Σημερινή

Τρίτη, 13/11/2018
RSS

Τομ Γουλφ, ο εμπνευστής της «Νέας Δημοσιογραφίας»

| Εκτύπωση | 27 Μάιος 2018, 18:00 | Της Χρυσοθέμιδας Χατζηπαναγή

ΑΠΟ ΤΟ «ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΙΚΟ» ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΣΤΟ ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

ΠΑΡΟΙΜΙΩΔΗ ΕΜΕΙΝΑΝ ΤΑ ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΔΥΣΗ ΤΗΣ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ ΤΩΝ «ΧΙΠΣΤΕΡΣ» ΣΤΗΝ ΚΑΛΙΦΟΡΝΙΑ ΤΟΥ 1960, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΚΡΟΣΚΕΛΕΣ ΕΠΙΚΟ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΠΟ 20.000 ΛΕΞΕΙΣ, ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΟ ΤΟΝ ΙΟΥΝΙΟ ΤΟΥ 1970 ΣΕ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ «ΝEW YORK», ΕΞΟΛΟΚΛΗΡΟΥ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΗ ΣΤΟΝ ΝΕΟΛΟΓΙΣΜΟ ΤΟΥ «RADICAL CHIC» («ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΚΟΜΨΟΤΗΣ»), ΟΠΟΥ ΣΑΤΙΡΙΖΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙΕΡΓΟ ΣΥΓΧΡΩΤΙΣΜΟ ΜΑΥΡΩΝ ΠΑΝΘΗΡΩΝ ΚΑΙ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΑΜΕΡΙΚΑΝΩΝ ΤΗΣ ΚΟΣΜΙΚΗΣ ΥΨΗΛΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΟΥ ΜΑΝΧΑΤΑΝ

Το 1973 εξέδωσε με τον Ε.W.Johnson τον ομώνυμο τόμο «Νew Journalism», συγκεντρώνοντας κείμενα επιφανών Αμερικανών συγγραφέων και δημοσιογράφων με θέμα τη δημοσιογραφία που ενσωματώνει τεχνικές λογοτεχνίας και που υπάγεται ανάμεσα στα λογοτεχνικά είδη


Έφυγε πρόσφατα, στις 14 Μαΐου, και σε ηλικία 88 ετών, ο Αμερικανός συγγραφέας και δημοσιογράφος, Τομ Γουλφ, το όνομα του οποίου είχε ευρέως συνδεθεί από τις δεκαετίες του 1960 και 1970 με το ύφος και το ήθος της «Νέας Δημοσιογραφίας». Συγκεκριμένα, το δημοφιλές του βιβλίο The Electric Kool-Aid Acid Test(1968) με θέμα τα ναρκωτικά θεωρήθηκε από τους Νew York Times, κυρίως, έργο αναφοράς για τη συνύφανση του ρεπορτάζ με μια σειρά λογοτεχνικών πρακτικών, όπως τη σκηνική δομική ανέλιξη, τον εκτεταμένο διάλογο, την πολλαπλή παράθεση απόψεων και τη λεπτομερή περιγραφή της στάσης των ανθρώπων και των συμβολικών τους επιλογών απέναντι στη ζωή.

Ως προς την τελευταία προσέγγιση, που αποκαλούσε «ανταπόκριση κορεσμού»(«saturation reporting») και που διαφέρει από την «εις βάθος» και τη συμβατική «διερευνητική δημοσιογραφία» των συνεντεύξεων και της αναλυτικής τεκμηρίωσης μέσω εξωτερικών ντοκουμέντων, τόνιζε ότι ο δημοσιογράφος πρέπει να παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς και για αρκετό χρονικό διάστημα πρόσωπα και δρώμενα της ενασχόλησής του, ώστε αυτοπροσώπως να πιστοποιεί τα αποκαλυπτικά στιγμιότυπα του βίου, όποτε και όπου συμβούν.

Τη λειτουργική αυτή, εν τέλει, μορφοπλαστική συγκρότηση εναλλακτικής γραφής, εντός των κανόνων βεβαίως της δημοσιογραφικής δεοντολογίας, ο ίδιος προσδιόρισε αργότερα ως λογοτεχνική δημοσιογραφία, που διανθίζεται επίσης από την ποιητική ονοματοποιία, τον μανιερισμό των ελλειπτικών θρυμματισμένων προτάσεων και την αιφνιδιαστική παρέμβαση, την τεχνική του ψυχαναλυτικού ελεύθερου συνειρμού και την ιδιόρρυθμη εμφατική στίξη, όπως τον πολλαπλασιασμό των θαυμαστικών και των πλαγιογραμμάτων (italics), προκειμένου να μεταφέρει τις επαναστατικές ιδέες του συμπατριώτη του μυθιστοριογράφου και δοκιμιογράφου Ken Kesey και των διαδόχων του.

«Radical Chic»

Παροιμιώδη έμειναν τα ρεπορτάζ του για την ανάδυση της κουλτούρας των «χίπστερς» στην Καλιφόρνια του 1960, καθώς και το μακροσκελές επικό του κείμενο από 20.000 λέξεις, δημοσιευμένο τον Ιούνιο του 1970 σε ειδική έκδοση του περιοδικού «Νew York», εξολοκλήρου αφιερωμένη στον νεολογισμό του «Radical Chic» («Ριζοσπαστική Κομψότης»), όπου σατίριζε τον περίεργο συγχρωτισμό Μαύρων Πανθήρων και Φιλελεύθερων Αμερικανών της κοσμικής υψηλής κοινωνίας του Μανχάταν.

Συγκεκριμένα, επρόκειτο για ένα φιλανθρωπικό δείπνο στο υπερπολυτελές διαμέρισμα στην Παρκ Άβενιου του διευθυντή της φιλαρμονικής ορχήστρας της Νέας Υόρκης, Λέοναρντ Μπέρνσταϊν. Με σκόπιμη επιτηδευμένη γλαφυρότητα ο Γουλφ αντιπαραθέτει τους εξεζητημένους τρόπους των ελίτ της τότε αμερικανικής κοινωνίας και τις άγαρμπες συμπεριφορές των Αφροαμερικανών, χωρίς να διστάζει με απροκάλυπτο κυνισμό να προκαλεί και τους μεν και τους δε.

Το 1973 εξέδωσε με τον Ε.W. Johnson τον ομώνυμο τόμο «Νew Journalism», συγκεντρώνοντας κείμενα επιφανών Αμερικανών συγγραφέων και δημοσιογράφων με θέμα τη δημοσιογραφία που ενσωματώνει τεχνικές λογοτεχνίας και που υπάγεται ανάμεσα στα λογοτεχνικά είδη. Στη συλλογική πρωτοποριακή έκδοση, που σηματοδοτεί τον συγκερασμό δημοσιογραφικής και λογοτεχνικής αφήγησης, αξίζει να αναφέρουμε τη συνεισφορά των Truman Capote, συγγραφέως της νουβέλας «Πρόγευμα στο Τίφφανυ»(1958) και του μυθιστορήματος «Εν Ψυχρώ»(1966), Hunter S.Thompson, εισηγητή του όρου τής «Gonzo» Δημοσιογραφίας, όπου ο δημοσιογράφος ως ενεργός πρωτοπρόσωπος αφηγητής αποτελεί μέρος της ιστορίας, Νorman Mailer, διεθνώς γνωστού για το μυθιστόρημά του «Οι νεκροί και οι γυμνοί»(1948), βασισμένο στις προσωπικές του εμπειρίες από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Στην ανάδειξη επίσης της έντεχνης δημοσιογραφίας συνέβαλαν ο Gay Talese και η Joan Didion.

Δανδής των Αμερικανικών Γραμμάτων

O Thomas Kennerly Wolfe, λοιπόν, ο λόγιος δανδής των Αμερικανικών Γραμμάτων, με τα διαπεραστικά γαλανά μάτια, το λευκό κοστούμι, το άσπρο ή ενίοτε μαύρο καπέλο και τα δίχρωμα υποδήματα, στη διασταύρωση του περασμένου και του παρόντος αιώνος με τις ραγδαίες μεταβολές και στον κόσμο του πνεύματος κόμισε το στίγμα της δικής του οπτικής για την αλλαγή των παραδοσιακών και στερεότυπων δημοσιογραφικών πραγμάτων.

Ωστόσο, την έμπνευση, δεν έπαυε να ομολογεί, είχε αντλήσει από τις αστείρευτες πηγές της ίδιας της λογοτεχνίας, πολλοί εκ των δημιουργών της οποίας υπήρξαν έγκριτοι λειτουργοί της μάχιμης δημοσιογραφίας της εποχής τους.

Στόχος του ως μυθιστορηματικός συγγραφέας και με τις εμπειρίες μιας πολύχρονης, πειστικά ρηξικέλευθης και ανανεωτικά δημιουργικής δημοσιογραφίας ήταν η ανατομική αυτοψία της σύγχρονης κοινωνίας, ακολουθώντας τους δρόμους που άνοιξαν οι Στάιμπεκ, Ντίκενς, Μπαλζάκ, Ζολά, Σταντάλ, Χέμινγουεϊ και όσοι άλλοι κορυφαίοι της παγκόσμιας λογοτεχνίας αποτύπωσαν με τα αριστοτεχνικά ψυχογραφικά σύνεργα της ρεαλιστικής τους αλήθειας τις διαιώνιες αναζητήσεις και τα πεπρωμένα του ανθρώπου.

Σε συνέντευξή του την Άνοιξη του 1991 και στην καθιερωμένη συνήθως ερώτηση που υποβάλλεται στους μυθιστοριογράφους ως προς το τι διακρίνει ένα καλό μυθιστόρημα, είχε δηλώσει μεταξύ άλλων: «Για μένα, είναι το μυθιστόρημα που σε παρασύρει στο εσωτερικό του κεντρικού νευρικού συστήματος των χαρακτήρων… και σε κάνει να αισθάνεσαι μέχρι το κόκκαλο τα κίνητρά τους, όπως επηρεάζονται από την κοινωνία της οποίας αποτελούν μέρος. Είναι ανοησία να πιστεύεις ότι μπορείς να ζωντανέψεις την ψυχολογία ενός ατόμου, δίχως τη στέρεη ένταξή του σε έναν κοινωνικό περίγυρο».

Από τα μυθιστορήματά του, που βασίζονται ως επί το πλείστον σε πραγματικά γεγονότα, μεταφράστηκαν στα Ελληνικά τα έργα «Στον βωμό της ματαιοδοξίας» («Τhe Bonfire of the Vanities-1987) και «Ένας άντρας με τα όλα του» («Α Μan in Full-1998»).

Στο πρώτο, που θεωρείται ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα της σύγχρονης αμερικανικής λογοτεχνίας, εφόσον αντανακλά τον κοινωνικό της ιστό, το οικονομικό όργιο και τη φρενίτιδα των γιάπηδων της δεκαετίας του 1980 στη Νέα Υόρκη, ο κεντρικός του ήρωας ενσαρκώνει τον επιτυχημένο χρηματιστή της Wall Street, που κάποια στιγμή διασχίζοντας το Μπροξ κτυπά με την αστραφτερή λιμουζίνα του έναν μαύρο. Εξ αφορμής του περιστατικού και μέσα από αλλεπάλληλα χιουμοριστικά επεισόδια περιγράφει την εκ διαμέτρου αντίθεση ανάμεσα στους δύο κόσμους: την τάξη των ισχυρών του χρήματος και τους αδύναμους των κατώτερων κοινωνικοοικονομικών στρωμάτων.

H ιστορία δραματοποιεί με καυστική σάτιρα τον ρατσισμό και τον κοινωνικό αποκλεισμό, την πολιτική και την υπέρμετρη μωροφιλοδοξία της υλιστικής πλεονεξίας· ενώ ο τίτλος παραπέμπει στην ιστορική πυρά του Σαβοναρόλα στη Φλωρεντία του 1497, όταν ο Δομηνικανός μοναχός διέταξε να καούν ό,τι η εκκλησία θεωρούσε αμαρτωλά μάταιο, όπως καλλυντικά, καθρέφτες, βιβλία και έργα τέχνης.

Το ρεαλιστικό μυθιστόρημα

Στο δεύτερο μυθιστόρημα-καμβάς, που μας μεταφέρει στην Ατλάντα της Τζόρτζια, συνυφαίνονται οι υλικές αξίες του πρόσκαιρου πλουτισμού, της αλαζονικής επίδειξης, της διαπλοκής και της εκμετάλλευσης του συνανθρώπου. Ο μεγαλογαιοκτήμονας Τσάρλι Κρόκερ αρέσκεται να ακούει από τους εργάτες του το τραγούδι, που εξυμνεί τον θρυλικό συνονόματό του της περιοχής: «Charlie Croker was a man in full/He had a back like a Jersey Bull». Πλην όμως τα φιλόδοξα σχέδιά του τού στοιχίζουν εκατομμύρια δολάρια χρέη, που πρέπει να επιστρέψει στην τράπεζα και στους δανειστές του.

Ανάμεσα στο 15% του προσωπικού που απολύει, για να εξυγιάνει την εταιρεία του, είναι και ένας εργάτης που δουλεύει στη βραδινή βάρδια, κουβαλώντας τα κατεψυγμένα προϊόντα από τις αποθήκες στα φορτηγά με μοναδικό όνειρο την απόκτηση ενός σπιτιού για την οικογένειά του. Αργότερα, ένας νεαρός αδίστακτος δικηγόρος θα του προτείνει να υπερασπιστεί σε μια συνέντευξη Τύπου τον έγχρωμο πελάτη του, που βίασε κάποια λευκή κοπέλα, και σε αντάλλαγμα τού υπόσχεται με τις διασυνδέσεις του να σταματήσει την τράπεζα να τον πιέζει για τα χρέη του.

Στην εκτενή εργογραφία του Γουλφ συγκαταλέγονται και βιβλία μη λογοτεχνικά, που εξακολουθούν εξίσου να προκαλούν το αναγνωστικό ενδιαφέρον, όπως το «Τhe Right Stuff»(1979), το περιεχόμενο του οποίου αναφέρεται στα διαστημικά προγράμματα στο Ακρωτήριο Κένεντι. Το 1983, σε σκηνοθεσία του Φίλιπ Κάουφμαν μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη (ελληνικός τίτλος «Οι Κατάλληλοι Άνθρωποι»), αποσπώντας οκτώ Όσκαρ.

Βιβλίο και ταινία απαθανάτισαν τις ιστορίες των επτά πρώτων Αμερικανών αστροναυτών του Άρη, που το 1947 έσπασαν το φράγμα του ήχου, επειδή ήταν φτιαγμένοι από το κατάλληλο υλικό της ευφυΐας, της ισορροπίας και της επιστημονικής ακρίβειας, μα προπάντων της υπέρβασης των ορίων της σωματικής και ψυχικής αντοχής. Κατάφεραν να κατακτήσουν τα άστρα, όπως και ο συγγραφέας τους Τομ Γουλφ πέτυχε να φτάσει στο απόγειο της πληθωρικής του γραφίδας, μεταπλάθοντας το «μυθιστορηματικό» ρεπορτάζ σε ρεαλιστικό μυθιστόρημα.