλάβει τον εαυτό της και τους γύρω της και είχε μια περίεργη δίψα για μάθηση. Τα παιδικά της χρόνια ήταν γεμάτα από παιχνίδι και ερωτήσεις, βόλτες με ποδήλατα με τον κολλητό της, αυτοσχέδια κρησφύγετα που έφτιαχνε με την αδερφή της στο περβόλι των δικών της, ιστορίες από τους πρόσφυγες γονείς της για το πραξικόπημα και την εισβολή του ‘74.

Όταν γύρω στα εφτά της έδειξε τα πρώτα ποιηματάκιά της στη μητέρα της, εκείνη την κοίταξε δύσπιστα, νομίζοντας ότι από κάπου τα είχε αντιγράψει. Για να πείσει τη μαμά της, έγραψε ένα ποίημα, παρουσία της, με θέμα τον φόνο του παππού της από τους Τούρκους. Το θυμάται ακόμα. Στα οχτώ της έπρεπε να προσαρμοστεί στο καινούργιο εργασιακό περιβάλλον των γονιών της.

Το καφενείο υπήρξε -και είναι- γι’αυτήν ένα μεγάλο σχολείο. Εκεί, έμαθε ότι οι καφέδες, όπως και τα ποιήματα, θέλουν τέχνη και αγάπη και ήρθε σε επαφή με λογής-λογής ανθρώπους. Συνέχισε να απομονώνεται και να γράφει. Στην εφηβεία της, η φιλόλογος θεία της την έφερε πρώτη φορά σε επαφή με γραπτά ποιητών όπως ο Ρίτσος και ο Καζαντζάκης. Στην τρίτη λυκείου γνώρισε την φιλόλογο Άντρη Σερδάρη, την οποία μέχρι σήμερα αποκαλεί «δεύτερη μαμά» και η οποία έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη μετέπειτα εξέλιξη και πορεία της.

Μέσω της Άντρης ήρθε σε επαφή με τον Γιώργο Σερδάρη, γνωστό Κύπριο μουσικοσυνθέτη. Με την παρότρυνση και την καθοδήγηση του Σερδάρη άρχισε να σκαρώνει τα πρώτα της στιχάκια για τραγούδια. Το «Τελευταίο φιλί», τραγούδι που συμπεριλαμβάνεται στο καινούργιο άλμπουμ της Ελένης Τσαλιγοπούλου, γράφτηκε όταν η Αθανασία ήταν είκοσι και κάτι και ήταν το πρώτο που ξεχώρισε στιχουργικά ο Σερδάρης. Παράλληλα με τους στίχους και την ποίηση, η Αθανασία άρχισε να μυείται στον πάντα ανεξερεύνητο κόσμο της φιλοσοφίας, μέσα από τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας.

Πήρε το πτυχίο της με σχεδόν άριστα, το μεταπτυχιακό με άριστα και είναι σήμερα υποψήφια διδάκτωρ Φιλοσοφίας στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές: την πρώτη το 2013 με τίτλο «Τα πρώτα ερωτικά και εφτά μικρές εναποθέσεις» και τη δεύτερη, δύο χρόνια αργότερα, με τίτλο «Η λήκυθος των άστρων» από τις εκδόσεις Bookstars-Γιωγγαράς. Ποιήματα και κείμενά της έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά περιοδικά όπως το «Poema» και η «Θράκα». Πρόσφατα, η Αθανασία διετέλεσε κριτής στον Πανελλήνιο Ποιητικό Διαγωνισμό της Βιβλιοθήκης Σπάρτου.

ΜΕΤΑΛΛΑΞΗ

Η ευκαιρία φορούσε περούκα
ήταν ο μόνος τρόπος να προσελκύσει πελάτες.
Εδώ που τα λέμε,
ένα κεφάλι γυμνό δεν θα το’θελε κανείς
γλιστερό κι απροσποίητο,
πρωτόπλαστο σαν την αλήθεια.
Ήταν ανάγκη το ξεγέλασμα,
ήταν ανάγκη,
κι όσο να πεις
η εποχή παρείχε αφειδώλευτα τεχνογνωσία:
Αν κάποιος θέλεις να γενείς
και στην κορφή να φτάσεις
επείγει από το τίποτα του κόσμου
να περάσεις.

(Από την ποιητική συλλογή «Η λήκυθος των άστρων»)