Σημερινή

Σάββατο, 17/11/2018
RSS

Ένας ακόμη «άγιος της φαντασίας»

| Εκτύπωση | 03 Ιούνιος 2018, 18:00 | Της Χρυσοθέμιδας Χατζηπαναγή

ΦΙΛΙΠ ΡΟΘ: Η ΠΟΛΥΔΙΑΣΤΑΤΗ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ ΜΙΑΣ ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΗΣ ΙΔΙΟΦΥΪΑΣ

«Ανήκω σε μια γενιά Αμερικανών συγγραφέων που γεννήθηκαν τη δεκαετία του ’30, μετά τον Χέμινγουεϊ - “μεθυσμένων” από τον καλλιτεχνικό ζήλο του Γκυστάβ Φλωμπέρ, το ηθικό βάθος του Γιόζεφ Κόνραντ, το μεγαλείο σύνθεσης του Χενρι Τζέιμς, οι οποίοι πίστευαν ότι έβαζαν πλώρη για μία ιερή αποστολή. Οι μεγάλοι συγγραφείς ήταν οι άγιοι της φαντασίας. Ήθελα κι εγώ να είμαι άγιος»

Ο ΦΙΛΙΠ ΡΟΘ ΠΙΣΤΕΥΕ ΣΤΗ ΜΟΝΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΛΗΘΙΝΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΠΟΥ ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΟΥΜΕ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΥΔΙΑΣΤΑΤΗ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ ΤΗΣ ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΗΣ ΤΟΥ ΙΔΙΟΦΥΪΑΣ


Ο θάνατος των κορυφαίων δημιουργών, αν θεωρείται ανά το παγκόσμιο μεγάλη απώλεια, άλλο τόσο το κεφαλαιώδες τους έργο μνημειώνει την απανταχού και πάντοτε αναπόδραστη παρουσία της καταξίωσής τους στον χρόνο. Αυτό συνιστά και την ύψιστη διάκριση, έστω και χωρίς την απονομή του αμφιλεγόμενου πλέον Νόμπελ Λογοτεχνίας. Εξάλλου, ο μη Νομπελίστας Φίλιπ Ροθ, υπερβαίνοντας την αναπόφευκτη σωματική φυγή και κατακυρώνοντας το διηνεκές πνευματικό του παρόν, το είχε κατ’ επανάληψιν δηλώσει σε φίλους και συνεργάτες μ’ εκείνη την πολλαπλώς υπαινικτική επισήμανση: «Ηere I am!» («Εδώ είμαι!»).

Το ξέρουν και το διαισθάνονται οι σημερινοί υμνητές για τους αυριανούς θιασώτες αναγνώστες του, απαντώντας στους χτεσινούς πολέμιους και επικριτές του, ότι θα εξακολουθήσει να είναι εδώ με τις χιλιάδες σελίδες της συγγραφικής του δημιουργίας να πλάθουν και αναπλάθουν τον κόσμο· κι ας τον έχει εγκαταλείψει σε ηλικία 85 ετών στις 22 Μαΐου, μια βδομάδα και κάτι μετά την εκδημία του άλλου σημαντικού Αμερικανού συγγραφέως: του Τομ Γουλφ, που τον διάβασε στην εφηβεία και τον ξεχώρισε ανάμεσα σε άλλους εκπροσώπους της σοβαρής λογοτεχνίας, ανακαλύπτοντάς τον από τα βιβλία τσέπης του μεγαλύτερου αδελφού του Σάντι, σπουδαστή τότε των Καλών Τεχνών στο Ινστιτούτο Πρατ.

Ο ίδιος, ακολουθώντας σπουδές Αγγλικής Φιλολογίας και Λογοτεχνίας στα Πανεπιστήμια του Μπάκνελ και του Σικάγου, όπου είχε γνωρίσει τον Νομπελίστα, επίσης εβραϊκής καταγωγής, Σολ Μπέλοου, δίδαξε Συγκριτική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια και το 1991 τερμάτισε την ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία, για να αφοσιωθεί εξολοκλήρου στο γράψιμο. «Μια πολύ απαιτητική δουλειά και δύσκολα η πιο ευχάριστη από τις ανθρώπινες δραστηριότητες», όπως την περιέγραψε σε συνέντευξή του το 2013 στην εφημερίδα «Le Monde», λίγο μετά την τελεσίδικη απόφασή του να μην ξαναγράψει.

Στην ενδιαφέρουσα εκείνη συνέντευξη εκμυστηρευόταν το μεγαλεπήβολο αλλά εφικτό για την εμβέλεια της ιδιοφυούς του γραφίδας συγγραφικό του όραμα: «Ανήκω σε μια γενιά Αμερικανών συγγραφέων που γεννήθηκαν τη δεκαετία του ’30, μετά τον Χέμινγουεϊ - “μεθυσμένων” από τον καλλιτεχνικό ζήλο του Γκυστάβ Φλωμπέρ, το ηθικό βάθος του Γιόζεφ Κόνραντ, το μεγαλείο σύνθεσης του Χενρι Τζέιμς, οι οποίοι πίστευαν ότι έβαζαν πλώρη για μία ιερή αποστολή. Οι μεγάλοι συγγραφείς ήταν οι άγιοι της φαντασίας. Ήθελα κι εγώ να είμαι άγιος».

Αν σε μιαν τέτοια αγιοποίηση προσέβλεπε με τη λοξή ματιά ειρωνικής ή αυτοσαρκαστικής διάθεσης, το βαθύ ωστόσο βλέμμα των αναγνωστών του εξαγιάζει τον χαλκέντερο μόχθο των 30 και πλέον βιβλίων του, γραμμένων στη διάρκεια μισού αιώνα με το ήθος μιας λογοτεχνίας υψηλών προδιαγραφών. Αν και ο Ροθ σε άλλη συνέντευξή του πάλι το 1984 στο «The Paris Review» απαντούσε με Φροϋδική γλώσσα, επιβεβαιώνοντας τα πραγματοποιημένα όνειρα του αρχικού του οράματος και την ανελικτική πορεία της πραγματοποίησής τους: «Και όμως είναι μόνο ένα βιβλίο που γράφεις.

Στις εννιά ονειρεύεσαι έξι όνειρα. Αλλά είναι έξι όνειρα; Ένα όνειρο προεικονίζει ή προβλέπει το επόμενο είτε κατά κάποιο τρόπο συμπεραίνει τι δεν έχει εισέτι ολοκληρωθεί ως όνειρο. Τότε έρχεται το επόμενο όνειρο, το επανορθωτικό του προηγούμενου ονείρου -το εναλλακτικό όνειρο, το αντίδοτο του όνειρου- που το διευρύνει ή το περιγελά ή που το διαψεύδει ή που προσπαθεί να το επαληθεύσει. Μπορείς να συνεχίσεις προσπαθώντας όλη τη νύχτα».

«Αυτοβιογραφικά μυθιστορήματα»

Αυτή η αίσθηση ενότητας, που αποτελεί ευφυές τέχνασμα της τέχνης του Ροθ, είναι εμφανής στην κατηγοριοποίηση των βιβλίων, που συνθέτουν το corpus του έργου του με βάση τους πρωταγωνιστές, όπως και τη θεματική του περιεχομένου τους, παρότι παραμένει αδιευκρίνιστο εάν η ιδέα της ταξινομικής τους διάταξης ανήκει στον ίδιο ή στον εκδότη του. Ο ειδολογικός επίσης ορισμός τους ως αυτοβιογραφικών μυθιστορημάτων θα προσέκρουε στα περιοριστικά πλαίσια μιας υπεραπλούστευσης, παρά τα όποια αυτοβιογραφικά στοιχεία εμπεριέχονται στα υποθαλάσσια ρεύματα της ωκεάνειας μυθιστοριογραφίας του.

Έτσι, στα εννέα βιβλία Ζούκερμαν ο ομώνυμος ήρωας θεωρήθηκε το alter ego του συγγραφέως, ενώ στα ανά τρία βιβλία Κέπες και Ροθ ο κεντρικός χαρακτήρας Ντέιβιντ Κέπες και οι φερώνυμες περσόνες της άλλης τριάδας αντανακλούν στοιχεία της προσωπικότητάς του. Μια πλειάδα άλλων μυθιστορημάτων, που εκτείνεται από το 1959 μέχρι το 2010, από το πρώτο του μυθιστόρημα «Αντίο, Κολούμπους» («Goodbye, Columbus») έως το «Νέμεσις» («Nemesis»), που σηματοδοτεί το τέλος της συγγραφικής του σταδιοδρομίας, περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τα γνωστά βραβευμένα αριστουργήματα «Το σύνδρομο Πόρτνοϊ» («Portonoy’s Complaint), «Το Θέατρο του Σάμπαθ»(Sabbath's Theater) και «Καθένας»(«Εveryman»).

Συνέγραψε επίσης αμιγώς αυτοβιογραφικά έργα και κριτικά δοκίμια αποτίμησης τόσο του δικού του έργου όσο και σημαντικών σταθμών της ζωής και του έργου άλλων αξιόλογων συγγραφέων.

Η εντρύφηση του Ροθ ειδικότερα στην αμερικανική ιστορία και στη φαντασιακή κουλτούρα των Αμερικανών συνοψίζεται στα βιβλία της λεγόμενης αμερικανικής τριλογίας. Το «Αμερικανικό Ειδύλλιο» («Αmerican Pastoral»), απηχεί ως αλληγορία το χαμένο «αμερικανικό όνειρο» και τον εκφυλισμό του κατά τη δεκαετία του 1960 σε ιδεολογικό αντίβαρο του δυτικού κόσμου απέναντι στην ολοένα διευρυνόμενη κομμουνιστική απειλή: ο Εβραίος διανοούμενος συγγραφέας Νέιθαν Ζούκερμαν εξ αφορμής της ανατροπής της ζωής του Λίβοβ, του ινδάλματος της εβραϊκής κοινότητας του Νιούαρκ, που έζησε το δράμα της ψυχοπαθούς γυναίκας του και της κόρης του που έγινε βομβίστρια τρομοκράτισσα, διερωτάται: τι μπορεί να πήγε στραβά στη ζωή αυτού του ανθρώπου πάνω στον οποίο είχαμε προβάλει όλοι τις μεγαλύτερες φιλοδοξίες μας;

Ή, αλλιώς, τι συνέβη σε τούτη τη χώρα στην οποία επενδύσαμε όλοι τις καλύτερες προσδοκίες μας; Στο μυθιστόρημα «Ι Μarried a Communist» («Παντρεύτηκα έναν Κομμουνιστή») έρχεται αντιμέτωπος με τον Μακαρθισμό της δεκαετίας του ’50, ενώ στο «Τhe Human Stain» («Το Ανθρώπινο Στίγμα»), ο διάσημος καθηγητής των κλασικών σπουδών στο φανταστικό πανεπιστήμιο «Αθήνα», κατηγορούμενος για ρατσιστική συμπεριφορά, αναγκάζεται να παραιτηθεί με πρόωρη συνταξιοδότηση παρά να αποκαλυφθεί το μυστικό, που θα μπορούσε να τον αθωώσει.

Η περιβόητη υπόθεση Λεβίνσκυ δίνει το αλληγορικό έναυσμα στον Ροθ να ανατάμει με απαράμιλλη αφηγηματική δεξιοτεχνία την αναφυόμενη κρίση της «πολιτικής ορθότητας» (politically correct»), πυροδοτώντας στην πολιτικοκοινωνική σκηνή των ΗΠΑ τους υφέρποντες έως κραυγαλέους μηχανισμούς συντηρητισμού, που παραπέμπουν στον πουριτανισμό των απαρχών της χώρας παρά τη δημοκρατική της παράδοση.

Διερευνά επίσης με διεισδυτικό κριτικό πνεύμα και ελεγειακούς τόνους σαρκασμού μεταξύ παρωδίας και ιλαροτραγωδίας το πρόβλημα του προσδιορισμού της ταυτότητας του ατόμου και συνεκδοχικά ολόκληρης της χώρας. Η μυθιστορηματική τοιχογραφία ξετυλίγεται μέσα από τις συναρπαστικές της λεπτομέρειες στη μετά το Βιετνάμ εποχή της αντιφατικής ρευστότητας στην Αμερική, της αυτοσυντηρούμενης ρατσιστικής έντασης και των ψυχοφαρμάκων που δεν θεραπεύουν τα παλαιά τραύματα εν όψει των ανοιχτών πληγών από τον πόλεμο του Κόλπου. Η παράλογη φαντασίωση της καθαρότητας δεν επιφέρει τον εξορκισμό απέναντι στην αποσύνθεση του κοινωνικού ιστού, αλλά προκαλεί και επαυξάνει το άλλο στίγμα της ρυπαρότητας.

«Το σύνδρομο Πόρτνοϊ» και η «Συνωμοσία εναντίον της Αμερικής»

Το μυθιστόρημα, ωστόσο, που έκαμε τον Ροθ διάσημο και πλούσιο ήταν το «Το σύνδρομο Πόρτνοϊ», παρά τις οργισμένες αντιδράσεις αναγνωστών, κυρίως, εβραϊκής καταγωγής, που είχε ήδη ξεσηκώσει η προδημοσίευση αποσπασμάτων του σε αμερικανικά περιοδικά δύο χρόνια πριν από την έκδοσή του το 1969.

Ήταν τότε που όλοι οι επιβάτες του υπόγειου τρένου της Νέας Υόρκης διάβαζαν μανιωδώς το κίτρινο βιβλίο με τον φρενήρη μονόλογο του Αλεξάντερ Πόρτνοϊ για την υπερπροστατευτική Εβραία μάνα του, τον άβουλο, δυσκοίλιο πατέρα του και τις δικές του, ιδίως, ακατανίκητες ορμές για το έτερο φύλο, προπάντων, για τις μη Εβραίες. Καμιά αφελής ή ζηλόφθονη ετικέτα του αντισημίτη ή μισογύνη δεν θα μπορούσε να πλήξει το άτρωτο συγγραφικό του ανάστημα, μήτε να υποσκάψει τη εδραιωμένη του πλέον φήμη.

Αλλά το πιο προγνωστικό κείμενο, που στοιχειώνει τη σημερινή Αμερική και ολόκληρο τον πλανήτη είναι «Η Συνωμοσία εναντίον της Αμερικής»(«Τhe Plot against America»): ο πολιτικά απομονωμένος και φανατικά εμπαθής αντισημίτης αεροπόρος Lindbergh κερδίζει την προεδρία το 1940, συντρίβοντας στις εκλογές τον Ρούζβελτ. Το μυθιστόρημα αποτυπώνει την αποθέωση του αυταρχικού δεσποτισμού και μαζί με το θεατρικό του πρώτου Αμερικανού Νομπελίστα Sinclair Lewis «Αυτό δεν μπορεί να συμβεί εδώ» («Ιt can’t happen here») του 1936 συνηχεί ως προειδοποίηση για όσους πιστεύουν ότι η δημοκρατία και η ισότητα είναι φυσικές ανθρώπινες καταστάσεις.

Μιλώντας για το μυθιστόρημα στις αρχές του έτους, τόνισε τον ηρωισμό του Lindbergh, που διασχίζοντας μόνος το 1927 τον Ατλαντικό άνοιξε τους ορίζοντες ενός νέου κόσμου, ενώ «ο Τραμπ, συγκριτικά, είναι η ογκώδης απάτη, το διαβολικό άθροισμα των ανεπαρκειών του, που στερείται το καθετί εκτός από την κούφια ιδεολογία ενός μεγαλομανούς».

Σε αντίθεση, ο Φίλιπ Ροθ πίστευε στη μόνη ιδεολογία του αληθινού ανθρώπου, που ανακαλύπτουμε μέσα από την πολυδιάστατη παρακαταθήκη της συγγραφικής του ιδιοφυΐας.