Σημερινή

Δευτέρα, 24/09/2018
RSS

Μάρκου Αυρηλίου «Τα εις εαυτόν»

| Εκτύπωση | 10 Ιούνιος 2018, 18:00 | Της Χρυσοθέμιδας Χατζηπαναγή

ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΙΝΕΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ AΡΧΟΝΤΟΣ

Ο ΕΥΠΑΙΔΕΥΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΔΡΕΙΟΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ, Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΤΩΝ ΠΕΝΤΕ ΑΓΑΘΩΝ ΚΑΙ ΕΥΣΕΒΩΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΩΝ, ΠΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΔΟΜΗΤΙΑΝΟΥ(96 Π.Χ.) ΕΩΣ ΤΗΝ ΑΝΟΔΟ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΔΟΥ(180 Μ.Χ.) ΟΡΙΟΘΕΤΟΥΝ ΤΟΝ ΛΕΓΟΜΕΝΟ ΧΡΥΣΟ ΑΙΩΝΑ ΤΗΣ ΡΩΜΑΪΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ, ΔΙΑΚΡΙΘΗΚΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΤΥΧΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΑΧΑΝΟΥΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΥΡΩΠΗ ΜΕΧΡΙ ΤΗ ΒΟΡΕΙΑ ΑΦΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΗ ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ

Ωστόσο, η αποκαλυπτική αποτύπωση των πλέον ορμέμφυτων πτυχών του εσωτερικού του κόσμου, που προσομοιάζει με τις χαρακτηρολογικές ψυχογραφήσεις των μεγάλων Ρώσων και Σκανδιναβών συγγραφέων, υπερβαίνοντας τα θεωρητικά δόγματα των στωικών, διδάσκει την έμπρακτη δράση και τη δημιουργική προσπάθεια αντιμετώπισης των δυσχερειών του βίου


Το ανύπαρκτο, κατ’ εξοχήν, σήμερα είδος του ηγέτη-φιλοσόφου ή τουλάχιστον του φιλοσοφημένου ηγέτη και ο εν πολλοίς ανεξέταστος βίος είτε ο αφιλοσόφητος εαυτός τού σημερινού ανθρώπου παραπέμπουν ακριβώς στους αντίποδες της αληθούς αυτής ομολογίας: στον Ρωμαίο αυτοκράτορα και στωικό φιλόσοφο Μάρκο Αυρήλιο, όπως και στο γνωμολογικό του έργο «Τα εις εαυτόν», προς εκπλήρωσιν αφενός της πρωταρχικής επιταγής στην Πλατωνική «Πολιτεία» περί φιλοσόφων-αρχόντων και αφετέρου της εκ του δελφικού παραγγέλματος Σωκρατικής προτροπής τού «γνώθι σαυτόν».

Ο ευπαίδευτος και ανδρείος αυτοκράτορας, ο τελευταίος των πέντε αγαθών και ευσεβών αυτοκρατόρων, που από τον θάνατο του Δομητιανού (96 π.Χ.) έως την άνοδο του Κόμμοδου(180 μ.Χ.) οριοθετούν τον λεγόμενο χρυσό αιώνα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, διακρίθηκε για την επιτυχή διακυβέρνηση της αχανούς επικράτειάς της, από την κεντρική Ευρώπη μέχρι τη βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή. Δεν κατατρόπωσε μόνο την εκεί αναγεννημένη δύναμη των Πάρθων, εξουδετερώνοντας στασιαστικές εξεγέρσεις, αλλά και πολέμησε εναντίον των γερμανικών φύλων στη Γαλατία και σε παραδουνάβιες περιοχές.

Είναι κατά τη διάρκεια των εκστρατειών αυτών, που τις νύχτες μέσα στο αντίσκηνο και καταδυόμενος στον βαθύτερο εαυτό του συνέγραφε υπό το φως του λύχνου με διάθεση φιλοσοφικής περίσκεψης το μνημειώδες οιονεί ημερολόγιό του, προκειμένου να λάβει ή να αναθεωρήσει αποφάσεις, τηρώντας τις αρχές του δικαίου και της ηθικής. Γνώμονας της πολυτάραχης ζωής και της εμπόλεμης δράσης του το υπεράνω της ματαιόδοξης υστεροφημίας συλλογικό καλό, το ύψιστο καθήκον προς την πατρίδα και το χρέος προς τους συνανθρώπους του. Προσφυώς, την πατριδογνωστική ταυτότητα και την οικουμενική του συνείδηση συνοψίζει επιγραμματικά ο ίδιος: «Ως Αυρήλιος έχω την Ρώμη πατρίδα, ως άνθρωπος τον κόσμο».

Το φιλοσοφικό κείμενο, του οποίου η διαίρεση σε δώδεκα βιβλία και επί μέρους κεφάλαια οφείλεται σε έναν από τους πρώτους εκδότες και ερμηνευτές του, μπορεί να στερείται αρχιτεκτονικής δομής και έντεχνης αισθητικής αξίας, διαπνέεται όμως από την ανεπιτήδευτη χάρη της μεταδοτικής αμεσότητας. Σε δύο χωρία (Γ,5 και Η,30) παρακινείται «ο εαυτός» ν’ αποφεύγει την «κομψείαν», να μην είναι «πολυρρήμων» και «πολυπράγμων», να ομιλεί «κοσμίως» και να μεταχειρίζεται τον «υγιή λόγον».

Συμβουλές κατ’ επέκτασιν προς τον μελλοντικό αναγνώστη του Αυρηλίου, παρότι δεν είχε πρόθεση να δημοσιοποιήσει τις αυτοβιογραφικές του σημειώσεις, παρεκτός επ’ ωφελεία, προφανώς, του κοινού καλού. Εξάλλου, παρά τις ακαλαίσθητες έως χονδροειδείς ενίοτε συμβολικές εικόνες και αλληγορικές μεταφορές, η θέρμη της καρδιάς μιας παλμώδους ενσυναίσθησης και η αποφθεγματικότητα της αναστοχαστικής του σκέψης, αναδεικνύουν την προσωπική σφραγίδα όχι κάποιας συστηματικής βιοθεωρίας, αλλά τον ψυχισμό των ανθρωποκεντρικών του συναισθημάτων.

Ο εξομολογητικός απολογισμός του Μάρκου Αυρηλίου, που αντανακλά ως εν κατόπτρω την τραγική τριλογία του εναγώνιου πόνου, της αέναης πάλης και της κατάκτησης εν τέλει της λυτρωτικής γαλήνης της ψυχής, δεν μπορεί να συγκριθεί με τις εξομολογήσεις άλλων περίοπτων βιβλίων. Καθότι, σύμφωνα με τον Felix De Giorgio, ο ιερός Αυγουστίνος στρέφεται κατά της φυσικής ζωής, ο Ρουσσώ τυφλώνεται από τον ρομαντισμό και το «Βιβλίον του Ιώβ» ανήκει στη θρησκευτική κατηγορία.

Οι δυσχέρειες του βίου

Ωστόσο, η αποκαλυπτική αποτύπωση των πλέον ορμέμφυτων πτυχών του εσωτερικού του κόσμου, που προσομοιάζει με τις χαρακτηρολογικές ψυχογραφήσεις των μεγάλων Ρώσων και Σκανδιναβών συγγραφέων, υπερβαίνοντας τα θεωρητικά δόγματα των στωικών, διδάσκει την έμπρακτη δράση και τη δημιουργική προσπάθεια αντιμετώπισης των δυσχερειών του βίου.

Μήτε και μπορεί να συσχετισθεί με το ασκητικό πνεύμα της χριστιανικής ηθικής στo πλαίσιo μιας παρερμηνευτικής πρόσληψης της Στοάς ως προδρομικής του Χριστιανισμού, ειμή μόνο μέσα από το κλασικό μέτρο της ιδιόρρυθμης ρεαλιστικής του έκφρασης· έτσι, το έργο τούτο της ύστερης Ελληνιστικής εποχής αποτελεί μοναδικό οδηγό παραινετικής διαχρονίας στην πορεία του ανθρώπου.

Δεν είναι τυχαίο, που παραμένοντας στην αφάνεια για μισή χιλιετηρίδα εντοπίστηκε κατά τον 10ο αιώνα από τον Βυζαντινό λεξικογράφο Σουίδα, ενώ αργότερα ο Ρενάν το ανακήρυξε «ευαγγέλιο», επειδή εξωτερικεύει το «ενδόμυχον μαρτύριον» του ανθρώπου, διευκρινίζοντας εκτενέστερα:

«Η ηθική του Μ. Αυρηλίου είναι μια ηθική που δεν ανήκει σε μια φυλή ούτε σε μια χώρα, και η ανάγνωση του βιβλίου του αφήνει μέσα μας ένα κενό, ταυτόχρονα ηδονικό και σκληρό, που δεν μπορεί να το ανταλλάξει κανείς με την πλήρη ικανοποίηση. Απέσπασε υψηλά την ηθική ομορφιά από κάθε οριστική θεολογία». Επισημαίνει, επίσης, ο Νίτσε επιγραμματικά ότι «τον άνθρωπο που υποφέρει τον τονώνει και τον ησυχάζει».

Πλην του Α΄ αμιγώς αυτοβιογραφικού βιβλίου, όπου ο επιφανής διανοούμενος Ρωμαίος αυτοκράτορας εκθειάζει όσους συνεισέφεραν στην οικοδόμηση της ελληνικής και ρωμαϊκής του παιδείας, από τους προπάππους και τους γονείς του μέχρι τους δασκάλους του, μεταξύ των οποίων ο Απολλώνιος, ο Μάξιμος και κυρίως ο Στωικός Ιούνιος Ρούστικος, στα άλλα έντεκα βιβλία αναπτύσσει κατ’ επανάληψιν τις κύριες ιδέες του, που διανθίζει με αναλύσεις αρχαίων ρήσεων, όπως του Ευριπίδη, του Πλάτωνα, του Ηράκλειτου κ.ά.

Το απαύγασμα της φιλοσοφίας του, που εγκύπτει σε θέματα της ζωής, της συμπεριφοράς του ανθρώπου, της μοίρας και του θανάτου, θα μπορούσε να αποκρυσταλλωθεί στο εξής: το να ζει κανείς σύμφωνα με τον «λόγο» σημαίνει να ζει κατά «φύσιν», καθότι αυτή συνιστά τη δραστική εκδήλωση του «λόγου». Αλλά το κατά «φύσιν» ζην εξισούται με το ζην εν «αρετή» με σκοπόν να επιτύχει την φιλοσοφική «αταραξία», ήτοι την απαλλαγή από τις αρνητικές επιδράσεις του εξωτερικού κόσμου στην ψυχή μας.

Συμβουλευτικά εικονογραφεί τον ενάρετο λόγο μιας νηφάλιας φυσιολογικής βιοτής: «Πέρασε, λοιπόν, διά του μικρού αυτού διαστήματος του χρόνου σύμφωνα με τη φύση, και τελείωσε το ταξίδι σου ευχαριστημένος, ακριβώς όπως μία ελιά πέφτει, όταν ωριμάσει, ευλογώντας τη φύση, η οποία την παρήγαγε και ευχαριστώντας το δένδρο πάνω στο οποίο αναπτύχθηκε».

Σταχυολογούμε ενδεικτικά παραθέματα ως οδοδείκτες βίου από τις σοφές παραινέσεις του Μάρκου Αυρηλίου, προτάσσοντας την εμβληματική αποφθεγματική υπόδειξη στα Αρχαία Ελληνικά, δείγμα εν ταυτώ της εύληπτης γλαφυρής του, επί κυριολεξίας εδώ, γραφής: «Ένδον σκάπτε· ένδον η πηγή του αγαθού και αεί αναβλύειν δυναμένη, εάν αεί σκάπτεις» (Ζ, 59). Με εξομολογητικούς τόνους εν είδει ικετήριας προσευχής εύχεται εκ βαθέων: «Θα είσαι ποτέ, ψυχή μου, καλή και απλή και μη διχασμένη με τον εαυτό σου […] χορτάτη, ώστε ουδεμία να έχεις στέρηση και τίποτε πλέον να επιθυμείς και ποθείς για την ικανοποίηση των ορέξεών σου; […] Θα γίνεις ποτέ τέτοια, ώστε να συμπράττεις με θεούς και ανθρώπους «ούτω συμπολιτεύεσθαι. Ως μήτε μέμφεσθαί τι αυτοίς μήτε καταγινώσκεσθαι υπ’ αυτών;» (Ι΄,1).

Και επειδή εσχάτως πολύς λόγος γίνεται για μελίσσια και μέλισσες, ιδού η παραβολική αναφορά: «Το τω σμήνει μη συμφέρον ουδέ τη μελίσση συμφέρει». Ένας άλλος αφορισμός, που συμπυκνώνει με φιλοσοφική σημειολογία το νόημα της ζωής, υπογραμμίζει τον αληθινό της προορισμό ως πανανθρώπινης αξίας, σύμφωνα με την παγκόσμια τάξη της φύσης: «Λίγος χρόνος σου υπολείπεται να ζήσεις. Ζήσε σαν να ήσουν πάνω σε ένα όρος. Διότι δεν διαφέρει αν μένεις εκεί ή εδώ, αρκεί μόνο να ζεις ως πολίτης της παγκόσμιας πολιτείας. Ας δουν οι άλλοι, ας κάμουν τη γνωριμία ανθρώπου αληθινού και “κατά φύσιν ζώντος!”»(Ι,15).

Ο Μάρκος Αυρήλιος, επί πλέον, δεν παραλείπει να τονίσει την εμπρέπουσα σχέση τού ανθρώπου με την τέχνη, που τον εξανθρωπίζει, καλλιεργώντας στην ψυχή του φιλότεχνου την υπέρτατη δημιουργική αρετή της δικαιοσύνης. Αξίζει να παραθέσουμε ως κατακλείδα ολόκληρη τη 10η παράγραφο του ΙΑ΄ βιβλίου από «Τα εις εαυτόν»:

«Ουδεμία φύση είναι χειρότερη της τέχνης· άλλωστε και οι καλές τέχνες μιμούνται τις φύσεις. Αν συμβαίνει αυτό, η τελειότερη φύση μεταξύ όλων των άλλων, που περιλαμβάνει και τις υπόλοιπες, δεν μπορεί να υπολείπεται της καλλιτεχνικής επινοήσεως. Όλες παρόμοια οι τέχνες δημιουργούν το κατώτερον ένεκεν του υψηλοτέρου. Το ίδιο, λοιπόν, πράττει και η παγκόσμια φύση. Και εξ αυτής γεννάται η δικαιοσύνη, από τη δικαιοσύνη πάλι απορρέουν οι υπόλοιπες αρετές. Διότι δεν θα τηρείται η δικαιοσύνη, εάν είτε ενδιαφερόμαστε για μεσαία πράγματα είτε απατώμαστε εύκολα ή εξ απροσεξίας σκοντάφτουμε ή είμαστε ασταθείς».